«Είναι απαίσιο να γυρνάς σπίτι»: Πανδημία, εγκλεισμός & έμφυλη βία

Η έμφυλη βία παρότι καθημερινό φαινόμενο παραμένει αόρατο, καθώς το ποσοστό καταγγελιών είναι μικρό.
Open Image Modal
Young woman is sitting hunched at a table at home, the focus is on a man's fist in the foregound of the image
lolostock via Getty Images

* Άρθρο της Εύας Σπαθάρα, Κοινωνιολόγου, MSc, MEd στο Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ


«Είναι απαίσιο να γυρνάς σπίτι / είτε τα σκυλιά γλείφουν το πρόσωπό σου είτε όχι / είτε έχεις σύζυγο / ή απλά τη μοναξιά με τη μορφή συζύγου να σε περιμένει». Οι συγκεκριμένοι στίχοι αποτελούν μέρος του ποιήματος με τίτλο, The Bonedog, ακούγονται στην διάρκεια της ταινίας “Ι’m Thinking of Ending Things”, του Τσάρλι Κάουφμαν, στην πλατφόρμα του Netflix. Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος, ο ελληνικός τίτλος της ταινίας και το ποίημα της Καναδής Eva H.D, με ελληνικές καταβολές, διατρέχει ως βασικός άξονας όλη την ταινία. Το να επιστρέφεις βέβαια, υπονοεί τη δυνατότητα αφενός να έχεις ένα σπίτι, αφετέρου μιας κίνησης του έξω προς τα μέσα, μιας χωρικής και χρονικής μετατόπισης, το σημείο αναφοράς της οποίας δεν τίθεται διαζευκτικά, αντιστικτικά, στο ποίημα τουλάχιστον, δεν είναι το έξω καλύτερο από το μέσα, αλλά σίγουρα το να επιστρέφεις σπίτι είναι απαίσιο.

Μέσα στο πλαίσιο της πανδημίας το σπίτι αποκτά διαστάσεις και σημαινόμενα πολλαπλά. Ο οικιακός χώρος διογκώνεται ή συστέλλεται κατά περίπτωση, ενώ μοιάζει η διάκριση ιδιωτικού και δημόσιου να σημαίνεται με την ασφάλεια και τον κίνδυνο αντίστοιχα. Ο δημόσιος χώρος καθίσταται επικίνδυνος, ο ιδιωτικός ασφαλής, ή λιγότερο επικίνδυνος εν πάσει περιπτώσει, για την προστασία της ατομικής και συλλογικής υγείας. Ένα παιχνίδι όρων και ορίων, ένα  πινγκ-πονγκ των σφαιρών κατά το οποίο  οι έννοιες «μέσα, έξω, επικινδυνότητα, ασφάλεια, επικίνδυνος άλλος κι εαυτός, ευαλωτότητα, τρωτότητα, ευπαθείς ομάδες, υποκείμενα νοσήματα, νέοι, ηλικιωμένοι, γυναίκες, πρόσφυγες, μετανάστες, σεξεργάτες/τριες κτλ» επανανοηματοδούνται και ανασυγκροτούνται από κυρίαρχους λόγους και πρακτικές, συνηγορούμενοι από την «αντικειμενικότητα» του επιστημονικού λόγου, του λόγου των  ειδικών, ο οποίος νομιμοποιεί τους διακινούμενους κυρίαρχους κρατικούς λόγους περί ασφάλειας, υγείας, επικινδυνότητας σωμάτων, συλλογικών και ατομικών ενσώματων υποκειμένων, σε ένα εκκρεμές ανασφάλειας, φόβου, έντρομης συνείδησης με εκτοξευόμενα βέλη προς συγκεκριμένο στόχο κάθε φορά.

Είναι σίγουρο πως οι διαθλάσεις του υποχρεωτικού εγκλεισμού, παράγουν πλήθος κριτικών θεωρήσεων, ερμηνειών της πραγματικότητας, αποτυπώνονται στους επιστημονικούς λόγους και πρακτικές που συγκροτούνται στο και για το πλαίσιο της έγκλειστης  πραγματικότητας. Πρόκειται για ένα ισχυρό crash test, οικονομικό υγιειονομικό, συναισθηματικό, ενδο-δια-προσωπικό, σχεσιακό στο πλαίσιο μιας απόλυτης εσωστρέφειας και αναγκαστικής απομόνωσης κατά την οποία κάθε ενσώματη επαφή και κοινωνικότητα  καθίσταται άκρως επικίνδυνη  και πρέπει να αποφεύγεται πολύ σχολαστικά δεδομένου ότι ο εχθρός-ιός βρίσκεται παντού, γύρω μας, μέσα μας,  αποικιοποιεί τη σάρκα, καταστρέφει τα όργανά μας, εγκαθίσταται στο εσωτερικό της ενσώματης επικράτειας μας, προκρίνοντας την ακινησία, την αυστηρή παραμονή στη χωρική υλικότητα του σπιτιού, της οικίας ως μέσο προστασίας και πρόληψης, ενώ τα συστήματα υγείας καταρρέουν το ένα μετά το άλλο λόγω της αποεπένδυσης σε αυτά.

Το σπίτι, ο οικιακός χώρος, υποστασιοποείται ως ο εν δυνάμει χώρος  της φροντίδας του εαυτού και του άλλου, της αίσθησης της εαυτότητας, της ασφάλειας, της αποφυγής κινδύνου, της ηρεμίας, της ατομικής και κοινωνικής ευθύνης. Ποιο σπίτι, και σε ποια συμφραζόμενα; Η προτροπή, η έμμεση εντολή  του «μένουμε σπίτι» για την οποία επενδύθηκαν κάποια εκατομμύρια σε κατά βάση συστημικά και κατά προτίμηση ημέτερα ΜΜΕ, μοιάζει να μην λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές ταξικές, έμφυλες, εθνοτικές, ηλικιακές, κοινωνικές πολιτισμικές, ορίζουσες της οργάνωσης και λειτουργίας του οικιακού χώρου, τις ενσώματες υλικότητες και βιαιότητες, λειτουργίες που παράγονται και αναπαράγονται εντός του. Το υπόγειο δεν είναι μεζονέτα. Αντίστοιχα και ο τρόπος υποκειμενικής βίωσης του οικιακού χώρου δεν συμφύρεται στο one size fits for all, (αυτό που γενικευτικά προωθήθηκε μέσω των κρατικών εντολών και ειδικών). Ποικίλλει βάσει πολλών παραμέτρων, έμφυλων ταξικών, πολιτισμικών, ηλικιακών κ.ά.

Ο παράδεισος μιας υποτιθέμενης ασφάλειας εύκολα μετατρέπεται σε κόλαση για κάποιες/α. Οι συναισθηματικές πρακτικές επιτελέσεις που υλοποιούνται οργανώνονται εντός του σπιτιού, του οικείου χώρου, δεν οδηγούν πάντα σε συναισθηματική εγγύτητα, αμοιβαιότητα, συντροφικότητα, ασφάλεια, απουσία κινδύνου όπως  υπονοούσε το σύνθημα «μένουμε σπίτι, μένουμε ασφαλείς». Η βιοπολιτική προτροπή, εντολή του καθορισμού του τρόπου πρόσληψης του σπιτιού, ως χώρου ακίνδυνου,  αποδείχτηκε εντελώς αυθαίρετη στην έμφυλη οπτική της αν αναλογιστούμε τη συμπυκνωμένη, κατακόρυφα αυξανόμενη έμφυλη βία, που ασκήθηκε εντός του,  όχι ως πρωτογενής συνέπεια της κοινωνικής απομόνωσης,  των συνθηκών εγκλεισμού και της συμπίεσης που αυτές δημιούργησαν, αλλά ως προϋπάρχουσα, καταστατική, διαταξική, διαχρονική, παγκόσμια πατριαρχικά δοσμένη συνθήκη, οι εκβολές της οποίας ενισχύθηκαν από την έγκλειστη αναγκαστική συνύπαρξη  εντός του «οικείου» χώρου.

Τα σώματα των γυναικών μετατράπηκαν σε τόπο αποσυμπίεσης, σε βαλβίδες εκτόνωσης μιας συσσωρευμένης βίας που οι συνθήκες «νομιμοποίησαν» παρέχοντας άλλοθι στους ασκούντες αυτήν.  Οι νύχτες με τον εχθρό ήταν ορατές, διαρκώς παρούσες. Το λογοθετικό καθεστώς της εθνικής, ιδιοκτησιακής και ετεροκανονικής αρρενωπότητας εμπεδώνει την κυριαρχία του μέσω της βίαιης επιτέλεσης σε ενσώματες θηλυκότητες που πρέπει να ελέγχονται, να εν-τοπίζονται και εκ-τοπίζονται στη σφαίρα του αοράτου, στις εσώκλειστες εντός των θυρών σιωπές και βουβές εκρήξεις. Βία κανονικοποιητική, φυσικοποιημένη, απορρέουσα από τη συγκροτητική συνθήκη της ετεροκανονικής ταυτοτικής αρρενωπότητας ως εγγενές προνομιακό στοιχείο της.

Μια έμφυλη πανδημία εντός της πανδημίας εξελισσόταν με ιδιαίτερο οξύ τρόπο διατρέχοντας οριζόντια και κάθετα τις ηπείρους, με αποκορύφωμα τις χιλιάδες γυναικοκτονίες απανταχού του πλανήτη.

Στην Ελλάδα για το 2020, και μέχρις στιγμής έχουν καταγραφεί 10 γυναικοκτονίες, πλειοψηφικά από χέρι συζύγου ή συντρόφου, ενώ τα καταγεγραμμένα περιστατικά έμφυλης βίας αυξήθηκαν κατά 20% με βάση τις επίσημες στατιστικές αναφορές της Γενικής Γραμματείας Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων. Αν υποθέσουμε ότι οι αριθμοί αποτυπώνουν τη σκληρή πραγματικότητα που συντελείται κυρίαρχα εντός του οικείου χώρου τότε τα παρακάτω στοιχεία πιστοποιούν την  ύπαρξή της ως ζώσα αφόρητη συνθήκη για χιλιάδες γυναίκες και θηλυκότητες. Η έμφυλη βία παρότι καθημερινό φαινόμενο παραμένει αόρατο, καθώς το ποσοστό καταγγελιών είναι μικρό. Σύμφωνα με τη μεγαλύτερη δημοσκοπική έρευνα (και εδώ επίσης)  που έχει διεξαχθεί παγκοσμίως, για τη βία κατά των γυναικών με τη συμμετοχή πάνω από 42.000 γυναικών, ηλικίας από 18 έως 74 ετών, σε κράτη-μέλη της ΕΕ:

  • 1 στις 3 γυναίκες στην ΕΕ έχει υποστεί σωματική βία από την ηλικία των 15 ετών και άνω

  • 1 στις 2 γυναίκες έχει βιώσει ψυχολογική βία από το σύντροφό της

  • 1 στις 8 γυναίκες έχει υποστεί οικονομική βία από το σύντροφό τους

  • 1 στις 10 γυναίκες έχει βιώσει σεξουαλική βία από την ηλικία των 15 ετών και άνω

  • 1 στις 20 γυναίκες έχει πέσει θύμα βιασμού

  • 1 στις 3 γυναίκες  έχει παρενοχληθεί σεξουαλικά στο χώρο εργασίας

  • 1 στις 5 νεαρές γυναίκες, μεταξύ 18-29 ετών, έχει παρενοχληθεί σεξουαλικά στο διαδίκτυο

  • 1 στις 5 γυναίκες έχει βιώσει stalking

  • 50 γυναίκες χάνουν τη ζωή τους κάθε εβδομάδα λόγω της ενδοοικογενειακής βίας στην Ε.Ε.

Το ζήτημα της έμφυλης βίας βρίσκεται τα τελευταία χρόνια εντονότερα στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου, εκκινεί δε από την ενδυνάμωση των φεμινιστικών και ΛΟΑΤΚΙ κινημάτων και την ευκολότερη πλέον ροή δημοσιοποιήσεων και πληροφοριών για την ασκούμενη ανδρική βία και την αποτύπωση κι αύξηση  του φαινομένου, παρά τις όποιες κατακτήσεις στο επίπεδο θεσμικών ρυθμίσεων και πολιτικών και τις, υποτιθέμενες, διαφαινόμενες αλλαγές στάσης και συμπεριφοράς. Αποδεικνύεται ότι η άσκηση ανδρικής βίας σε συνθήκες εγκλεισμού, όπως η σημερινή, πολιτικών πειθάρχησης, ενίσχυσης ακροδεξιού λόγου, ρατσισμού κι όξυνσης των εθνικισμών και ακραίας καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, όχι απλά δεν αμβλύνεται αλλά τουναντίον οξύνεται, συγκροτώντας συστημικά, ιεραρχικές, πατριαρχικές, έμφυλες ταξινομίες, σώματα κανονικά, ελλιπή, υποδεή, λιγότερα, έναντι της ετεροκανονικής αρρενωπότητας τα οποία οφείλουν να υπακούσουν, να πειθαρχήσουν στην υπεροχή της μέσω θεσμίσεων, κανόνων, κουλτούρας, ιδεολογίας, να εσωτερικεύσουν την ελλειπτικότητά τους, το σεξισμό και την κουλτούρα βίας, ως αυτονόητη «φυσική» πρακτική.  Οι φωνές που αντιστέκονται, τα σώματα που οργίζονται, οφείλουν να ταπεινωθούν, οφείλουν να εμπεδώσουν δια της σεξιστικής βίας την ιεραρχική ταξινομία των φύλων. Υπό αυτή την οπτική, δεν είναι αληθές ότι οι γυναίκες δεν αντιστέκονται, αποδεχόμενες μοιραία και άβουλα το δυνάστη τους. Τουναντίον συμβαίνει πολλές φορές. Επειδή ακριβώς αντιστέκονται. Το σπίτι αποδεικνύεται προνομιακά πεδίο, οργάνωσης σχέσεων εξουσίας, κοινωνικής αναπαραγωγής, έμφυλων ανισότητων.

Ο δε όρος ενδοοικογενειακή βία, συνιστά αποκρυπτικό όρο, υπό την έννοια ότι προσδιορίζονται ως τέτοια, οι ξυλοδαρμοί, βρισιές, βιασμοί κ.τλ, γυναικών και παιδιών από συζύγους, συντρόφους, πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντος, εντός του οίκου ως εάν πρόκειται για μια βία εν-τοπισμένη, εν-δημική, άρα εξατομικευμένη, ιδιαίτερη και ατομική που χρήζει μεμονωμένης προσέγγισης και αντιμετώπισης, κι όχι ως μια βία που συναρθρώνεται έμφυλα και με πολλαπλές εκφάνσεις στην καθημερινή πρακτική. Η ονοματοθεσία της βάσει χωρικού  προσδιορισμού της, ο επιμερισμός της σε μορφές επιμέρους και εντός του οίκου πάντα, την εκ-τοπίζει από το πεδίο του πολιτικού και δημόσιου σε ιδιωτική, προσωπική υπόθεση, παραγνωρίζοντας δε ότι το προσωπικό είναι πολιτικό και ότι κατά αυτό τον τρόπο, η βία στα του οίκου εγγράφεται ως εξαίρεση από τη γενικότερη ασκούμενη έμφυλη βία. Ακριβώς αυτή εξαιρεμένη, αλλά ωστόσο εντοπισμένη, περίκλειστη βία στον αυστηρό χώρο της ιδιωτικότητας και του σπιτιού, ως απόρροια δήθεν διαταραγμένων, άνεργων, ζηλιάρηδων, θολωμένων συζύγων και συντρόφων, είναι που την επανεγγράφει σε ένα πλαίσιο κανονικότητας νομιμοποιώντας την. Κι εξ όσων γνωρίζουμε, όταν  ακούς κανονικότητα, αίμα μυρίζει. Και στην προκειμένη περίπτωση, θηλυκό.  Ή για να το πω με στους στίχους του ποιήματος της έναρξης:

Η επιστροφή στο σπίτι είναι φοβερή μοναξιά /έτσι που σκέπτεσαι/την καταπιεστική βαρομετρική πίεση/πίσω εκεί απ΄όπου ήρθες με τρυφερότητα,/ γιατί τα πάντα είναι χειρότερα/ μόλις είσαι  σπίτι.