Περισσότερο κάλλος σημαίνει και περισσότερο καλό. Και έχουμε ανάγκη και από τα δύο στη σημερινή πραγματικότητα των επάλληλων διεθνών κρίσεων.
|
Open Image Modal
Xinhua News Agency via Getty Images

Ας υποθέσουμε ότι τούτες τις άγιες ημέρες ένας επαίτης βρίσκεται καθισμένος στον πεζόδρομο της Βουκουρεστίου. Ένας άνθρωπος τον πλησιάζει, σκύβει προς το μέρος του, του εύχεται χρόνια πολλά και του αφήνει ένα ευρώ στο πιατάκι που υπάρχει μπροστά στα πόδια του. Μετά από λίγα λεπτά εμφανίζεται ένας άλλος άνθρωπος, ο οποίος βγάζει από την τσέπη του εκατό ευρώ και τα πετά στο πρόσωπο του επαίτη, λέγοντάς του: «πάρε ρε για να περάσεις τις γιορτές». 

Αν δούμε την πράξη του δεύτερου ανθρώπου στενά ωφελιμιστικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι σημασία έχει το τι: το γεγονός ότι με εκατό ευρώ ο επαίτης θα μπορούσε να φάει, να αγοράσει είδη πρώτης ανάγκης ή ακόμα και να βοηθήσει ανθρώπους με σοβαρότερα προβλήματα από αυτόν. Θα έλεγε κανείς ότι αρκεί να δούμε το γεγονός γυμνό, απελευθερωμένο από οποιαδήποτε άλλη διάσταση, που θα μπορούσε να μας μπερδέψει ή ακόμα και να ακυρώσει την προσφορά των εκατό ευρώ, με τραγικές για τον επαίτη επιπτώσεις. 

Από την άλλη, μπορούμε να μπούμε στον πειρασμό αναζήτησης του γιατί της πράξης. Ενδεχομένως, λοιπόν, να σκεφτούμε ότι σημασία έχει η κατάσταση των προσώπων που προσφέρουν. Αν ο δεύτερος άνθρωπος είναι πολυεκατομμυριούχος και ο πρώτος χαμηλοσυνταξιούχος το ένα ευρώ έχει μεγαλύτερη αξία. Η προσφορά του ενός ευρώ είναι στην πραγματικότητα πιο γενναιόδωρη από εκείνη των εκατό ευρώ, εάν τα εκατό συνιστούν ένα ψήγμα μόνο του ημερήσιου εισοδήματος του δεύτερου ανθρώπου. 

Επίσης, ενδέχεται να προβληματιστούμε για το κίνητρο των δύο ανθρώπων: προσφέρουν κινούμενοι από οίκτο, από συμπόνια, από τύψεις, από ενοχές, από έπαρση, με σκοπό τον εντυπωσιασμό; Υπό αυτή την οπτική η πράξη της προσφοράς αποτιμάται ανάλογα με το ψυχοκίνητρο, ασχέτως του ποσού που δίνεται στον επαίτη κάθε φορά. Μόνο που το ψυχοκίνητρο είναι αδιευκρίνιστο για κάθε εξωτερικό παρατηρητή. Μην πω ότι ακόμα και αυτός που προσφέρει δεν γνωρίζει πάντοτε με σιγουριά γιατί το έκανε, καθώς επηρεάζεται από πολλαπλούς παράγοντες και επιδιώξεις. 

Θεωρώ πως η εμμονή τόσο στο τι όσο και στο γιατί συσκοτίζουν. Εκείνο στο οποίο μάλλον χρειάζεται να σταθούμε εξίσου, αν όχι και περισσότερο, είναι το πώς· στην αισθητική της πράξης και όχι μόνο στην ηθική της διάσταση.

Το τι κάνουμε στην καθημερινότητά μας δεν μπορεί να κρίνεται με μόνο γνώμονα το όφελος, στενά μάλιστα ιδωμένο. Σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσαμε να αποτιμήσουμε θετικά πράξεις ριζικά αντίθετες στις θεμελιώδεις αξίες του πολιτισμού μας, επειδή μέσω αυτών των πράξεων δημιουργείται όφελος, για λίγους ή και για τους περισσότερους. Επίσης, το να προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε τα κίνητρα και τις επιδιώξεις των ανθρώπων μας εμπλέκει σε μια άβυσσο πιθανοτήτων, από την οποία δεν μπορούμε ποτέ να εξάγουμε ασφαλές συμπέρασμα ώστε να προχωρήσουνε στη αποτίμηση των πράξεων. Στο τέλος, αυτή η αναζήτηση ίσως να μην αφορά και κανένα άλλον πέρα από τον ίδιο τον δρώντα.  

Εκείνο που θεωρώ πως πρωτεύει, αξιολογικά τουλάχιστον, είναι το πώς πράττουμε. Η πράξη του ανθρώπου που δίνει εκατό ευρώ στον επαίτη είναι προβληματική, με γνώμονα τις αξίες του πολιτισμού μας. Το πώς πράττουμε μπορεί να ακυρώσει τόσο το τι πράττουμε όσο και το γιατί της πράξης μας. Η αισθητική δεν μπορεί να διαχωριστεί από την ηθική στο επίπεδο της καθημερινής πράξης. Ίσως, μάλιστα, στο έσχατο βάθος ηθική και αισθητική να συμπίπτουν

Δυστυχώς, ζούμε σε μια εποχή που η αισθητική διάσταση των πράξεών μας, οι καλοί τρόποι, θεωρούνται φορμαλισμός και άκρατος συντηρητισμός. Η αδιαφορία για το πώς προκαλεί έναν καλπάζοντα εκβαρβαρισμό τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημοσίου βίου, σε όλα τα επίπεδα: από τον έρωτα έως την πολιτική, από την εργασία έως την κυκλοφοριακή μας συμπεριφορά, από την εκφορά του λόγου και την εμφάνιση έως τη διασκέδαση. Στο όνομα του οφέλους και των «αγαθών» κινήτρων, έχουμε δημιουργήσει και συντηρούμε έναν κόσμο άσχημο. Μια ανατροφοδοτούμενη ασχήμια, η οποία καταλύει εντέλει και την ηθική διάσταση των πράξεών μας∙ που ακυρώνει το γιατί και το τι των πράξεών μας. 

Αν θεωρήσουμε ότι η αρχή της χρονιάς έχει κάποια συμβολική σημασία και αποτελεί αφορμή επαναξιολόγησης, ας σκεφτούμε περισσότερο την αισθητική διάσταση του καθημερινού μας πράττειν: το πώς πράττουμε. Γιατί εκείνο που τελικά επικαθορίζει την πράξη, το τι, είναι το πώς πράττουμε. Περισσότερο κάλλος σημαίνει και περισσότερο καλό. Και έχουμε ανάγκη και από τα δύο στη σημερινή πραγματικότητα των επάλληλων διεθνών κρίσεων.