Η βιωσιμότητα της οικονομίας της Ιαπωνίας διαχρονικά

Δεύτερο Μέρος: Η οικονομία κατά την διάρκεια της Μεταβατικής Περιόδου
|
Open Image Modal
Reuters

Tην δεκαετία του 1970 η οικονομία της Ιαπωνίας είχε έρθει αντιμέτωπη με μία σειρά από προβλήματα, ξεκινώντας με την ανατίμηση του Γεν έναντι του Δολαρίου, κάτι που έκανε πιο ακριβές τις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ. Ακολούθησαν οι αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου -ως απόρροια και της μεγάλης Πετρελαϊκής Κρίσης- υψηλός πληθωρισμός και συρρίκνωση της οικονομικής μεγέθυνσης. Έτσι, ο ρυθμός ανάπτυξης έπεσε στο 4.7% την περίοδο 1970-1975 και στο 4.9% κατά την διάρκεια του 1975-1980. Εκτός από αυτά τα «βραχυπρόθεσμα» προβλήματα, υπήρχαν και μία σειρά από παράγοντες, δομικής φύσης, που φαίνεται να ήταν συνυπεύθυνοι για τον χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης. 

Κατά την διάρκεια αυτών των ετών, η έλλειψη βεβαιότητας σχετικά με την διαθεσιμότητα των πρώτων υλών και της ενέργειας (αργό πετρέλαιο και πετρελαιοειδή προϊόντα), καθώς και το υψηλό επίπεδο των τιμών αυτών, οι ελλείψεις κατάλληλου εδάφους για τις βιομηχανίες και η ολοένα και εντεινόμενη ανησυχία για τα περιβαλλοντικά ζητήματα (βαρυσήμαντες και κοστοβόρες υπήρξαν αυτήν την περίοδο οι μολύνσεις του περιβάλλοντος, η ατμοσφαιρική ρύπανση και η μόλυνση του νερού) περιόριζαν την πραγματική ανάπτυξη.

Open Image Modal
Ginza - Tokyo, Japan , κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης - 23 Δεκεμβρίου 1975
Keystone via Getty Images

Ακόμη, η αγορά εργασίας έδειχνε σημάδια κόπωσης και στασιμότητας. Υπήρχε χαμηλότερος ρυθμός αύξησης των εξαγωγών, καθώς η αυξημένη συμμετοχή της Ιαπωνίας στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα άρχιζε να προκαλεί τριβές λόγω του ανταγωνισμού μηδενικού αθροίσματος (zero-sum) των προϊόντων της υψηλής τεχνολογίας με ομοειδή προϊόντα Δυτικών χωρών. Όλα αυτά συνέβαλαν στο να μειωθεί ο αναμενόμενος ρυθμός ανάπτυξης από τις αρμόδιες κρατικές αρχές και την Κεντρική Τράπεζα της Ιαπωνίας, κάτι που όπως είναι και γνωστό, επηρεάζει και τον πραγματικό ρυθμό ανάπτυξης προς την ίδια κατεύθυνση.  

Open Image Modal
1975- Tokyo
Bettmann via Getty Images

Με το πέρας του χρόνου, η χώρα προσαρμόστηκε στην νέα κατάσταση. O ρυθμός ανάπτυξης σταθεροποιήθηκε σε μία χαμηλότερη τιμή και ο ρυθμός των αποταμιεύσεων των ιδιωτών, που για κάποιο διάστημα είχε αυξηθεί εντυπωσιακά, άρχισε να υποχωρεί προοδευτικά. Η χώρα αναπροσάρμοσε τους οικονομικούς της στόχους. Την ίδια στιγμή, σημαντικό είναι πως η οριακή αποδοτικότητα κεφαλαίου αυξήθηκε και τα επιτόκια έπεφταν. Οι απαιτήσεις των εργατών για αυξήσεις στους μισθούς τους κόπασαν, και πάρα τον χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης, οι εταιρίες κατόρθωναν να λειτουργούν με κέρδος και αυξημένα έσοδα χρόνο με τον χρόνο.

Open Image Modal
Αυτοκίνητα για εξαγωγή.
Bettmann via Getty Images

Τελικά, από το 1977 η κυβέρνηση βλέποντας πως ο πληθωρισμός δεν θα αποτελούσε κίνδυνο πλέον, εφόσον προχωρούσε σε κάποιες επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές, ξεκίνησε να λαμβάνει μέτρα για να αυξήσει την ζήτηση. Η κατάσταση ήταν σταθερή και γινόταν αποδεκτή από την κοινωνία. Η ανεργία αν και υψηλότερη σχετικά με τα επίπεδα που είχε πριν την πετρελαϊκή κρίση, σταμάτησε να αυξάνεται περαιτέρω. Αναφορικά με τα έσοδα των εταιριών, αυτά είχαν βελτιωθεί αισθητά συγκριτικά με τα χρόνια αμέσως μετά την πετρελαϊκή κρίση που είχε οδηγήσει σε κατακόρυφη αύξηση των τιμών. Αφήνοντας στην άκρη το πρόβλημα ενός σταθερά υψηλού κυβερνητικού ελλείμματος, το οποίο ουδέποτε οι Ιαπωνικές κυβερνήσεις κατόρθωσαν να περιορίσουν, κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 η οικονομία είχε «συμφιλιωθεί» με τα νέα δεδομένα. Η αναμενόμενη ετήσια ανάπτυξη (μακροπρόθεσμα) ήταν της τάξης του 4-5% ετησίως.

Αγορές Ακινήτων, Φούσκες Περιουσιακών Στοιχείων και μία Χαμένη Δεκαετία

Open Image Modal
es)
robert wallis via Getty Images

H Ιαπωνική φούσκα περιουσιακών στοιχείων συνέβη μεταξύ του 1986 και του 1991. Τότε, οι τιμές των αγορών ακινήτων και των χρηματιστηριακών αγορών σημείωσαν απροσδόκητη -τεχνητή- αύξηση (inflated). Στις αρχές του 1992, αυτή η φούσκα κατέρρευσε. Χαρακτηρίζονταν από ταχεία άνοδο των τιμών των ακινήτων και αδυναμία της προσφοράς να καλύψει τα επίπεδα της υφιστάμενης ζήτησης. Επίσης υπήρχε ανεξέλεγκτη προσφορά χρήματος στην αγορά και υπερβολική και εκτεταμένη πίστωση από τις Γιαπωνέζικές τράπεζες προς τους ιδιώτες. 

Η Ιαπωνία στην αρχή της δεκαετίας του 1990 δοκιμάστηκε από μία οικονομική κρίση την οποία ουσιαστικά δεν έχει ξεπεράσει μέχρι και σήμερα. Ο χειρισμός αυτής της κρίσης, που κοντεύει τα τριάντα χρόνια, φαίνεται να είναι παράδειγμα προς αποφυγήν για τις ανεπτυγμένες χώρες. Όλο και περισσότεροι οικονομολόγοι εμφανίζονται σήμερα πεπεισμένοι ότι οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. κατευθύνονται προς μια παρατεταμένη περίοδο χαμηλής ανάπτυξης, διαρκούς διαρθρωτικής οικονομικής στασιμότητας (secular stagnation). Έτσι, μια παρόμοια περίπτωση ήταν και εξακολουθεί να είναι η Ιαπωνία της δεκαετίας του 1990. Τότε, αφού έσκασαν οι φούσκες περιουσιακών στοιχείων στηριγμένων σε χρέη, η Κεντρική Τράπεζα ακολούθησε δημοσιονομικά μέτρα τόνωσης, μία εξαιρετικά μεγάλη νομισματική χαλάρωση, και επιτόκια που κυμάνθηκαν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα. Οι προσπάθειες διάσωσης σταθεροποίησαν τις συνθήκες, δεν μπορούσαν όμως να οδηγήσουν σε μια βιώσιμη ανάκαμψη, αφήνοντας την οικονομία βαλτωμένη σε χαμηλή ανάπτυξη, σχετικά χαμηλό πληθωρισμό και εξαιρετικά υψηλό χρέος. 

Την φούσκα ακινήτων ακολούθησε μία μακρά περίοδος που στην βιβλιογραφία έχει περιγραφή με τον όρο «Χαμένη Δεκαετία της Ιαπωνίας». Η Ιαπωνία χρειάστηκε σχεδόν 12 χρόνια για να επαναφέρει το Α.Ε.Π. της στα επίπεδα που βρισκόταν το 1990. Συνδυαστικά με το Α.Ε.Π., και το κατά κεφαλήν Α.Ε.Π. σημείωσε δραματική πτώση, με την Γιαπωνέζικη οικονομία να υποχωρεί όχι μόνο στην αξία της συνολικής παραγωγής της αλλά και στην αποδοτικότητα των εργατών της ενώ παλαιότερα διέθετε ηγετική θέση παγκοσμίως και στα δύο αυτά μεγέθη. 

Προς αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής και της χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης, η Ιαπωνία ακολούθησε μία ανορθόδοξη πολιτική. Διατηρεί δημοσιονομικά ελλείμματα από το 1991 μέχρι και σήμερα.

Open Image Modal
Τόκιο 25 Σεπτεμβρίου 2019
NurPhoto via Getty Images

Η αποτελεσματικότητα αυτής της πολιτικής έχει μεικτά αποτελέσματα. Ενώ βοήθησε στον απεγκλωβισμό από την κατάσταση που επικρατούσε την δεκαετία του 1990, έχει οδηγήσει το χρέος της Ιαπωνίας να προσεγγίζει το 240% του Α.Ε.Π., το οποίο αποτελεί και το υψηλότερο στον κόσμο, με διαφορά. Αξίζει να σημειωθεί πάντως πως το Γιαπωνέζικο χρέος αποτελεί μία «ειδική» περίπτωση καθώς η Ιαπωνία ποτέ δεν έπεσε στην παγίδα εξάρτησης από ξένους πιστωτές, αλλά το δημόσιο χρέος της ανήκει στην εσωτερική της αγορά από την Τράπεζα της Ιαπωνίας (αποτέλεσμα αυτού είναι τα δάνεια να είναι σχεδόν άτοκα). Σε κάθε περίπτωση, το ύψος του χρέους απαιτεί έναν μεγάλο όγκο πληρωμών να κατευθύνεται προς αυτό αποκλειστικά. 

Να σημειωθεί σε αυτό το σημείο πως αναφορές για πιθανή επανάληψη μιας «τύπου Γιαπωνέζικής φούσκας» και συνεπακόλουθων χαμένων ετών από αυτό, έγινε και στις ΗΠΑ με το ξέσπασμα της κρίσης του 2008. Ο πρόεδρος Ομπάμα είχε αναφέρει ενώπιον του Κογκρέσου πως μια «χαμένη δεκαετία» ήταν ένα πιθανό ενδεχόμενο για την Αμερικανική οικονομία ως απόρροια της κρίσης και της φούσκας ακινήτων εκεί, ενώ ο Κεντρικός Τραπεζίτης της FED ανέφερε πως «οι Η.Π.Α. βρίσκονταν σε κίνδυνο να εγκλωβιστούν σε ένα Ιαπωνικού τύπου αντιπληθωριστικό αποτέλεσμα μέσα στα επόμενα χρόνια». 

Open Image Modal
ASSOCIATED PRESS

Σε κάθε περίπτωση, η Ιαπωνία βιώνει τα αποτελέσματα αυτής της κρίσης και της χαμένης δεκαετίας μέχρι και σήμερα. Ο τωρινός πρωθυπουργός της χώρας, Σίνζο Άμπε εισήγαγε ένα οικονομικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα το οποίο χαρακτηρίστηκε στην αγγλική βιβλιογραφία ως «Abenomics» το οποίο στοχεύει στην αναστροφή πολλών συνεπειών που προκλήθηκαν από την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1990. 

Οι βασικοί στόχοι αυτού του προγράμματος περιλαμβάνουν την αναστροφή του χρόνιου χαμηλού πληθωρισμού της χώρας, την επιβολή διαφόρων ειδών φόρων προς εξισορρόπηση του δημοσιονομικού προϋπολογισμού και την αντιμετώπιση του προβλήματος με τον γηράσκοντα πληθυσμό της χώρας.

Βιβλιογραφία:

  • Boulder, Colo, Japan’s Economy: Coping with Change in the International Environment, (Westview Press, 1982).

  • Dimitriadou, Chrisoula, Japanese financial markets and their current liberalization process, (Athens: Centre of Planning and Economic Research, 1988).Gibney, Frank, Japan: The Fragile Superpower, (Tokyo: Tuttle Pub, 1996).

  • Hopt Klaus, Wymeersch Eddy, Kanda Hideki, Baum Harald, Corporate Governance in Context: Corporations, States, and Markets in Europe, Japan, and the US, (Oxford, U.K.: Oxford University Press, 2005), (2009 printing). 

  • Kaizuka, Keimei, Krueger, A O, Tackling Japan’s Fiscal Challenges: Strategies to Cope with High Public Debt and Population Aging. (Hampshire: Palgrave Macmillan UK/International Monetary Fund, 2006). 

  • Kraus, Willy, The Economic Development of the Pacific Basin: Growth Dynamics, Trade Relations and Emerging Cooperation, (New York: St. Martin’s Press, 1986).

  • Krugman, Paul, Η μεγάλη κάμψη: Η επιστροφή των οικονομικών της ύφεσης
    (Αθήνα: Καστανιώτης, 2000). 

  • LaPier, Terrence, Competition, Growth Strategies and the Globalization of Services: Real Estate Advisory Services in Japan, Europe and the United States, (London: Routledge, 1998).

  • McCargo, Duncan, Contemporary Japan. (Macmillan, 2000).

  • Nakamura, Takapuna, The Postwar Japanese Economy: Its Development and Structure, (Tokyo: University of Tokyo Press, 1983).

  • Posen, Adam, Restoring Japan’s Economic Growth. (Washington, D.C.: Institute for International Economics, 1998).

  • Ryan, Liam, The Asian economic miracle unmasked: The political economy of the reality. (International Journal of Social Economics, 2000).

  • Scott, John, Capitalist Property and Financial Power: A Comparative Study of Britain, the United States and Japan, (Brighton, Sussex: Wheatsheaf Books, 1986).

  • Thurow, Lester, Ο επερχόμενος οικονομικός πόλεμος μεταξύ Ιαπωνίας, Ευρώπης και Αμερικής, (Αθήνα: Νέα Σύνορα, 1995).

  • Thurow, Lester, Το μέλλον του καπιταλισμού : πως οι σύγχρονες οικονομικές δυνάμεις διαμορφώνουν τον κόσμο του αύριο, (Αθήνα: Νέα Σύνορα, 1997).

  • Γεωργιάδης, Γεώργιος, Ιαπωνική τραπεζική κρίση της δεκαετίας του ’90: Αίτια και Διδάγματα.  (Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2009).