ΙΟΒΕ: Μείωση 30% του μαθητικού πληθυσμού τα επόμενα χρόνια

Στις χώρες με τις χαμηλότερες εκπαιδευτικές δαπάνες στην Ευρώπη η Ελλάδα.
Open Image Modal
EUROKINISSI/ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

Δυσοίωνες είναι οι προβλέψεις του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για το μέλλον του μαθητικού πληθυσμού στην χώρα μας, ο οποίος εκτιμάται ότι θα συρρικνωθεί κατά ένα ποσοστό που υπερβαίνει το 30% τα επόμενα χρόνια.

Στην μελέτη με θέμα «Η Εκπαίδευση στην Ελλάδα: Κρίση και εξέλιξη της Δημόσιας και Ιδιωτικής Δαπάνης», τα αποτελέσματα της οποίας παρουσιάστηκαν την Τρίτη σε συνέντευξη Τύπου περιγράφονται οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και του συνεπακόλουθου δημογραφικού προβλήματος στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και την κοινότητά του. 

Παράλληλα, γίνεται εκτενής αναφορά στην μείωση της εκπαιδευτικής δαπάνης, η οποία κορυφώθηκε την περίοδο 2014-2016, τοποθετώντας την Ελλάδα μεταξύ των χωρών με τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρώπη.

Μειώνεται επικίνδυνα ο αριθμός των μαθητών

Σύμφωνα με τον ΙΟΒΕ, η κρίση έχει μεταβάλει τα δημογραφικά δεδομένα της χώρας και του εκπαιδευτικού συστήματος σε τέτοιο βαθμό που προβλέπεται σταδιακά μεγάλη μείωση του μαθητικού πληθυσμού τα προσεχή χρόνια, η οποία σωρευτικά μπορεί να υπερβεί το 30%.

Οπως σημειώνει η επίμαχη μελέτη, η συνολική διάρθρωση, η κατανομή σε βαθμίδες και η σύνθεση της δημόσιας εκπαιδευτικής δαπάνης σε κατηγορίες μπορεί να μεταβληθεί σημαντικά - ανάλογα με την κρατική πολιτική που θα ακολουθηθεί τα προσεχή χρόνια (αδράνεια, προσαρμογή ή ευρωπαϊκή σύγκλιση) - καθώς ο αριθμός των μαθητών, των σχολικών μονάδων και των εκπαιδευτικών θα μειώνεται διαρκώς.

Περαιτέρω, επισημαίνεται πως αν παρατηρηθεί αδράνεια από τις εκάστοτε κυβερνήσεις  η δαπάνη ανά μαθητή στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση θα αυξηθεί σωρευτικά κατά 37% μέχρι το 2035 σε σχέση με το 2015. Στο σενάριο της προσαρμογής, η δαπάνη ανά σχολική μονάδα θα αυξηθεί κατά 27% μέχρι το 2035, ενώ η δαπάνη ανά διδάσκοντα κατά 37%. Στην περίπτωση της ευρωπαϊκής σύγκλισης, η δαπάνη ανά διδάσκοντα θα αυξηθεί επίσης κατά 37%.

Αντίστοιχα, με βάση τις προβλέψεις για την εξέλιξη του αριθμού των μαθητών, προβλέπεται μείωση της ιδιωτικής δαπάνης για εκπαίδευση κατά 28% καθώς και μείωση της συνολικής -δημόσιας και ιδιωτικής- εκπαιδευτικής δαπάνης κατά 27%, με αντίστοιχες επιπτώσεις στο σύνολο της οικονομίας και το ΑΕΠ της χώρας.

«Φτωχός συγγενής» η Ελλάδα στην ΕΕ

Μετά από  μια περίοδο σημαντικής αύξησης της τάξης του 15% μεταξύ 2000-2009, οπότε η δαπάνη για την εκπαίδευση εκτινάχθηκε από τα 8,2 στα 9,2 δισ. ευρώ, ακολούθησε μείωση ύψους 7%, με αποτέλεσμα να επανέλθει το 2016 στα επίπεδα του 2003.

Ειδικότερα, η συνολική εκπαιδευτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ κυμάνθηκε (2000-2016) μεταξύ 3,5%-4,6%, καταγράφοντας αύξουσα πορεία από το 2007 ως το 2013, όταν προσέγγισε το 4,6%, ενώ μειώθηκε το 2014-2016 στο 4,3%.

Η συνολική εκπαιδευτική δαπάνη, ως ποσοστό της συνολικής δαπάνης της Γενικής Κυβέρνησης μεταξύ 2000-2016, κυμάνθηκε από 7,4% (το 2008 και το 2013) ως 9,2% (το 2005). Το 2016, ωστόσο,  το ποσοστό αυτό ανήλθε σε 8,6%, στο ύψος δηλαδή που βρισκόταν το 2004.

Η σύγκριση της εκπαιδευτικής δαπάνης στην Ελλάδα με τις άλλες χώρες της Ευρώπης, επισημαίνει η έρευνα του ΙΟΒΕ, έδειξε τη διαχρονική υστέρησή της.

Ειδικότερα, η μελέτη διαπίστωσε ότι η εκπαιδευτική δαπάνη στην Ελλάδα, ως ποσοστό της συνολικής δαπάνης της Γενικής Κυβέρνησης, κυμάνθηκε την εξεταζόμενη περίοδο μεταξύ 7,4% και 9,2%, υστερώντας διαχρονικά έναντι του μέσου όρου των χωρών της ΕΕ, όπου το αντίστοιχο ποσοστό κυμάνθηκε μεταξύ 10,1% και 11.1%. Το 2016 το ποσοστό δαπάνης  στην Ελλάδα (8,6%) ήταν το χαμηλότερο στην Ευρώπη (με εξαίρεση την Ιταλία με 7,9%).

Η συνολική εκπαιδευτική δαπάνη στην Ελλάδα, ως ποσοστό του ΑΕΠ  υπολείπεται, επίσης, διαχρονικά του μέσου όρου της δαπάνης των χωρών της ΕΕ και της Ευρωζώνης την εξεταζόμενη περίοδο.

Τα τελευταία χρόνια, μετά και τη μεγάλη μείωση του ΑΕΠ που σημειώθηκε στη διάρκεια της κρίσης και τη μικρότερη μείωση της εκπαιδευτικής δαπάνης, η συνολική δημόσια εκπαιδευτική δαπάνη στην Ελλάδα, ως ποσοστό του ΑΕΠ (από 4,6% το 2013 έως 4,3% το 2016) είναι μεγαλύτερη από εκείνη χωρών της Νότιας Ευρώπης, όπως της Ισπανίας (με 4,4% το 2010 και 4% το 2016), και της Ιταλίας (4,4% το 2010 έως 3,9% το 2016), και βρίσκεται στο ίδιο περίπου επίπεδο με εκείνη της Γερμανίας (4,4% το 2010 έως 4,2% το 2016). Είναι, όμως, μικρότερη έναντι χωρών της πρώην Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπως της Εσθονίας (5,9%), της Λετονίας (5,5%), της Λιθουανίας (5,2%), της Ουγγαρίας (4,9%), της Πολωνίας (5%), της Κροατίας (4,8), και της Σλοβενίας (5,6%), και των Σκανδιναβικών χωρών.

Περισσότερες δαπάνες για φροντιστήρια και μεταπτυχιακά

Κατακόρυφη ήταν η αύξηση της δαπάνης για φροντιστήρια στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, σύμφωνα με τον ΙΟΒΕ.

Συγκεκριμένα, στους μαθητές δημοτικού, μετά την έναρξη της κρίσης μεγαλύτερη μείωση σημείωσε η δαπάνη για ιδιωτικό σχολείο και ακολούθησε η δαπάνη για ξένες γλώσσες. Η μείωση αυτή, όμως, συνοδεύτηκε από κατακόρυφη αύξηση της δαπάνης για φροντιστήρια στη βαθμίδα αυτή (από 3 εκατ. ευρώ το 2008 σε 11,3 εκατ. ευρώ το 2016), αλλά και σημαντική πτώση της δαπάνης για ιδιαίτερα μαθήματα (από 48 εκατ. ευρώ το 2008 σε 22,6 εκατ. ευρώ το 2016).

«Ανελαστική» χαρακτηρίζεται στην μελέτη η δαπάνη για φροντιστήρια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Παρά τη σημαντική συνολική μείωση που σημειώθηκε στο σύνολο της ιδιωτικής δαπάνης για μαθητές γυμνασίων και λυκείων κατά 730 εκατ. ευρώ (από 1.7 δισ. ευρώ. το 2008 σε 1 δισ. ευρώ το 2016), η δαπάνη για φροντιστήρια και για ιδιαίτερα μαθήματα διατήρησαν το μερίδιο τους στο σύνολο της δαπάνης (με 37% και 20% αντίστοιχα), ενώ αντίθετα οι δαπάνες για ξένες γλώσσες το αύξησαν (από 26% το 2008 σε 30% το 2016) και οι δαπάνες για ιδιωτικό λύκειο το μείωσαν (από 7% το σε 6%). Η δαπάνη για ξένες γλώσσες, καθώς και εκείνες για φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα στη μέση εκπαίδευση, παρά τη συνολική τους μείωση, δείχνουν λιγότερο ελαστικές από τις δαπάνες για ιδιωτικό σχολείο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, συμπεραίνει η μελέτη.

Τέλος, η ιδιωτική δαπάνη για τριτοβάθμια εκπαίδευση, παρά τις διακυμάνσεις που σημειώθηκαν πριν όσο και κατά την διάρκεια της κρίσης, παρουσιάζουν έντονες αυξήσεις (από 3,9% του συνόλου το 2008 σε 9% το 2016), που οφείλονται κυρίως στην αύξηση της ιδιωτικής δαπάνης για μεταπτυχιακές σπουδές.

Οι προκλήσεις μπροστά

Η μελέτη αναλύει τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η εκπαίδευση στην Ελλάδα και η χρηματοδότησή της τα προσεχή χρόνια. Ειδικότερα, τονίζει την ανάγκη για χάραξη εθνικής στρατηγικής για την ανεύρεση πρόσθετων πόρων για την αύξηση της χρηματοδότησής, την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων με στόχο τη βελτίωση της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας της σημερινής δημόσιας δαπάνης, και την αναδιάρθρωσή της με ανακατανομή μεταξύ εκπαιδευτικών βαθμίδων και μεταξύ κατηγοριών δαπάνης (αποζημιώσεις εργαζομένων, υποδομές, λειτουργικές δαπάνες, κοινωνικές παροχές). Επισημαίνει, τέλος, την δυνατότητα μετατροπής των δημογραφικών επιπτώσεων στην δαπάνη εκπαίδευσης σε ευκαιρία «εκπαιδευτικής αναγέννησης» τα προσεχή χρόνια.