Madrugada: Η Ελλάδα για εμάς είναι η σημαντικότερη χώρα μετά την δική μας!

Ο Sivert Hoyem, o (ξανά) τραγουδιστής των Madrugada μιλάει πριν τη συναυλία τους στη χώρα μας.
Open Image Modal
Rune Hellestad - Corbis via Getty Images

Οι Madrugada σχηματίστηκαν το 1993 σε μια μικρή πόλη της Νορβηγίας από τον τραγουδιστή Sivert  Høyem, τον κιθαρίστα Robert  Burås και τον μπασίστα Frode  Jacobsen. Αφού προστέθηκε και ο ντράμερ Jon Lauvland Pettersen πρόλαβαν να κυκλοφορήσουν τον πρώτο δίσκο τους «Industrial  Silence» ακριβώς στο τέλος του εικοστού αιώνα, δηλαδή το 1999. Η επιτυχία του ήταν άμεση, πρώτα φυσικά στη Νορβηγία και μετά σε αρκετές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, για πρώτη φορά νορβηγικού συγκροτήματος που δεν ανήκε στην πολυμελή και κραταιά black  metal σκηνή αυτής της χώρας. Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα αυτό συνέβη στην Ελλάδα και για αυτό ήταν μια από τις πρώτες στις οποίες εμφανίστηκαν ζωντανά οι  Madrugada  όταν άρχισαν να περιοδεύουν και εκτός της δικής τος. Αυτό θεμελίωσε την πολύ ισχυρή σχέση του κοινού της χώρας μας με το συγκρότημα η οποία θα γινόταν ισχυρότερη και βαθύτερη στο πέρασμα του χρόνου.

Ακολούθησαν άλλα τρία albums, το ’01, ’02 και ’05, καθένα κάνοντας πιο ώριμο το λιτό, επηρεασμένο από το blues αλλά ταυτόχρονα και με μια απόλυτα σύγχρονη, όχι του προηγούμενου αλλά του τωρινού αιώνα, προσέγγιση και συνολική αίσθηση και δικαίως πλέον επιτυχημένο, τόσο στη Νορβηγία όσο και στο εξωτερικό. Η αγάπη του εγχώριου κοινού για αυτούς επίσης ολοένα αυξανόταν και για αυτό πραγματοποιούσαν συναυλίες στην Ελλάδα σχεδόν κάθε χρόνο, ακόμα και εκτός του πλαισίου γενικότερης περιοδείας. Γιατί οι ζωντανές εμφανίσεις ήταν εξαρχής και όλο και περισσότερο το μεγάλο ατού των Madrugada. Σε αυτές ήταν που αναδεικνυόταν ο βασικός αλλά και υποβλητικός ήχος των τραγουδιών τους αλλά βέβαια και η ερμηνεία του  Sivert  Høyem  ο οποίος εξελισσόταν σταθερά σε έναν πολύ σπουδαίο τραγουδιστή με πολλές εκφραστικές δυνατότητες και κυρίως μεγάλα συναισθηματικό βάθος. Γνωρίζοντας πολύ καλά και οι ίδιοι την σημασία των συναυλιών τους που «ζύμωναν» την σχέση τους με το κοινό στη χώρα τους και οπουδήποτε αλλού κυκλοφόρησαν, επίσης το ’05, ένα live  album.

Τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να πηγαίνουν καλύτερα για αυτούς, τόσο συνολικά όσο και ατομικά. Αμφότεροι της βασικής δημιουργικής δυάδας των τραγουδιών τους δηλαδή είχαν ήδη αρχίσει να έχουν και προσωπικές δραστηριότητες, ο Sivert Høyem κυκλοφόρησε το πρώτο προσωπικό album του το ’04 και ο Robert Burås σχημάτισε τους My  Midnight Creeps  στους οποίους δεν ήταν μόνο κιθαρίστας αλλά και τραγουδιστής και κυκλοφόρησαν δύο albums, το ’05 και το ’07. Ενώ όμως ηχογραφούσαν τον επόμενο δίσκο τους ο Robert  Burås βρέθηκε νεκρός με την κιθάρα του στα χέρια, στο σπίτι του τον Ιούλιο του ’07, λίγο πριν συμπληρώσει τα τριάντα δύο χρόνια του και από αίτια που, επισήμως τουλάχιστον, δεν διευκρινίστηκαν ποτέ.

Συγκλονισμένοι από τον θάνατο του φίλου και κιθαρίστα τους τα άλλα δύο ιδρυτικά μέλη, ο  Sivert  Høyem και ο  Frode  Jacobsen,  αποφάσισαν να ολοκληρώσουν την ηχογράφηση του δίσκου και στη συνέχεια να διαλυθούν. Το πέμπτο και ύστατο album των Madrugada με – συμβολικά ίσως – τίτλο απλά το όνομα τους κυκλοφόρησε στις αρχές του ’08 και μετά από μια τελευταία επίσης ευρωπαϊκή και βέβαια νορβηγική περιοδεία η οποία κατέληξε σε μία θριαμβευτική συναυλία στο Όσλο τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς η πιθανότατα πρώτη μεγάλη rock μπάντα του εικοστού πρώτου αιώνα πέρασε οριστικά στην Ιστορία.

Open Image Modal
Photo: Knut Åserud

Οχι μόνον η φωνή αλλά αναμφίβολα και το «πρόσωπο» του συγκροτήματος ο Sivert  Høyem απλά συνέχισε την προσωπική διαδρομή που ήδη είχε αρχίσει. Ο γιος ενός καθηγητή δασοκομίας και μίας πολιτικού καριέρας (!) που σπούδασε Ιστορία πριν αφοσιωθεί στην μουσική έχει κυκλοφορήσει μέχρι τώρα έξι albums (το δεύτερο από αυτά, το ’06, μαζί με το γκρουπ Volunteers που σχημάτισε για μικρό διάστημα) με πιο πρόσφατο το «Lioness» του ’16. Η προοδευτική ωρίμανση του στους Madrugada συνεχίζεται και σε αυτά, όχι μόνον ερμηνευτικά αλλά και συνθετικά, ακόμα και στιχουργικά, καθώς μπορεί οι εμπνεύσεις για τα τραγούδια του να εξακολουθούν να προέρχονται από προσωπικά βιώματα του αλλά τις αποτυπώνει και τις εκφράζει με έναν τρόπο όλο και πιο ουσιωδώς ουμανιστικό, αφορώντας έτσι ένα σταθερά αυξανόμενο ακροατήριο και πρακτικά γνωρίζοντας όλο και μεγαλύτερη επιτυχία.

Περιττό ίσως να πω ότι με την ίδια και ίσως μεγαλύτερη γεωμετρική πρόοδο αυξάνεται η αγάπη του ελληνικού κοινού προς εκείνον και αντίστοιχα η απήχηση του στο τελευταίο. Δεν είναι συμπτωματικό ότι την τελευταία περίπου επταετία επισκέπτεται ανελλιπώς κάθε χρόνο την χώρα μας, ανεξάρτητα από το αν έχει καινούριο δίσκο να παρουσιάσει, για συναυλίες όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις. Αποκορύφωμα φυσικά οι δύο τελικά (καθώς η πρώτη έγινε πολύ σύντομα sold out, πράγμα που τελικά συνέβη και με την δεύτερη) εμφανίσεις του στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού το φθινόπωρο του ’16 οι οποίες αποτυπώθηκαν στο «Live  At  Acropolis» που κυκλοφόρησε σε CD μα και DVD την επόμενη χρονιά. 

Τα τελευταία πέντε περίπου χρόνια πριν από κάθε επίσκεψη του στην Ελλάδα συμβαίνει να του παίρνω μία συνέντευξη, τηλεφωνική και ενώ βρίσκεται στο σπίτι του στο Όσλο. Γνωριστήκαμε και προσωπικά πριν τις συναυλίες του στο Ηρώδειο σε μία χαλαρή βραδινή συγκέντρωση για λίγους με ποτό και αρκετή συζήτηση και μπορώ να πω ότι η σχέση μας έχει αρχίσει πια να ξεφεύγει λίγο από το πλαίσιο αυτής του δημοσιογράφου – συνεντευξιαζομένου και να αποκτά μια πιο ανθρώπινη, αν όχι υπό τις συνθήκες φιλική διάσταση. Για αυτό και δεν μπόρεσα να μην αντιληφθώ αμέσως ότι, παρότι το ίδιο ίσως απόμακρη επιφανειακά αλλά ζεστή και ανθρώπινη όπως πάντα, η φωνή του είχε έναν σαφώς διαφορετικό τόνο από τις προηγούμενες φορές στην τελευταία συνέντευξη μας προ δύο περίπου εβδομάδων. Δεν ήταν καθόλου παράξενο καθώς η αιτία και οι συνθήκες που μου παραχωρούσε αυτή την συνέντευξη ήταν επίσης πολύ διαφορετική από όλες τις προηγούμενες.

Γιατί αυτό που είχε μεσολαβήσει ανάμεσα σε αυτή και την προηγούμενη συνέντευξη μας ήταν ότι ήδη από πέρυσι το καλοκαίρι ο  Sivert  Høyem  και ο Frode  Jacobsen είχαν ανακοινώσει ότι, μαζί με τον αρχικό ντράμερ τους Jon Lauvland  Pettersen  που είχε αποχωρήσει από την μπάντα το ’02 και έκτοτε απείχε εντελώς από οποιαδήποτε μουσική δραστηριότητα έχοντας μάλιστα μετοικήσει σε μιαν απομακρυσμένη ορεινή μικρή πόλη, επρόκειτο σύντομα να αρχίσουν πρόβες με σκοπό μιαν ευρωπαϊκή περιοδεία των Madrugada εφέτος!

Open Image Modal
Photo: Knut Åserud

Όπερ και εγένετο, μετά από μια σειρά προβών σε μιαν επίσης απομακρυσμένη ορεινή περιοχή στο τέλος του ΄18, αρχικά μόνον οι τρεις τους, με τον Høyem να παίζει και κιθάρα πολύ περισσότερο από όσο είχε παίξει ποτέ στη σκηνή ή και σε δίσκους των Madrugada και σιγά – σιγά να προστίθενται και άλλοι αναγκαίοι μουσικοί για να τους πλαισιώσουν, η περιοδεία ξεκίνησε όπως ακριβώς είχε λήξει η τελευταία τους, με δύο άκρως εντυπωσιακές συναυλίες στο Όσλο και βρίσκεται εν εξελίξει. Προφανώς βέβαια περιλαμβάνει και την χώρα μας με support, ειδικά για αυτήν, τον Αμερικανό τραγουδοποιό και ερμηνευτή Luke  Elliot. 

Open Image Modal
Knut Aserud

 

Οι φίλοι/ες τους στη Θεσσαλονίκη είναι πιο τυχεροί καθώς μετά από διαδοχικά sold outs και αντίστοιχες μεταφορές χώρων ο τελευταίος για την συναυλία της Παρασκευής 5 Απριλίου είναι η PAOK  Sports  Arena (πιο απλά το γήπεδο του ΠΑΟΚ δηλαδή) και έτσι υπάρχουν ακόμα μερικά εισιτήρια αν και ομολογουμένως καλό είναι οι ενδιαφερόμενοι/ες να βιαστούν λίγο. Αντίθετα στην Αθήνα, αφού η εμφάνιση τους την Κυριακή 7 Απριλίου στο Κλειστό Γήπεδο Π. Φαλήρου (Tae  Kwon  Do) έγινε sold out σε χρόνο ρεκόρ προστέθηκε και δεύτερη την επομένη, Δευτέρα 8 Απρλίου και στον ίδιο χώρο, η οποία επίσης όμως κοντεύει να είναι sold out και έτσι όσοι/ες θέλουν να τους παρακολουθήσουν θα πρέπει να βιαστούν ακόμα περισσότερο από τους Θεσσαλονικείς!

Πυρήνας του υλικού αυτής της περιοδείας των Madrugada είναι το εμβληματικό ντεμπούτο τους «Industrial  Silence», διόλου συμπτωματικά βέβαια αφού εφέτος συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από την κυκλοφορία του, το οποίο παίζουν στην ολοκληρία του μαζί βέβαια και με επιλογές από τα υπόλοιπα albums τους.

Τα τρία αυθεντικά μέλη συμπληρώνουν στη σκηνή ένας πιανίστας/κιμπορντίστας και δύο κιθαρίστες που αμφότεροι παίζουν επίσης και keyboards έτσι ώστε η συναυλιακή σύνθεση τους να είναι πια σεξτέτο.

Open Image Modal

Ο σαραντατριάχρονος λοιπόν πλέον Sivert  Høyem δεν μου μιλούσε κατά την διάρκεια της σύντομης τηλεφωνικής συνέντευξη μας ως ένας εξαίρετος τραγουδοποιός και ερμηνευτής όπως στις προηγούμενες αλλά σαν ο τραγουδιστής και «πρώτος μεταξύ ίσων» των Madrugada, ενός συγκροτήματος που σηματοδότησε – και πιθανόν επίσης νοηματοδότησε – όσο ελάχιστα άλλα το rock της πρώτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα.

Open Image Modal
Photo: Knut Åserud

Ποιο το κίνητρο για να επανενωθείτε και στη συνέχεια να πραγματοποιήσετε αυτή την περιοδεία;

Το βασικό κίνητρο, πριν και πάνω από όλα, για όλους μας ήταν να συναντήσουμε ξανά και μετά να παίξουμε πάλι μαζί με κάποιους παλαιούς, αγαπημένους φίλους. Έχουμε να θυμόμαστε τόσα πολλά, είχαμε μοιραστεί τόσες εμπειρίες όταν ξεκινούσαμε..και δεν μπορούμε να μιλήσουμε με κανέναν άλλο για όλα αυτά αφού μόνον εμείς τα βιώσαμε. Προφανώς λοιπόν οι πρώτες συναντήσεις και ιδιαίτερα η πρώτη φορά που βρεθήκαμε πάλι μαζί στο στούντιο ήταν πάρα πολύ φορτισμένες συναισθηματικά. Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν είχαμε ιδέα τι θα συμβεί, αν το πράγμα δεν πήγαινε καλά, δεν λειτουργούσε, θα μέναμε σε εκείνη την πρώτη και μοναδική πρόβα. Ομως σχεδόν από την πρώτη στιγμή η μεταξύ μας χημεία ως μουσικών ήταν και πάλι εκεί, σα να μην είχε περάσει μία ημέρα και όχι δέκα χρόνια, δέκα έξι μάλιστα στην περίπτωση του ντράμερ μας, του Jon, από την τελευταία φορά που παίξαμε μαζί. Με κάθε διαδοχικό τραγούδι αυτό γινόταν όλο και πιο έντονο και έτσι συνεχίσαμε, ήδη στο τέλος της πρόβας αρχίσαμε να συζητούμε για μια περιοδεία.

Δεν ήταν αισθητή η απουσία του Robert;

Ηταν δυνατόν να μην είναι; Αυτός όμως τελικά ήταν και ένας ακόμα πολύ σοβαρός λόγος για να το κάνουμε, το τραύμα από τον θάνατο του μας έκανε να διαλύσουμε την μπάντα ενώ θα μπορούσαμε να τον αντικαταστήσουμε και να συνεχίσουμε, ήμασταν στην καλύτερη στιγμή μας από εμπορικής πλευράς. Ο μοναδικός ίσως τρόπος λοιπόν για να το ξεπεράσουμε επιτέλους ήταν να παίξουμε και πάλι μαζί. Άλλωστε πιστεύω ότι, αν μπορούσε να μας μιλήσει ο ίδιος από όπου και αν βρίσκεται, το μόνο που θα μας έλεγε ήταν «γιατί καθυστερήσατε τόσο πολύ να το κάνετε;». (θλιμμένο γέλιο)

Γιατί επιλέξατε το «Industrial Silence» ως κορμό του ρεπερτορίου της περιοδείας;

Κάθε μπάντα και κάθε μουσικός είναι συναισθηματικά δεμένος με το ντεμπούτο του ακριβώς γιατί είναι ο πρώτος δίσκος του, ο ενθουσιασμός της πρώτης φοράς δεν επαναλαμβάνεται ποτέ. Επίσης ήταν και εξακολουθεί να είναι από τα πιο αγαπημένα albums μας για το κοινό. Η επέτειος της εικοσαετίας από την κυκλοφορία του ήταν βέβαια η τελική αφορμή για να το αποφασίσουμε.

Είναι και προσωπικά ο πιο αγαπημένος σου από τους δίσκους σας;

Είμαι υπερήφανος για οτιδήποτε κάναμε με τους Madrugada, πριν από όλα γιατί όλο το έργο μας ΄άντεξε την δοκιμασία του χρόνου. Στο δεύτερο album μας για παράδειγμα υπάρχουν μερικά θαυμάσια τραγούδια. Ομως – και όχι απλά επειδή είναι το πρώτο μας – το «Industrial Silence» έχει ιδιαίτερη σημασία για εμένα αλλά μαζί με το τελευταίο. Χωρίς να υποτιμώ κανέναν από τους υπόλοιπους δίσκους μας αγαπώ περισσότερο τον πρώτο και τον τελευταίο.

Τι αισθάνεσαι, πως είναι το να ερμηνεύεις ξανά αυτά τα τραγούδια μετά από τόσο καιρό; Είναι σα να επισκέπτεσαι στιγμιότυπα από το παρελθόν σου;

Πριν από όλα, όπως προανέφερα, νιώθω υπερηφάνεια για το πόσο καλά τραγούδια είναι! Σίγουρα μπορώ να αισθανθώ ό,τι αισθανόμουν όταν τα ερμήνευα τότε ή έστω να καταλάβω γιατί το αισθανόμουν. Ομως και καθαρά μουσικά, παίζοντας τα πάλι μετά από τόσα χρόνια, βλέπουμε πλευρές τους που ήταν αθέατες ακόμα και για εμάς τους ίδιους τότε και μπορούμε να τις αναδείξουμε τώρα. Διαπιστώνουμε για παράδειγμα ότι συχνά τα αδικούσαμε προσπαθώντας να τα κάνουμε όσο πιο «rock» ήταν δυνατόν, πολύ περισσότερο από όσο ήταν στην πραγματικότητα. Αυτή τη φορά «βυθιζόμαστε» πολύ περισσότερο στις μελωδίες τους και δίνουμε έμφαση σε αυτές αφήνοντας τα τραγούδια να «ρέουν» ελεύθερα, με τον δικό τους χρόνο και πολύ πιο ατμοσφαιρικά από όσο τα παίζαμε τότε.

Και τα υπόλοιπα που παίζατε;

Μια επιλογή μεταξύ των πλέον αγαπημένων μας. Είναι τόσα πολλά ώστε κάποια αναγκαστικά έπρεπε να μείνουν εκτός... 

Μπήκες καθόλου στον πειρασμό να συμπεριλάβεις και κάποια δικά σου τραγούδια;

Ούτε καν το σκέφτηκα…Οχι μόνον επειδή τα έχω παίξει πολλές φορές αλλά κυρίως γιατί ανήκουν σε άλλη εποχή και άλλες συνθήκες, σε μία εντελώς διαφορετική κατάσταση. Η περιοδεία αυτή είναι των Madrugada και ανήκει μόνο στους Madrugada!

Πώς νιώθετε για τις συναυλίες στην Ελλάδα; Θα έχουν κάτι διαφορετικό από τις υπόλοιπες της περιοδείας;

Δεν χρειάζεται νομίζω να πω ότι η αγάπη του κοινού στη χώρα σας, το πόσο πολύ μας αγκάλιασε ήδη από την αρχή καθιστούν την Ελλάδα την πιο σημαντική χώρα για εμάς μετά την δική μας, γεγονός άλλωστε που ισχύει και για την προσωπική διαδρομή μου. Για τις συναυλίες εκεί θα συμπεριλάβουμε και μερικά τραγούδια που δεν τα παίζουμε στην υπόλοιπη περιοδεία αλλά ξέρουμε πόσο τα αγαπά το ελληνικό κοινό και για αυτό δεν μπορούμε να μην τα παίξουμε. Έχουμε στο πρόγραμμα να αρχίσουμε να τα προβάρουμε άμεσα ώστε να είμαστε έτοιμοι όταν θα έρθουμε.

Open Image Modal
Photo: Knut Åserud

Θα υπάρξει συνέχεια και μετά την περιοδεία; Βλέπεις ας πούμε την πιθανότητα να υπάρξει ένας νέος δίσκος των Madrugada;

Οταν αρχίσαμε τις πρόβες δεν ξέραμε καν αν θα προκύψει οτιδήποτε από αυτές και αυτό εξακολουθεί να ισχύει, βλέποντας και κάνοντας, ένα βήμα κάθε φορά. Προς το παρόν προέκυψε ένα καινούριο τραγούδι, to «Half-Light», γραμμένο ειδικά για το soundtrack της ταινίας «Amundsen», μιας κινηματογραφικής βιογραφίας του θρυλικού εξερευνητή των Πόλων Ρόαλντ Άμουδσεν που για τη Νορβηγία είναι κάτι ως εθνικός μας ήρωας. Οτιδήποτε άλλο έρθει θα έρθει αυθόρμητα και επειδή πρέπει να έρθει, όπως συνέβαινε πάντα με τους Madrugada…

Και όταν θα ξανακούμε ζωντανά το «Industrial Silence» κάποιοι τουλάχιστον από εμάς θα σκεφτόμαστε πόσο προφητικός – έστω και αν δεν το συνειδητοποιούσαν ούτε οι ίδιοι - ήταν τελικά ο τίτλος του καθώς είκοσι χρόνια αργότερα η εφ’ όλης της ύλης σιωπή για όσα βλάπτουν και πληγώνουν τους ανθρώπους έχει επικρατήσει τόσο στον ευρωπαϊκό βιομηχανικό βορρά όσο και στον φτωχότερο και λιγότερο ανεπτυγμένο νότο...