Μετά το ΝΑΤΟ: η νέα ευρωπαϊκή συλλογική αν-ασφάλεια

Ο ρόλος της Γαλλίας, οι συσχετισμοί δυνάμεων, τάση στρατιωτικοποίησης της ευρωπαϊκής εσωτερικής ασφάλειας και του προσφυγικού/μεταναστευτικού ζητήματος.
Open Image Modal
France's President Emmanuel Macron holds a news conference at the end of the NATO summit in Watford, Britain, December 4, 2019. REUTERS/Christian Hartmann
Christian Hartmann / Reuters

Μια φράση του Εμανουέλ Μακρόν στην πολύκροτη συνέντευξη που παραχώρησε στον Economist προκάλεσε μια μίνι κρίση στη Σύνοδο Κορυφής του Λονδίνου για την 70ή επέτειο από την ίδρυση του ΝΑΤΟ και απείλησε να χαλάσει το πανηγυρικό κλίμα: ο Γάλλος πρόεδρος είχε δηλώσει ότι «το ΝΑΤΟ είναι εγκεφαλικά νεκρό», θέλοντας –με μια δόση υπερβολής ίσως– να υπογραμμίσει το επιχείρημά του ότι το δόγμα της συλλογικής άμυνας της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας δεν είναι πλέον επαρκές μέσο διασφάλισης της ευρωπαϊκής ασφάλειας, κατάλληλο για τις νέες προκλήσεις του 21ου αιώνα. Η φράση αυτή του Μακρόν, σε συνδυασμό με την εκπεφρασμένη άποψή του ότι η Ρωσία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εχθρός, έφερε και πάλι στην επιφάνεια την κρίση ταυτότητας που περνάει το ΝΑΤΟ από τη λήξη του Ψυχρού πολέμου, ως μια συμμαχία χωρίς ξεκάθαρη αποστολή. Αυτό εξηγεί τόσο την ένταση με την οποία επιτέθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ στον Μακρόν στο Λονδίνο όσο και τη θέρμη με την οποία οι σύμμαχοι έσπευσαν να επιβεβαιώσουν την αφοσίωσή τους στο ΝΑΤΟ – σε διακηρυκτικό τουλάχιστον επίπεδο. 

Για τη θέση του Μακρόν υπάρχουν πολλές ερμηνείες. Μπορεί κανείς να θυμηθεί, για παράδειγμα, ότι το ΝΑΤΟ ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές στις τάξεις της πολιτικής ελίτ της Γαλλίας, αρχίζοντας με τον ίδιο το στρατηγό Ντε Γκολ. Εξάλλου, το ίδιο το Μέγαρο των Ηλυσίων έσπευσε να διαβεβαιώσει ότι η θέση του δεν είναι ότι το ΝΑΤΟ πρέπει να αντικατασταθεί ούτε ότι οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι πρέπει να αποστασιοποιηθούν από την αμερικανική υπερδύναμη και να αναζητήσουν την αμυντική τους αυτονομία – κάτι που εντούτοις έχει υπάρξει αντικείμενο συζήτησης στον (ατέρμονο) ευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο υπό τον τίτλο «Πού πηγαίνει η Ευρώπη». Μάλλον, διευκρίνισε ο Μακρόν, αυτό που πρέπει να απασχολεί την Ευρώπη είναι πώς θα αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης για τη δική της ασφάλεια, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Μια θέση που καταρχήν δεν θα έβρισκε αντίθετο ούτε τον Τραμπ, ο οποίος επανειλημμένα έχει στραφεί κατά των Ευρωπαίων συμμάχων, που «εκμεταλλεύονται την αμερικανική ασπίδα προστασίας, χωρίς να πληρώνουν τα οφειλόμενα». 

Ανεξάρτητα από την άποψη που μπορεί να έχει κανείς για τον Μακρόν και τα κίνητρά του, γεγονός παραμένει ότι οι διαπιστώσεις του σχετικά με τη βιωσιμότητα της Συμμαχίας έχουν βάση. Είναι αλήθεια ότι το ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ απλά δεν υπάρχει. Το χάσμα που χωρίζει τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνατότητες από εκείνες όλων των άλλων συμμάχων μαζί είναι μεγαλύτερο από ποτέ και καμία ευρωπαϊκή χώρα (με πρώτη τη Γερμανία) δεν δείχνει διατεθειμένη να θυσιάσει πολύτιμο πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο για να το καλύψει. Είναι επίσης αλήθεια ότι ήδη από την εποχή του Ομπάμα οι ΗΠΑ έχουν απομακρυνθεί από την Ευρώπη, εστιάζοντας όλο και περισσότερο στην περιοχή του Ειρηνικού και στην αναδυόμενη κινεζική υπερδύναμη. Η αμερικανική απόπειρα να στρέψει το ΝΑΤΟ δυνητικά εναντίον της Κίνας δεν έχει προοπτικές επιτυχίας, κάτι που γνωρίζουν καλά πρώτοι οι ίδιοι οι Αμερικανοί. 

Η Βρετανία μετά το Brexit και την επικράτηση του Μπόρις Τζόνσον θα επιταχύνει την ολική της ενσωμάτωση στην αμερικανική σφαίρα επιρροής. Η Τουρκία ακολουθεί την αυτονομημένη πολιτική ενός κράτους που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως περιφερειακή δύναμη και υπακούει μόνο στο δίκαιο της ισχύος, μια πολιτική διόλου συμβατή με τις «συμμαχικές προτεραιότητες», χωρίς όμως να τολμά κανείς να την εκδιώξει από το ΝΑΤΟ (και ορθώς). Όσο για τη Ρωσία, μπορεί να είναι ανάθεμα για τις βαλτικές και κεντροευρωπαϊκές χώρες, όμως οι ηπειρωτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία) δεν δείχνουν να μοιράζονται τους φόβους τους, ούτε είναι πολύ πιθανό ότι θα πήγαιναν σε πόλεμο με τη Ρωσία για να σώσουν το Ταλίν ή τη Ρίγα από μια υποθετική (και μάλλον απίθανη) ρωσική εισβολή. 

Ίσως η ορθότερη ερμηνεία της θέσης του Μακρόν είναι ότι ο Γάλλος πρόεδρος απλώς κάνει τη δουλειά του: προσπαθεί να εξυπηρετήσει τα στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα της Γαλλίας – ή μάλλον της γαλλικής άρχουσας τάξης, γιατί η γαλλική κοινωνία δεν φαίνεται να είναι και τόσο ικανοποιημένη με την απόδοσή του, αν κρίνει κανείς από τις κινητοποιήσεις κατά του νέου συνταξιοδοτικού νόμου που προωθεί η κυβέρνηση.

Η Γαλλία έχει ερμηνεύσει (κοντόφθαλμα) το Brexit ως μια ευκαιρία για να αυξήσει το ειδικό της βάρος στις ευρωπαϊκές υποθέσεις έναντι της Γερμανίας. Ο τρόπος για να το πετύχει είναι να δοθεί μεγαλύτερο βάρος εντός της ΕΕ στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας, εκεί που η Γαλλία θεωρεί ότι οι γαλλικές ένοπλες δυνάμεις και η γαλλική αμυντική βιομηχανία υπερτερούν. Η Γαλλία, από τις μεγαλύτερες χώρες εξαγωγής όπλων παγκοσμίως ούτως ή άλλως, υπήρξε η κατεξοχήν υπέρμαχος πρωτοβουλιών όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας, πάντα υπό το μανδύα της «ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ασφάλειας». Ο ίδιος ο Μακρόν επιδίωξε συστηματικά –και πέτυχε– να κρατήσει η Γαλλία το χαρτοφυλάκιο της εσωτερικής αγοράς, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι αμυντικές επενδύσεις, στη νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν (πρώην υπουργού Άμυνας της Γερμανίας). Όντως, ο νέος Γάλλος επίτροπος Τιερί Μπρετόν είναι εκλεκτό μέλος της γαλλικής επιχειρηματικής ελίτ. Αυτή η πολιτική, που ασφαλώς και δεν είναι μόνο γαλλική, «δένει» με τη γενική τάση στρατιωτικοποίησης της ευρωπαϊκής εσωτερικής ασφάλειας και του προσφυγικού/μεταναστευτικού ζητήματος. Δεν προοιωνίζεται όμως τίποτε θετικό για το μέλλον της Ευρώπης, ούτε φυσικά έχει σχέση με την πραγματική ευρωπαϊκή ασφάλεια.

 

* Του Γιάννη Γούναρη, Δικηγόρου, LLM London School of Economics, Διδάκτορα Νομικής ΕΚΠΑ - Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο 27ο Δελτίο Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του ΕΝΑ, που δημοσιεύεται στο www.enainstitute.org