Καιρός του σιγάν: Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ για τη σιωπή των μοναστηριών

«Κι έπειτα από κάποιο διάστημα κανείς φτάνει σε μία κατάσταση ηρεμίας που στον συνηθισμένο κόσμο είναι αδιανόητη».
Open Image Modal
Καππαδοκία
Anton Petrus via Getty Images

«Αυτό το βιβλιαράκι με τον τόσο όμορφο τίτλο από τον Εκκλησιαστή εκδίδεται για πρώτη φορά στα ελληνικά. Αν τα μεγαλύτερα ταξιδιωτικά βιβλία του Φέρμορ είναι μπαρόκ καθεδρικοί ναοί, λαμπρά και βαριά στολισμένοι με κάθε λογής πληροφορίες και περιγραφές, ο Καιρός του σιγάν, όπως ταιριάζει στον τίτλο του και στο θέμα του, είναι ένα πιο λιτό αλλά περίτεχνο παρεκκλήσι, όπου μας καλεί ο Φέρμορ να αφουγκραστούμε τη σιγή του μοναστικού βίου», σημειώνει ο Μιχάλης Μακρόπουλος, μεταφραστής του βιβλίου «Καιρός του σιγάν. Στη Σιωπή των Μοναστηριών, Βόρεια Γαλλία - Καππαδοκία» του Πάτρικ Λη Φέρμορ (εκδόσεις Μεταίχμιο).

Και προσθέτει: «Με περιγραφική δεινότητα, ιστοριογνωσία και οξυδερκή παρατήρηση και ενδοσκόπηση, μας μεταφέρει τη ζωή ενός μοναχού μέσα στη σιωπή και την προσευχή, όπως τη νιώθει ο ίδιος ο συγγραφέας, ένας φιλοξενούμενος στα μοναστήρια για λίγες εβδομάδες, και μάλιστα άπιστος, που όμως στέκεται απέναντι σε τούτη τη ζωή με σεβασμό, απορία και δέος».

Από τα αβαεία στη βόρεια Γαλλία ως τα επιβλητικά μοναστήρια στους βράχους της Καππαδοκίας, ο Πάτρικ Λη Φέρμορ, o περιηγητής, ο φιλέλληνας, ο λόγιος, ο κοσμοπολίτης, ο ζωγράφος, ο συναρπαστικός «Πάντι» περιγράφει την αυστηρή στοχαστική ζωή των μοναχών και την άχρονη ομορφιά του μοναστικού τους περιβάλλοντος. Στα περιστασιακά αποτραβήγματά του από τον κόσμο, ο κορυφαίος ταξιδιωτικός συγγραφέας αποτυπώνει αβίαστα τη γαλήνια μοναξιά και τη γοητεία των μοναστηριών ως μια αναπάντεχη υπερφυσική ευλογία.

Open Image Modal

«… Όμως πιο σημαντική ήταν η ανακάλυψη μιας ικανότητας για μοναξιά και (σε ένα ταπεινό έστω επίπεδο, σε σύγκριση με σύγκριση με αυτό των περισσοτέρων που καταφεύγουν σε μοναστήρια) για τη γαλήνη και την καθαρότητα του πνεύματος, που συνοδεύουν τον σιωπηλό μοναστικό βίο. Διότι, στην απομόνωση ενός κελιού -μια ύπαρξη της οποίας την ησυχία ποικίλλουν μονάχα τα σιωπηλά γεύματα, η επισημότητα του τελετουργικού και οι μακροί μοναχικοί περίπατοι στα δάσος-, τα ταραγμένα νερά του νου γίνονται γαλήνια και καθάρια, και πολλά πράγματα που είναι κρυμμένα, κι όλα αυτά που τα θολώνουν, ανεβαίνουν στην επιφάνεια και μπορούν να ξαφριστούν. Κι έπειτα από κάποιο διάστημα κανείς φτάνει σε μία κατάσταση ηρεμίας που στον συνηθισμένο κόσμο είναι αδιανόητη. Είναι τόσο διαφορετική αυτή από οποιαδήποτε κοινή εμπειρία, που κάνει τον ξένο να υποψιάζεται ότι τον βρήκε ένα αναπάντεχο υπερφυσικό καλό (σε πείσμα της αντίστασης ή του σκεπτικισμού του απέναντι στην πίστη, ή της αδυναμίας του απλώς να πιστέψει), ή ένα ασυνείδητα ιδιοποιημένο μερίδιο στην πνευματική δραστηριότητα που λαμβάνει χώρα αδιάκοπα στα μοναστήρια...», γράφει ο Λη Φέρμορ στην εισαγωγή του βιβλίου το οποίο είχε αφιερώσει στη μητέρα του.

Από τις μονές της Δυτικής Χριστιανοσύνης, το αβαείο του Σεν Βαντρίλ Ντε Φοντανέλ κι από το Σολέμ στο Λα Γκραντ Τραπ, ο συγγραφέας ταξιδεύει στα απόκοσμα μοναστήρια και τους βράχους της γεμάτης θρύλους Καππαδοκίας, σημειώνοντας ότι η χρονολογία των εκκλησιών συμπίπτει σχεδόν ακριβώς με την πρώτη εμφάνιση και εξάπλωση των Σελτζούκων Τούρκων στη Μικρά ΑσίαΗ Καππαδοκία, στους ειδωλολατρικούς χρόνους, ήταν φημισμένο καταφύγιο των ζωροαστριστών. Άραγε, αναζήτησαν και οι χριστιανοί καταφύγιο εδώ, για να ξεφύγουν από τους νιόφερτους βάρβαρους;

Open Image Modal
Το παρεκκλήσι της Αγίας Αικατερίνης. Καππαδοκία, 11ος αιώνας.
istanbulimage via Getty Images

«Οι τρεις μέρες του ταξιδιού στη Μικρά Ασία, από την Κωνσταντινούπολη μέσω της Προύσας και της Άγκυρας ως την αρχαία Καισάρεια, ήταν μία διαδρομή προς τα πίσω έως έναν απόμακρο και άχρονο κόσμο. Τα υψίπεδα της Ανατολίας, που έχουν χρώμα σαν του λέοντος, έδειχναν βιβλικά και έρημα. […] Οι εκκλησίες είναι δεκάδες και τα γειτονικά ερημητήρια πλήθη. Κάθε δεύτερος κώνος έχει σκαφτεί σε θαλάμους όμοιους με κυψέλες, ώσπου μερικές φορές, να γίνει κούφιος από τη βάση ως την κορυφή σαν σάπιο δόντι. Πού και πού το σκοτεινό εσωτερικό έχει μέγεθος μικρού καθεδρικού ναού. Περιστασιακά, εκεί που ο βράχος είναι λεπτός, οι εύθραυστες πλευρές έχουν πέσει, εκθέτοντας στον ανοιχτό αέρα τους ζωγραφισμένους προφήτες και αγγέλους». 

Πέρα από τις εξαιρετικές περιγραφές και τις πληροφορίες, ο Πάντι αναφέρεται σε μία «κατάσταση ηρεμίας που στον συνηθισμένο κόσμο είναι αδιανόητη» -που επί της ουσίας διαπερνά το βιβλίο, ανεξαρτήτως γεωγραφίας. Αν υπολογίσει κανείς ότι το A time to keep silence, όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος, εκδόθηκε πρώτη φορά το μακρινό 1957, υποθέτει τι θα έγραφε σήμερα αναζητώντας τον χώρο και τον χρόνο για σιγή και ενδοσκόπηση.