Ελληνοτουρκικά: Μετά τις εκλογές

Είναι όμως δυνατή η εξεύρεση λύσης στα προβλήματα που μας ταλανίζουν με βάση την υπάρχουσα ισορροπία δυνάμεων αλλά και τις θέσεις αμφοτέρων των πλευρών;
Open Image Modal
Manuel Augusto Moreno via Getty Images

Οι διπλές εκλογές στη γειτονική Τουρκία ολοκληρώθηκαν, ο «Σουλτάνος» ανανέωσε τη θητεία του και οσονούπω πιθανόν να έχουμε και τη νέα κυβέρνηση στην Αθήνα. Ευτυχώς τα σενάρια και οι ζοφερές προβλέψεις για μια όξυνση των ήδη τεταμένων σχέσεων των δύο χωρών, κατά τη διάρκεια των ταυτόχρονων προεκλογικών περιόδων, δεν επαληθεύτηκαν. Προφανώς στην τουρκική «αυτοσυγκράτηση» και στον ανασχεδιασμό της τουρκικής τακτικής συνέβαλε και το απρόσμενο και φονικό κτύπημα του Εγκέλαδου. Αναφέρομαι σε ανασχεδιασμό της τουρκικής τακτικής καθόσον θεωρώ ότι η αναθεωρητική και επεκτατική στρατηγική της γείτονος παραμένει αναλλοίωτη, σταθερή ανεξαρτήτως των εκλογικών αποτελεσμάτων και είναι αποτέλεσμα σειράς παραγόντων και δομικών στοιχείων της ευρύτερης τουρκικής κοινωνίας. Ως εκ τούτου, ουδείς λόγος χαλάρωσης ή εφησυχασμού είναι ορατός στο εγγύς ή και στο προβλεπτό μέλλον.

Ούτε πρέπει να αποτελεί αιτία υπερβολικού ενθουσιασμού οι πραγματικά σημαντικές σε εξέλιξη προμήθειες οπλικών συστημάτων που αναβαθμίζουν την ισχύ των ενόπλων δυνάμεων μας. Ο αντίπαλος μπορεί να εμφανίζει μια πρόσκαιρη υστέρηση σε συγκεκριμένους ζωτικούς τομείς της στρατιωτικής του ισχύος -κυρίως λόγω δικών του επιλογών- αλλά εξακολουθεί να έχει προβάδισμα σε αρκετούς άλλους ενώ διαθέτει μια ακμάζουσα αμυντική βιομηχανία. Η τελευταία θέτει το ερώτημα της δικής μας οικονομικής αντοχής σε μια παρατεταμένη κούρσα εξοπλισμών ενώ παρέχει στον αντίπαλο και τη δυνατότητα μερικής αναπλήρωσης των απωλειών του σε περίπτωση σύγκρουσης και ακόμη περισσότερα σε έναν πόλεμο φθοράς.

Οι ανησυχίες μας όμως φαίνεται να έχουν μετατοπιστεί, σε ένα βαθμό, από το σκέλος μιας στρατιωτικής σύγκρουσης και εστιάζονται πλέον στην έξωθεν επιβολή μιας συνολικής ετεροβαρούς λύσης των μακροχρόνιων και «πολλαπλών ελληνοτουρκικών διαφορών» όπως τουλάχιστον ισχυρίζονται οι γείτονες και σιωπηρά αποδέχονται αρκετοί τρίτοι.

Τα σενάρια που γίνονται είναι πολλά, βασικά όμως Αμερικανοί και Γερμανοί εμφανίζονται ως οι πρωτεργάτες ενός «τίμιου διακανονισμού» ενώ στο τραπέζι εμφανίζονται όλα σχεδόν τα θέματα. Μάλιστα έχει εξευρεθεί και η ονομασία του συμβιβασμού: « Οι Πρέσπες του Αιγαίου». Καίτοι το σύνολο των κομμάτων εξουσίας αποκηρύσσει μετά βδελυγμίας, εδώ και δεκαετίες την πιθανότητα ανάλογων λύσεων ή έστω συζητήσεων, οι ανησυχίες υπάρχουν.

Η συνεχής αυτή φοβική μας παλινδρόμηση, μεταξύ μιας στρατιωτικής σύγκρουσης και μιας ατυχούς διαπραγμάτευσης και συμφωνίας, καταδεικνύει αφενός το πραγματικό μέγεθος του διλήμματος αλλά αφετέρου και την αδυναμία μας ως έθνους να αντιληφθούμε την αναγκαιότητα ανάληψης των ευθυνών και υποχρεώσεων μας. Διότι η υπεράσπιση κυριαρχίας και κυριαρχικών μας δικαιωμάτων απαιτεί την ετοιμότητα και αποφασιστικότητα προσφυγής σε χρήση στρατιωτικής βίας που αμφότερα προϋποθέτουν μακροχρόνια και συνεπή προετοιμασία.

Αυτή ακριβώς την ενίοτε εμφανιζόμενη ασυνέπεια αλλά και φοβική παλινδρόμηση μεταξύ των δύο ακραίων λύσεων (σύγκρουση-διαπραγματεύσεις), έχουν αντιληφθεί οι αντίπαλοι μας και με μεγάλη επιδεξιότητα, χρησιμοποιώντας την τακτική της δημιουργίας κρίσεων ως εργαλείο επίτευξης των στόχων τους, σημειώνουν σωρευτικά αρνητικά αποτελέσματα σε βάρος μας. Αυτές οι αθροιστικές «επιτυχίες» σε συνδυασμό με την αίσθηση του μεγαλείου του «τουρκικού αιώνα» καθιστούν τις τουρκικές διεκδικήσεις πέραν κάθε λογικής συζητήσεως και αυξάνουν και τον εκ μέρους τους πειρασμό της διακινδύνευσης ενός περαιτέρω βήματος.

Είναι όμως δυνατή η εξεύρεση λύσης στα προβλήματα που μας ταλανίζουν με βάση την υπάρχουσα ισορροπία δυνάμεων αλλά και τις θέσεις αμφοτέρων των πλευρών; Η απάντηση είναι αρνητική και δόθηκε ήδη στην παραπάνω παράγραφο.

Είναι αναπόφευκτη η στρατιωτική σύγκρουση; Και πάλι η απάντηση είναι αρνητική με τη σημαντική υποσημείωση ότι δεν είναι απίθανη.

Μπορούμε να αρχίσουμε να συζητάμε για τα πάντα με τους γείτονες, κατευθείαν ή μέσω τρίτων; Καίτοι η απάντηση είναι και εδώ αρνητική εντούτοις το ζήτημα είναι πολύ πιο σύνθετο. Η άρνηση ή αποδοχή ή ακόμη η αντίκρουση κάθε πρότασης πρέπει να είναι προσεκτικά δομημένη με όλους τους παράγοντες να λαμβάνονται υπόψη.

Ενδεχομένως να πρέπει να αναλάβουμε και πρωτοβουλίες και όχι απλά να περιχαρακωνόμαστε στις θέσεις μας αναμένοντας τις δοκιμαστικές «βολές» αντιπάλων και τρίτων. Έχουμε πραγματικά μια αξιοσημείωτη συνέχεια των θέσεων μας τα τελευταία χρόνια, με ορισμένες αλλαγές τακτικής κατά καιρούς, αλλά απαιτείται ένας πολύ προσεκτικός σχεδιασμός σε όλα τα επίπεδα για πολλαπλούς χειρισμούς, με συνέπεια, σταθερότητα και αποφεύγοντας τις παγίδες και τους παρορμητισμούς.

Επιπρόσθετα όμως, τα κόμματα εξουσίας θα πρέπει επιτέλους να αντιμετωπίσουν ορισμένα θέματα μακράν των δημόσιων διαπληκτισμών, της τηλεθέασης και των αναζήτησης ψήφων, αποφεύγοντας άκαιρες αντιπαραθέσεις, πατριδοκάπηλες «κορώνες» και οποιαδήποτε δημόσια τοποθέτηση -έστω και έντονη διαφοροποίηση- πρέπει να εξυπηρετεί ένα κοινά συμφωνηθέντα σχέδιο.

Στο τέλος της ημέρας όμως ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός καταλήγει σε θέματα δημογραφίας, ηθικών δυνάμεων και οικονομίας. Άπαντα αλληλένδετα μεταξύ τους. Εκεί πραγματικά αδυνατούμε να βρούμε ένα κοινό βηματισμό γεγονός απαράδεκτο τουλάχιστον στα δύο τελευταία θέματα. Εφικτές φυσικά οι διαφοροποιήσεις -ειδικά σε θέματα οικονομίας- σε μια δημοκρατική κοινωνία αλλά υπάρχουν ορισμένες βασικές αρχές, αξίες και συμφέροντα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.

Ας αντιληφθούμε ότι τα προβλήματα με την γείτονα δεν θα τα λύσουν οι σεισμοί, οι ζεμπεκιές και οι κουμπαριές. Τα θέματα μάλλον θα επιλυθούν είτε δια μέσου μιας σύγκρουσης ή με την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος που ενδεχομένως να επιτρέψει μια μεταστροφή της τουρκικής κοινωνίας σε πλέον διαλλακτικές επιλογές.

Μέχρι τότε θα συνεχίσουμε να ζούμε με την πιθανότητα μιας στρατιωτικής σύγκρουσης λαμβάνοντας όλες τις πολύπλευρες προετοιμασίες και αποσείοντας το ενδεχόμενο αλλά και τη φοβία μιας ετεροβαρούς αρνητικής για εμάς συμφωνίας. Δεν πρέπει δε να λησμονούμε ότι σε οποιοδήποτε πόλεμο ή σύγκρουση, η βούληση ενός εκ των δύο αντιπάλων είναι αυτή επικρατεί και καθορίζει τον νικητή.

***

Ιπποκράτης Δασκαλάκης- Αντιστράτηγος (εα)

  • Διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
  • Διευθυντής Μελετών του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ)
  • Διαλέκτης στη Σχολή Εθνικής Αμύνης (ΣΕΘΑ)