Ο Fuad Kavur θυμάται τον Χατζιδάκι

Ο σκηνοθέτης και παραγωγός κινηματογράφου και όπερας στη Βρετανία, παρουσιάζει τις αναμνήσεις του από τον κορυφαίο Ελληνα συνθέτη, που πέθανε σαν σήμερα, πριν από 25 χρόνια.
Open Image Modal
Youtube

Το 1984 έκανα την ταινία, Memed Γεράκι μου, βασισμένη στο έργο του Τούρκου συγγραφέα και υποψήφιου για Νόμπελ, Yasar Kemal. Πρωταγωνιστής ήταν ο Sir Peter Ustinov μαζί με τους Herbert Lom, Leonie Mellinger και τον πρωτοεμφανιζόμενο Bρετανό ηθοποιό, Simon Dutton. H πρεμιέρα έγινε στο Λονδίνο, υπό την αιγίδα της UNICEF παρουσία της Πριγκίπισσας Μιχαήλ του Κεντ. Την μουσική συνέθεσε ο Μάνος Χατζιδάκις και σας παρουσιάζω τις αναμνήσεις μου.

Η ταινία αναφέρεται στην ιστορία δύο άτυχων νεαρών εραστών στην Τουρκία του 1930: όταν ο τοπικός Αγάς στην Ανατολία της Τουρκίας θέλησε να δώσει την Hatche, την νέα και όμορφη παιδική αγαπημένη του Memed, στον δικό του γιο για νύφη, οι δύο νεαροί εραστές αποφάσισαν να κλεφτούν. Ο Memed ξεκίνησε πόλεμο εναντίον των αγάδων και έγινε θρυλικός ληστής.

Το γεγονός ότι η νεαρή Hatche επέλεξε τον φτωχό παιδικό της αγαπημένο έναντι του πλούσιου γιου του Αγά, είχε ως αποτέλεσμα το μυθιστόρημα και κατά συνέπεια το σενάριο του Peter Ustinov να θεωρηθούν από την τότε Τουρκική κυβέρνηση ως κομμουνιστική προπαγάνδα. Για αυτό το λόγο, δεν μου δόθηκε άδεια να πραγματοποιήσω γυρίσματα στην Τουρκία και την τελευταία στιγμή έπρεπε να μεταφέρω την παραγωγή στην (τότε) Γιουγκοσλαβία.

Σε κάθε περίπτωση, την άνοιξη του 1983, όντας ένας «Νεοτούρκος» στο Λονδίνο αισθανόμουνα χαρούμενος σαν μικρό παιδί. Όχι μόνο είχα τον Memed στα τελειώματα αλλά επίσης το «Directors Cut», τα τελικά στάδια του μοντάζ, ήταν σχεδόν έτοιμα. Τώρα το μόνο που έλειπε ήταν η μουσική της ταινίας και θα είχαμε το τελικό προϊόν στα χέρια μας. Όμως ποιος θα έγραφε την μουσική;

Όταν ήμουνα παιδί, στις αρχές της δεκαετίας του 1960 είχα ερωτευτεί μία διεθνή επιτυχία, το «Ποτέ την Κυριακή», το οποίο παιζόταν συχνά στο μοναδικό ραδιοσταθμό που είχαμε στην Κωνσταντινούπολη. Μάλλον δεν θα πρέπει να ήμουν ο μοναδικός στον κόσμο που είχε ερωτευθεί αυτό το τραγούδι καθώς ο συνθέτης του είχε λάβει το Όσκαρ «καλύτερου πρωτότυπου τραγουδιού».

Ο Μάνος Χατζιδάκις έφτασε στο Λονδίνο στις 7 Απριλίου 1983 και το απόγευμα πήγα να τον πάρω από το ξενοδοχείο Dorchester για να τον βγάλω έξω για δείπνο. Τον βρήκα να κάθεται στο λόμπυ. Ήταν ακριβώς όπως στις φωτογραφίες του: ένας όμορφος άνδρας, ελαφρώς γεματούλης με ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο. Παρόλο που δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ, ενστικτωδώς με εντόπισε και σηκώθηκε να με χαιρετίσει. 

Με τα χρόνια, όντας σε αυτό το επάγγελμα, είχα την τύχη να συναντήσω διάφορους διάσημους ανθρώπους. Ωστόσο, αυτό που είχα παρατηρήσει με τους πραγματικά ταλαντούχους ήταν ότι ποτέ δεν έχαναν το ανθρώπινό τους στοιχείο: δηλαδή ήταν κοινοί άνθρωποι όπως όλοι μας. Την στιγμή που πρωτοείδα τον Μάνο, ήξερα ότι ήταν μία από αυτές τις ταπεινές ψυχές.

Στην πραγματικότητα αντί να δώσουμε τα χέρια, έπεσε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Έπειτα από μερικές φιλοφρονήσεις, φύγαμε για το Scotts – ένα φημισμένο εστιατόριο στο Mayfair.

Στο δεύτερο dry martini, ο Μάνος ήθελε να μάθει πώς ένας Τούρκος παραγωγός που έκανε μια ταινία βασισμένη στο μυθιστόρημα ενός Τούρκου κλασικού συγγραφέα, κατέληξε να προσεγγίσει έναν Έλληνα συνθέτη.

«Δεν είσαι απλώς ένας οποιοσδήποτε Έλληνας συνθέτης», απάντησα και πρόσθεσα, «όταν ήμουν δέκα τραγουδούσα ήδη…»

«Ξέρω, με αποκαλούν ο κύριος Ποτέ την Κυριακή», και έμοιαζε λες και ευχόταν αυτή τη ταμπέλα να εξαφανίζονταν ως δια μαγείας. Στην συνέχεια πρόσθεσε:

«Ξέρεις, δεν πήγα ούτε στο Χόλυγουντ να παραλάβω το Όσκαρ…»

Είναι φανερό ότι ο Μάνος θα προτιμούσε να ήταν γνωστός για το «Χαμόγελο της Τζοκόντα», το οποίο, όταν πρωτοπαίχθηκε, προκάλεσε αίσθηση στον κόσμο της κλασικής μουσικής. Ως εκ τούτου, ένιωθε, ότι δικαιωματικά ανήκει στην ομάδα των συνθετών του 20ου αιώνα όπως οι Leonard Bernstein, Phillip Glass, George Gershwin ή Pierre Boulez. Στη συνέχεια άλλαξε τη συζήτηση:

«Υπάρχουν δύο συνθέτες στην Ελλάδα: ο ένας είναι κομμουνιστής και ο άλλος είναι γκέι», και πρόσθεσε σαν να ευχαριστούσε το Θεό, «Εγώ… δεν είμαι ο κομμουνιστής».

Με το που το έβγαλε από μέσα του, χαλάρωσε. Τώρα ήθελε να μάθει τι με ώθησε να επιλέξω την Γιουγκοσλαβία για τον Memed.

«Δυστυχώς η Τουρκική κυβέρνηση δεν βλέπει με καλό μάτι τους κομμουνιστές» είπα και συνέχισα, «πόσο δε μάλλον αυτούς που θεωρεί ότι είναι κομμουνιστές…».

Το υπόλοιπο βράδυ πέρασε συζητώντας περί μουσικής. Αν σκεφτεί κανείς ότι πριν την ενασχόλησή μου με τις ταινίες, ήμουν βοηθός σκηνοθέτη στην Βασιλική Όπερα, η μουσική υπήρξε ανέκαθεν η πρώτη μου αγάπη, οπότε δεν ξεμείναμε από θέματα συζήτησης. Στη συνέχεια μου μίλησε για το «Ρεμπέτικο» ένας είδος μουσικής που αποδοκιμάστηκε από την μεσαία τάξη της Ελλάδας και πάνω στο οποίο είχε βασίσει τους δικούς του «Κύκλους Τραγουδιών».

«Το Ρεμπέτικο ανήκει στους ‘ανεπιθύμητους ανθρώπους’ – τους χασικλήδες χωρίς μόνιμη κατοικία ….»

Και στη συνέχεια πρόσθεσε:

«Οι περισσότεροι Ρεμπέτες διέφυγαν στην Ελλάδα το 1922 μετά την πτώση της Σμύρνης»

«Ξέρω, οι Τούρκοι έπρεπε να αναλάβουν την ευθύνη για αυτό» σχολίασα αστειευόμενος.

«Ή τα εύσημα», απάντησε ο Μάνος χαμογελώντας.

Την επόμενη ημέρα στις 11 π.μ. ξαναβρεθήκαμε στην δεκαθέσια αίθουσα προβολής στην οδό Wardour στο Soho. Εκείνη την εποχή, πριν την ψηφιακή επανάσταση, ο μοναδικός τρόπος για τους παραγωγούς να δείξουν την δουλειά τους ήταν αυτά τα μίνι σινεμά που τα νοίκιαζαν με την ώρα.

 

Open Image Modal
Aπό το προσωπικό αρχείο του Fuad Kavur.

 

Κατά την άφιξή μου με τον Μάνο, βρήκαμε τον Peter Ustinov και τον μοντέρ μας, Peter Honess, να μας περιμένουν. Ο Peter και ο Μάνος γνωρίζονταν ήδη καθώς ο Μάνος είχε γράψει τη μουσική για το Top Kapi για το οποίο ο Peter είχε κερδίσει το 1963 το δεύτερό του Όσκαρ. Έπειτα από τις συνήθεις φιλοφρονήσεις, τα φώτα χαμήλωσαν και καθίσαμε να παρακολουθήσουμε το τελικό μοντάζ του Memed Γεράκι μου.

110 λεπτά αργότερα, έπειτα από πολλές περιπέτειες όπου ο ληστής Memed σκότωσε τον τύραννο γαιοκτήμονα Abdi Αγά, τα φώτα της αίθουσας προβολής άναψαν ξανά. Τώρα, μελετούσα διακριτικά τον Μάνο, προκειμένου να καταλάβω την αντίδρασή του στην ταινία που μόλις είχε δει. Πήγε στον Peter Ustinov και του λέει στα γαλλικά:

Cest merveilleux, je vous félicite!” / «Είναι υπέροχο, σας συγχαίρω!»

Το Wheelers στην οδό Dean ήταν εκείνη την εποχή αγαπημένο στέκι των κινηματογραφικών κύκλων του Λονδίνου. Κατά τη διάρκεια του γεύματος, ο Peter Ustinov και ο Μάνος συζήτησαν τις σκηνές στις οποίες θα έμπαινε η μουσική. Ο Peter, όταν βρίσκονταν μπροστά σε κοινό δεν μπορούσε να σταματήσει να παίζει. Έτσι άρχισε αμέσως να ερμηνεύει τις σκηνές και να μουρμουρίζει μελωδίες για περιγράψει τι είδος μουσική ήθελε.

Μέχρι να έρθουν τα γλυκά, ο Peter είχε κατορθώσει να φτάσει επιτέλους στο τέλος της ιστορίας παρόλο που εξακολουθούσε να τραγουδάει την μουσική της τελευταίας σκηνής. Έχοντας δει την ίδια ταινία δύο φορές μέσα σε μία μέρα ο Μάνος παρενέβη.

Je comprends ce que vous voulez”/ “Κατανοώ τι θέλετε” , εννοώντας ότι είχε πιάσει το νόημα.

Καθώς αποχωριζόμασταν, ο μοντέρ μας έδωσε στον Μάνο ένα αντίγραφο VHS του Memed, μια καινοτομία για τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Στο τέλος ο Peter Ustinov τον ρώτησε πόσο χρόνο χρειαζόταν για το soundtrack της ταινίας. Χωρίς δισταγμό αποκρίθηκε:

«Έξι εβδομάδες».

Λέγοντας αυτό και ότι ήθελε να κάνει κάποια ψώνια, ο Μάνος έφυγε. Ήταν εκείνη η στιγμή, που αισθάνθηκε ότι τα πράγματα μπορεί να μην πήγαιναν ακριβώς σύμφωνα με το σχέδιο. Τότε αποφάσισα να λάβω κάποια μέτρα ασφαλείας.

Ο Bela Bartok ήταν ένας Ούγγρος συνθέτης και εθνομουσικολόγος. Με αυτή του την ιδιότητα, είχε ταξιδέψει στην Τουρκία και περιόδευσε τα χωριά της Ανατολίας συλλέγοντας θέματα τουρκικής παραδοσιακής μουσικής. Το αποτέλεσμα ήταν το βιβλίο «Τουρκική Παραδοσιακή Μουσική από την Μικρά Ασία». Δεδομένου ότι το διάσημο βιβλιοπωλείο, Foyles, βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής από το Soho αποφάσισα να πάω μία βόλτα προς τον δρόμο Tottenham Court.

Το τελευταίο μας βράδυ, έδωσα στον Μάνο το βιβλίο Opus Magnum του Bela Bartok, αναφέροντας τυχαία ότι σε περίπτωση που κολλήσει και δεν μπορεί να βρει μουσικό θέμα υπάρχει άφθονο υλικό σε εκείνο το βιβλίο. Αυτή ήταν η ασφαλιστική δικλείδα μου.

Οι εβδομάδες πέρασαν γρήγορα. Πράγματι στο τέλος της πέμπτης εβδομάδας τηλεφώνησα στην Αθήνα και τον ρώτησα πώς πήγαινε. Ακούστηκε ευδιάθετος και ικανοποιημένος. Ρώτησα αν μπορούσα να κλείσω στούντιο ηχογράφησης και μου έδωσε το πράσινο φως. Έτσι, την επόμενη μέρα, έκλεισα για τρεις ηχογραφήσεις το θρυλικό Abbey Road Studio, όπου οι Beatles είχαν ηχογραφήσει όλα τους τα άλμπουμ.

Το να κλείσεις την ορχήστρα ήταν μια άλλη ιστορία. Στο Λονδίνο, οι εκτελέσεις της μουσικής των κινηματογραφικών ταινιών γίνονταν από τους λεγόμενους «μουσικούς συνοδείας» - μουσικοί που εργάζονταν στις συμφωνικές του London Symphony Orchestra, Royal Philharmonic Orchestra ή του BBC και που ήταν ελεύθεροι τα πρωινά.

Ένας καλός μου φίλος ο Rusen Gunes, η «πρώτη βιόλα» στην Ορχήστρα της Βασιλικής Όπερας, τον οποίο γνώριζα από τα χρόνια μου ως βοηθός σκηνοθέτη στο Covert Garden, αποδείχθηκε πολύ χρήσιμος. Όταν τον κάλεσα και του εξήγησα το πρόβλημά μου, μου είπε ότι αυτό που χρειαζόμουνα ήταν ένας «fixer” – κάποιος δηλαδή που θα μάζευε όλους τους διαθέσιμους μουσικούς από τις κυριότερες ορχήστρες του Λονδίνου για την ηχογράφηση. Μου είπε ότι ο «fixer» θα χρειαζόταν τον ακριβή αριθμό των μουσικών που απαιτούνταν, δηλαδή πόσα έγχορδα, πνευστά, χάλκινα κλπ.

Έτσι τηλεφώνησα ξανά στην Αθήνα. Αυτή τη φορά, βρήκα τον Μάνο κάτι λιγότερο από ορεξάτο. Πράγματι όταν αρχίσαμε να μιλάμε για τα όργανα έγινε φανερά νευρικός.

«Κλαρινέτα;» «Όχι ένα βάλε δύο». «Όμποε;» «Μάλλον ένα. «Φαγκότο;» Qu’est ce que cels veut dire?” “Cor Anglais”,“On va voir.” «Τι σημαίνει αυτό;» «Αγγλικό Κόρνο». «Θα δούμε».

Όταν στριμώχνονταν ο Μάνος κατέφευγε στα γαλλικά. Υποθέτω ότι με το να αναγκάζει τους συνομιλητές του να μιλήσουν μία γλώσσα διαφορετική από τη δική τους, τους έβαζε σε μειονεκτική θέση ελπίζοντας πως ξεγλιστρούσε με το «χαμένος στη μετάφραση». Έχοντας τελειώσει το Γαλλικό Λύκειο στο Λονδίνο, κατάφερα να ελιχθώ ανάμεσα σε αυτό το μακιαβελικό τέχνασμα. Στο τέλος πήρα την λίστα: συνολικά 47 όργανα.

Φυσικά έτσι όπως ήταν η μουσική βιομηχανία έπρεπε να καταβάλω ένα είδος χρηματικής εγγύησης στο Μουσικό Σωματείο για την αμοιβή των μουσικών. Όσον αφορά το Abbey Road Studio, απλώς πήραν ένα ποσό για όλη την ηχογράφηση. Και τα δύο ποσά ήταν μη επιστρέψιμα.

Πέρασε ακόμα μία εβδομάδα και ακόμα δεν είχα νέα από την Αθήνα. Τώρα εμφανώς είχα αρχίσει να αγχώνομαι. Έπρεπε να προειδοποιήσω τον Peter Ustinov ότι σε πέντε ημέρες θα έπρεπε να μπούμε στο στούντιο και ότι αν ο Μάνος δεν εμφανιζόταν, θα οδεύαμε προς μια τεράστια αποτυχία.

Το άλλο πρωί, στην πτήση της British Airways για Αθήνα, υπολόγισα ακόμα τις συνέπειες από μία άρνηση του Μάνου να έρθει στο Λονδίνο. Πέρα από το σημαντικό οικονομικό πλήγμα, σκεφτόμουν ότι θα χάναμε το Φεστιβάλ της Βενετίας εκτός αν κατάφερνα να πείσω τους Ιταλούς να δεχθούν μία ταινία χωρίς μουσική.

Μέχρι να κάνω check in στο Χίλτον, είχε ήδη σκοτεινιάσει. Έτσι αμέσως κάλεσα τον Μάνο στο τηλέφωνο. Έπειτα από αρκετή ώρα, απάντησε ένας άνδρας που μιλούσε σπαστά αγγλικά. Αφού συστήθηκα, του είπα ότι βρισκόμουν στην Αθήνα και ότι επιθυμούσα να μιλήσω με τον κ. Χατζιδάκι.

«Μεσιέ Χατζιδάκις πολύ άρρωστος. Πάει στη Μύκονο να γίνει καλά».

Οι χειρότεροι μου φόβοι επιβεβαιώθηκαν. Τώρα έπρεπε να πιάσω τον ταύρο από τα κέρατα.

Το ταξί από το Χίλτον στη Ρηγίλλης όπου έμενε ο Μάνος έκανε λιγότερο από δέκα λεπτά. Η διεύθυνσή του αντιστοιχούσε σε μία μικρή πολυκατοικία με διαμερίσματα. Μπήκα στο αμυδρά φωτισμένο κτήριο και ανέβηκα δύο ορόφους. Επιτέλους, στεκόμουνα στο κατώφλι του μεγαλύτερου συνθέτη της Ελλάδας. Πήρα μια βαθιά ανάσα και χτύπησα το κουδούνι.

«Καλησπέρα, παρακαλώ περάστε», απάντησε μια φωνή.

Εκεί στεκόταν, ο Μάνος φορώντας μια μπλε μεταξένια ρόμπα, σε μια στάση αλα Noel Coward, καπνίζοντας μία μακριά πίπα. Δεν υπήρχε λόγος να τον κάνω να αισθανθεί άβολα με έξυπνα υπονοούμενα τύπου, «νόμισα ότι ήσουν στη Μύκονο…».

Με οδήγησε σε ένα μικρό καθιστικό με χαμηλό φωτισμό όπου βρισκόταν ένα γραφείο Louis X1V, μερικές καρέκλες και ένα πιάνο Steinway Grand. Αφού ανταλλάξαμε μερικές ευγενικές κουβέντες, δείχνοντας το πιάνο τον ρώτησα αν θα τον πείραζε να έπαιζε κάτι. Τράβηξε μια τζούρα από τη μακριά του πίπα και απάντησε,

« Je cherche toujours le thème principal... »

Ακόμα έψαχνε για το βασικό θέμα!

Και μετά, κάτι εξωπραγματικό συνέβη. Ξαφνικά, πετάχτηκα πάνω και άρχισα να σιγοτραγουδάω ένα ρυθμό. Στην πραγματικότητα ήταν μία τετράφθογγη μελωδία, η οποία ήταν βασισμένη στις τέσσερις συλλαβές του τουρκικού τίτλου του μυθιστορήματος του Yasar Kemal, Ince Memed. Αυτοί οι τέσσερις φθόγγοι, στην επανάληψή τους, σαν ηχώ, “Ince MemedInce Memed…” έφτιαχναν το κυρίαρχο θέμα. Στην συνέχεια, με ένα γύρισμα κατέληγε πάλι σε τονικότητα. Δεδομένου ότι η τουρκική μουσική είχε ένα χαρακτηριστικό που δεν είχε η δυτική – τα διαστήματα τετάρτης, η μελωδία μου ήταν σε ελάσσονα τόνο. Με το που τελείωσα να σιγοτραγουδάω τη μελωδία, ο Μάνος τινάχτηκε από τη θέση του και φώναξε:

«Ιδού το βασικό θέμα της ταινίας!»

Και λέγοντας αυτό, κάθισε στο πιάνο και ξεκίνησε να παίζει ότι είχε μόλις ακούσει, φυσικά, διανθίζοντάς το με αρμονικές μετατροπίες και παραλλαγές. Μάλλον θα πρέπει να ξεμπλόκαρα το «συγγραφικό του κενό» και τώρα ήταν εντελώς ενθουσιασμένος.

Ο Μάνος έπαιξε για μισή ώρα σταματώντας ανά διαστήματα για να γράφει αυτό που μόλις είχε παίξει. Εξαντλημένος, σταμάτησε και είπε:

«Θα βγει υπέροχο, ελάτε αύριο το μεσημέρι»

Κατά την επιστροφή μου στο Χίλτον, συνειδητοποίησα ότι στο μικρό διαμέρισμα του Μάνου είχε λάβει χώρα κάτι το εξωπραγματικό, κάτι που δεν μπορούσε να εξηγήσει κανένας κλάδος της επιστήμης ούτε η λογική. Από εκείνη την στιγμή και μετά συνδεθήκαμε και αυτό ήταν η αρχή μιας αληθινής φιλίας.

Όπως μου ζητήθηκε, το μεσημέρι της επόμενης ημέρας ακριβώς έφτασα στην Ρηγίλλης. Ο Μάνος με χαιρέτισε με ενθουσιασμό,

«Καλημέρα αγαπητέ μου φίλε»

Μπαίνοντας στο καθιστικό το πρώτο πράγμα που παρατήρησα ήταν στοίβες από χειρόγραφες σελίδες, σκορπισμένες στο χώρο, πάνω στο πιάνο και τασάκια να ξεχειλίζουν τα αποτσίγαρα.

Je me suis couché à six heures...”

Είχε πάει για ύπνο στις έξι. Στη συνέχεια, έκατσε στο πιάνο και ξεκίνησε να παίζει μια καθηλωτική μουσική. Υπήρχαν ξαφνικές μετατροπίες στην αρμονία, αλλαγές ρυθμού με εγκοπές που προσέδιδαν μία ανατολίτικη αίσθηση στον ρυθμό. Καθώς έπαιζε περιέγραφε και τις σκηνές.

«Εδώ είναι που τρέχουν στα βουνά».

«Εδώ κάνουν έρωτα…». Ξαφνικά φώναξε με ενθουσιασμό.

«Θα το ηχογραφήσουμε στην Αθήνα»

Παρεμπιπτόντως υπήρχε μία μικρή λεπτομέρεια που έπρεπε να λάβουμε υπόψη: το παχυλό κόστος της ηχογράφησης στο Λονδίνο – η 47 μελής ορχήστρα και το Abbey Road στούντιο είχαν προπληρωθεί στη βάση του «pay or play» («πληρώνεις παίξεις δεν παίξεις»). Σε απλά ελληνικά, αυστηρώς μη επιστρέψιμα. Σαν να διάβασε την σκέψη μου ο Μάνος είπε

Ne vous en faites pas, je vais payer tout moi-même.”

Προσφέρθηκε να καλύψεις το κόστος των ηχογραφήσεων στην Αθήνα από την τσέπη του!

Αν και ήταν μια κάποια ανακούφιση, παρά το ότι είχε δεσμευτεί στα γαλλικά, δεν μπορούσα να μην αναρωτηθώ πώς θα μπορούσε να ανταπεξέλθει σε αυτή τη γενναία χειρονομία.

Έπειτα από λίγες ημέρες, ο κ. Ζωγράφος εμφανίστηκε στο Χίλτον. Από τους κορυφαίους ατζέντηδες στο χώρο του με ένα ανέκφραστο πρόσωπο, πέρα από τον Μάνο, εκπροσωπούσε και τον Βαγγέλη Παπαθανασίου που μόλις είχε κερδίσει το Όσκαρ για τους «Δρόμους της Φωτιάς». Ο κ. Ζωγράφος συνέταξε ένα «απλό συμφωνητικό» στο οποίο αναγραφόταν ότι το κόστος της ορχήστρας και της ηχογράφησης θα καλυπτόταν από τον κ. Χατζιδάκι εφόσον η αμοιβή του για τη σύνθεση της μουσικής της ταινίας Memed Γεράκι μου παράμενε ανέπαφη. Υπογράψαμε το συμφωνητικό στην πισίνα, με μια σαλάτα σιζαρς που την συνοδεύσαμε με ρετσίνα. 

Από εκείνη την ημέρα και μετά, η παραμονή μου στην Αθήνα απέκτησε μια κανονικότητα. Κάθε μέρα στις 5μμ εμφανιζόμουν στην Ρηγίλλης και ο Μάνος μού έπαιζε ότι είχε γράψει την προηγούμενη ημέρα. Κάποιες μέρες θα βλέπαμε τις σχετικές σκηνές στην μεγάλη τηλεόραση και ο ίδιος θα συνόδευε την πλοκή στο πιάνο. Με κάποιο τρόπο θύμιζε τον βουβό κινηματογράφο της δεκαετίας του 1920 όταν οι ταινίες συνοδεύονταν από πιανίστα κάτω από την οθόνη.

Ανά διαστήματα ο Μάνος θα τσαλάκωνε τα χειρόγραφα και θα ξεκινούσε από την αρχή – σημειώνοντας ταχύτατα νέες ιδέες. Ήταν τότε που συνειδητοποίησα ότι ο Μάνος είχε ήδη «γράψει» τη μουσική στο μυαλό του και ότι ήταν ικανός να την καταγράφει στο πεντάγραμμο χωρίς προηγουμένως να την παίζει στο πιάνο.

Κάποια απογεύματα, κάναμε διάλειμμα σε ένα εστιατόριο. Φυσικά ο Μάνος, γνώριζε την δική του Αθήνα και αρέσκονταν στο να μοιράζεται μαζί μου τα αγαπημένα του στέκια. Αυτό που μου ταίριαξε πιο πολύ ήταν ο «Γεροφοίνικας». Εκτός από το νοστιμότατο φρέσκο ψάρι του, είχε και ένα σημείο αναφοράς: μία τεράστια βελανιδιά ακριβώς στη μέση του εστιατορίου η οποία, μέσα από μία τρύπα στο ταβάνι, σκαρφάλωνε στον ουρανό.

Ο Γεροφοίνικας σύντομα έγινε το στέκι μας. Έτσι τα περισσότερα απογεύματα, όταν ο Μάνος μού έπαιζε την δουλειά του, πηγαίναμε στον Γεροφοίνικα για να δοκιμάσουμε τα θαλασσινά του και άλλες ελληνικές νοστιμιές.

Τελικά μία μέρα, δείχνοντας μια στοίβα παρτιτούρες πάνω στο πιάνο, ανακοίνωσε:

«Είμαστε έτοιμοι».

Είχε συνθέσει και το τελευταίο κομμάτι μουσικής, ένα ταγκό το οποίο θα συνόδευε την σκηνή του δείπνου όπου ο Αγάς Abdi (Peter Ustinov) επισκεπτόταν ένα πιο δυνατό και ταυτοχρόνως πιο εκλεπτυσμένο γαιοκτήμονα (Herbert Lom) προκειμένου να τον επιστρατεύσει στον αγώνα του εναντίον του Memed.

Καθώς κάθισε στο πιάνο του, ανά διαστήματα δικαιολογούσε τον εαυτό του, γιατί δεν είχε αρκετό χρόνο να δουλέψει περισσότερο το συγκεκριμένο κομμάτι καθώς νωρίτερα είχε συνφάγει με τον (τότε) πρόεδρο της Ελλάδας, Καραμανλή. Και λέγοντας αυτό, ο Μάνος συνέχισε να παίζει το, ακόμα ανολοκλήρωτο, Ταγκό.

Μέχρι να τελειώσει είχα ήδη βάλει τα κλάματα από τη συγκίνηση. Μαζί με το “La Cumparsita” ήταν ένα από τα πιο ευφραντικά, απολαυστικά, συναρπαστικά ταγκό που έχω ακούσει ποτέ. Είναι προφανές ότι μουσικά, δεν υπάρχει τίποτα που δεν μπορεί να κάνει ο Μάνος. Αν ένιωθε ότι ήθελε να γράψει ένα ταγκό, την ίδια στιγμή μεταμορφωνόταν σε Αργεντινό.

«Πότε θα κάνουμε την ηχογράφηση;» Ρώτησα: «Τώρα πρέπει να κάνω την ενορχήστρωση», μου απάντησε.

Σε αυτό το σημείο θα μπορούσε άνετα να τον σκοτώσω. Βρισκόμουν στην Αθήνα εδώ και τέσσερις εβδομάδες και ακόμα δεν είχαμε καταφέρει να αρχίσουμε την ηχογράφηση. Από την άλλη, δεν μπορεί κάποιος να βάλει μία παρτιτούρα μπροστά σε μια πενηνταμελή ορχήστρα και να τους ζητήσει να την παίξουν! Διαισθανόμενος την απελπισία μου ο Μάνος είπε,

«Μην ανησυχείτε, θα φέρω τους βοηθούς μου».

Έτσι, για τις επόμενες δύο εβδομάδες, το μικρό διαμέρισμα έσφυζε από ζωή. Κάποιες ημέρες ήταν τρεις ή τέσσερις «βοηθοί», όλοι νεαροί, γύρω στα 20 που αντέγραφαν παρτιτούρες.

Με δεδομένο ότι ο χώρος ήταν περιορισμένος, ορισμένοι εξ αυτών έπρεπε να κάθονται στο πάτωμα, με το χειρόγραφο στα πόδια τους για να αντιγράψουν την μουσική. Σαν Διευθυντής σχολείου, ο Μάνος επιτηρούσε την διαδικασία σκύβοντας πάνω από τον ώμο του κάθε «βοηθού» και περιστασιακά διορθώνοντάς τους.

«Μι ύφεση, Σταύρο!». Επιτέλους ένα βράδυ στο Γεροφοίνικα ο Μάνος ανακοίνωσε: “Voilà, cest faite.

Είχε τελειώσει! Η ενορχήστρωση είχε ολοκληρωθεί. Είπε πως θα ξεκινούσε η ηχογράφηση την επόμενη ημέρα στα στούντιο της ΕΜΙ. Τον ρώτησα τι ώρα

«Τα μεσάνυχτα». Μεσάνυχτα; Μου έκανε πλάκα; En Grèce, ça se passe comme ça.”

Έτσι γινόταν στην Ελλάδα! Αντίθετα από το Λονδίνο όπου υπήρχαν διάφορες ορχήστρες όπως οι LSO, RPO, BBC Symphony, στην Αθήνα υπήρχε μόνο μία ορχήστρα και στην παρούσα φάση έπαιζαν για την Όπερα. Επιπλέον, καθώς κατά την διάρκεια της ημέρας έκαναν πρόβες, η μοναδική ώρα που θα μπορούσαν να ηχογραφήσουν ήταν το βράδυ μετά το τέλος της παράστασης. Επίσης έπρεπε να υπολογίσει κανείς και το χρόνο που χρειάζονταν για να πάνε στα στούντιο της ΕΜΙ κοντά στο αεροδρόμιο. Αυτό έδωσε στον όρο «Ηλιοφάνεια» μια νέα διάσταση.

Την επομένη, όταν πήγα στα στούντιο της ΕΜΙ στις 11:30 μμ η ορχήστρα ήταν ήδη εκεί, με τον Μάνο στο πόντιουμ του μαέστρου να δίνει οδηγίες στα βιολιά.

Με ένα γρήγορο μέτρημα, υπολόγισα 52 άτομα στην ορχήστρα – μεγαλύτερη από αυτήν που είχα κλείσει στο Λονδίνο. Δεν μπορούσα παρά να λυπηθώ τον Μάνο, που θα πρέπει να του κόστισε μια περιουσία ακόμα και σε δραχμές.

Ανέκαθεν αγαπούσα τον ήχο της ορχήστρας που προετοιμάζεται, με τα διάφορα όργανα να παίζουν κλίμακες, συγχορδίες ή απλώς να κουρδίζονται. Στα αυτιά μου αυτή η κακοφωνία ισοδυναμεί με τον μαγικό κόσμο της μουσικής. Υπήρχε μια αίσθηση ηλεκτρισμού στην ατμόσφαιρα καθώς η ορχήστρα προετοιμαζόταν να ηχογραφήσει ένα ολοκαίνουριο κομμάτι με την συμμετοχή του ίδιου του συνθέτη - τον ίδιο τον Μάνο Χατζιδάκι.

Επιτέλους, ο Μάνος πήρε την μπαγκέτα του και με ένα «Πάμε παιδιά» έδωσε τον τόνο και εμφανίστηκε το βασικό θέμα του Memed σε ντο ελάσσονα.

Μέχρι στιγμής, βρισκόμουν στην Αθήνα ήδη εδώ και περίπου πέντε εβδομάδες. Σε αυτές τις πέντε εβδομάδες, έφτασα ένα βράδυ στο διαμέρισμα του Μάνου για να βρω τον συνθέτη σε συγγραφικό κενό, σιγοτραγούδησα μία μελωδία που ακόμα και σήμερα δεν έχω ιδέα από πού ξεφύτρωσε, και φτάσαμε ως εδώ. Τώρα μια πλήρης συμφωνική ορχήστρα ηχογραφούσε το soundtrack της ταινίας υπό την μπαγκέτα ενός παγκοσμίου φήμης συνθέτη. Επιπλέον, όλο αυτό θα έμενε στην ιστορία στην μεγάλη οθόνη. Αν αυτό δεν ήταν θαύμα του Θεού τότε τι ήταν; 

Καθώς καθόμουν στον control room, παρατήρησα μία νέα, ελκυστική Ελληνίδα να κάθεται δίπλα στους ηχολήπτες σιγοτραγουδώντας το θέμα του Memed. Νομίζοντας ότι είναι φίλη ενός από τους μουσικούς δεν της έδωσα ιδιαίτερη σημασία.

Παρόλα αυτά, την επόμενη ημέρα ήταν και πάλι εκεί. Μόνο που αυτή τη φορά είχε και τις παρτιτούρες μαζί της και ήταν ξεκάθαρο ότι τις διάβαζε. Κατά συνέπεια, διακριτικά πήγα στο πόντιουμ και ρώτησα τον Μάνο αν ήξερε ποια ήταν αυτή η γυναίκα. Αφήνοντας κάτω την μπαγκέτα του, απάντησε:

Ne vous en faites pas...”

Ήτα πολύ καθησυχαστικό να μου λέει «να μην ανησυχώ» αλλά κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης, συνέχισε να σιγοτραγουδά την μουσική της ταινίας. Ωστόσο, κάθε φορά που με έπιανε να την παρατηρώ (υποθέτω πως γνώριζε ότι ήμουν ο παραγωγός), μου χαμογελούσε. Όλο αυτό μου φαινόταν ύποπτο, αλλά δεν θα ορκιζόμουν κιόλας.

Ήταν κατά τη διάρκεια της επιστροφής μας στην Αθήνα, τις πρώτες πρωινές ώρες, που κατάφερα επιτέλους να εκμαιεύσω από τον Μάνο την αλήθεια. Έπειτα από το φιάσκο στο Λονδίνο, που μας στοίχησε δεκάδες χιλιάδες λίρες, ο Μάνος, προκειμένου να χρηματοδοτήσει τις ηχογραφήσεις στην Αθήνα, έκανε μια φαουστική συμφωνία με έναν Έλληνα παραγωγό. Η συμφωνία προέβλεπε ότι η νεαρή γυναίκα στο στούντιο, που ήταν η προστατευόμενη του παραγωγού, θα τραγουδούσε το κύριο θέμα των τίτλων της ταινίας!

Vous appartenez à une famille des ambassadeurs, soyez diplomatique.”

Τώρα μου πρότεινε, «Προέρχεστε από οικογένεια διπλωματών, μην ταράσσετε τα νερά». Μη θέλοντας να αντιπαρατεθώ, μέσα σε μια λιμουζίνα τις πρώτες πρωινές ώρες, αποφάσισα να αφήσω το θέμα.

Ωστόσο, το πρώτο πράγμα που έκανα το επόμενο πρωινό ήταν να καλέσω τον κ. Ζωγράφο, τον ατζέντη του Μάνου που εκπροσωπούσε την ελίτ της μουσικής βιομηχανίας στην Ελλάδα. Ισχυριζόμενος ότι δεν ήξερε τίποτα για την φαουστική συμφωνία του Μάνου, μου έδωσε ένα όνομα και ένα τηλέφωνο λέγοντας ότι ένας μεγαλο-επιχειρηματίας του θεάτρου στην Ελλάδα, μπορεί να κρύβονταν πίσω από την «συμφωνία».

Ο «μεγαλοεπιχειρηματίας του θεάτρου» ήταν ένα γηραιός κύριος. Πάνω στο γραφείο του βρίσκονταν μία τεράστια φωτογραφία μιας νέας κοπέλας, η οποία αναγνώρισα ότι ήταν η κοπέλα από το στούντιο. Ανενδοίαστα παραδέχτηκε ότι ήταν αυτός που χρηματοδότησε την ηχογράφηση του Memed. Στη συνέχεια κοιτώντας την φωτογραφία στο γραφείο του είπε:

«Θα φέρει στον Μάνο το δεύτερό του Όσκαρ».

Open Image Modal
Ο Μάνος Χατζιδάκις στο πιάνο. Ο Ζυλ Ντασέν και η Μελίνα Μερκούρη (ξυπόλητη...) στο συρτάκι.
Getty Editorial

Έχοντας επίγνωση ότι η κινηματογραφική βιομηχανία συνιστά ένα μίγμα ονείρων και πραγματικότητας, πώς θα μπορούσα να διαλύσω τις αυταπάτες αυτού του γηραιού κυρίου αποκαλύπτοντάς του ότι το βασικό θέμα της ταινίας δεν θα γινόταν ούτε στα ελληνικά ούτε σε καμία άλλη γλώσσα και ότι ήταν απίθανο ο Μάνος να λάβει υποψηφιότητα για δεύτερο Όσκαρ. Από την άλλη, είχα το δυσάρεστο καθήκον να πρέπει να ενημερώσω αυτόν τον ευγενικό γηραιό κύριο για την κατάσταση ως έχει.

Μέχρι να τελειώσω, παρέμεινε σιωπηλός με εμφανή τα σημάδια του πόνου. Στη συνέχεια, καταβάλλοντας ακόμα προσπάθεια να κρατήσει το όνειρό του ζωντανό, τουλάχιστον για χάρη της νεαρής προστατευόμενής του, είπε:

«Αφήστε την να ηχογραφήσει το τελευταίο της κομμάτι. Στην συνέχεια αποφασίζετε να το κόψετε».

Προσπάθησα να του εξηγήσω όσο πιο διακριτικά γινόταν ότι μπορεί μεν αυτή η λύση να του προσέφερε μερικούς ακόμα μήνες ευτυχίας αλλά εν τέλει θα κατέληγε σε δάκρυα, καθώς, όταν θα έβγαινε η ταινία, θα συνειδητοποιούσε ότι το τραγούδι με την δική της ερμηνεία ή οποιασδήποτε άλλης απλώς δεν υπήρχε. Και στην τελική δεν θα μπορούσα να λάβω μέρος σε μια τέτοια συνωμοσία.

Καταβάλλοντας προσπάθεια να κρύψει την απελπισία του, στο τέλος τα παράτησε:

«Παραέγινες Εγγλέζος…»

Αυτό που προέκυψε από αυτήν την επώδυνη συνάντηση ήταν ότι ο Μάνος είχε «πουλήσει» τα ελληνικά δικαιώματα της μουσικής σε αυτόν τον ηλικιωμένο κύριο. Παρόλα αυτά, αυτή τη φορά ακολουθώντας την συμβουλή του Μάνου, αποφάσισα ότι η «διπλωματία» θα μπορούσε να αποβεί σοφότερη επιλογή. Κατά συνέπεια προκειμένου να δώσω σε αυτόν τον γηραιό κύριο κάτι για να κρατηθεί αποφάσισα να παραβλέψω την προφανή ακυρότητα αυτής της συναλλαγής. Εξάλλου είχαμε ακόμα δύο ηχογραφήσεις να κάνουμε.

Ευτυχώς, λίγες μέρες αργότερα τελειώσαμε. Έχοντας φτάσει στην Αθήνα πριν από έξι εβδομάδες, χωρίς ούτε μία νότα στο χαρτί, είχα τώρα πέντε κουτιά με ταινίες των 2 ιντσών με ολόκληρο το soundtrack του Memed Γεράκι μου. 

Κατά τη διάρκεια της ιστορίας οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν ήταν στα καλύτερά τους. Παρόλα αυτά, αν και δεν σχετίζεται με τον Μάνο, δεν μπορώ να μην διηγηθώ ένα περιστατικό το οποίο συνέβη την τελευταία μου νύχτα στην Αθήνα.

Για να γιορτάσουμε το γεγονός είχα καλέσει τον Μάνο, τον νεαρό βοηθό του που βοήθησε στην ενορχήστρωση καθώς και μερικούς μουσικούς στο συνηθισμένο στέκι μας τον Γεροφοίνικα.

Με δεδομένο ότι επρόκειτο για «ευχαριστήριο» αλλά και αποχαιρετιστήριο δείπνο, το ούζο και το κρασί έρεαν και υπήρχε μια εύθυμη ατμόσφαιρα. Όταν ο Μετρ, ήρθε να ρωτήσει αν κάποιος ήθελε καφέ, ο Μάνος ψιθύρισε στο αυτί μου:

«Ότι και να κάνεις, μην πεις τουρκικό καφέ»

Σε αυτό το σημείο, δεν ξέρω τι με έπιασε και με δυνατή φωνή είπα στο Μετρ,

«Θα ήθελα έναν τούρκικο καφέ»

Για να το αμβλύνει ο Μάνος παρενέβη,

«Ο κύριος είναι Τούρκος…»

Αυτό που ακολούθησε ήταν κάτι το εξωπραγματικό και τους ξάφνιασε όλους και εμένα μαζί. Ο Μετρ, σε άπταιστα τουρκικά, με ρώτησε από ποιο μέρος της Τουρκίας ήμουνα. Όταν του είπα από την Κωνσταντινούπολη μου απάντησε:

«Είχαμε ένα εστιατόριο στην Πόλη. Τότε, το 1964, υπήρχαν κάποια προβλήματα στην Κύπρο και μας έδιωξαν όλους … Έτσι ήρθαμε εδώ και ανοίξαμε αυτό το μαγαζί».

Και ύστερα ήρθε το πιο συγκλονιστικό μέρος της ιστορίας: «Γεννήθηκα στην Κωνσταντινούπολη, η Τουρκία ήταν το σπίτι μου…”

Τον ρώτησα το όνομα του εστιατορίου και όταν μου το είπε σοκαρίστηκα.

«Fidan, βρίσκονταν στα Θεραπειά».

Στις αρχές της δεκαετίας του 60 στην Κωνσταντινούπολη, το Fidan, απλωμένο στις όχθες του Βοσπόρου στο σικ θέρετρο Θεραπειά, ήταν το πιο διάσημο εστιατόριο θαλασσινών στην Κωνσταντινούπολη.

«Πήγαινα εκεί με τους γονείς μου», απάντησα.

«Μπορώ να μάθω ποιο ήταν το όνομα του πατέρα σας;»

Όταν του το είπα δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά του.

«Τον θυμάμαι πολύ καλά! Ένας ψηλός κύριος ελαφρώς αραιή κώμη. Είχε δύο αδερφούς, και οι δύο ήταν Πρέσβεις».

«Αυτός είναι», απάντησα.

Και με αυτό, ο Μετρ άπλωσε τα χέρια του και με αγκάλιασε σφιχτά.

«Αγαπώ τόσο την Κωνσταντινούπολη, αν μπορούσα θα πήγαινα πίσω και αύριο…».

Αν αναλογιστεί κανείς ότι η συζήτηση έγινε στα τουρκικά, ο Μάνος παρατηρούσε τα όσα διαδραματίζονταν μπροστά του με δυσπιστία. Είχα παρακούσει την οδηγία του να μην αναφερθώ σε «τουρκικό καφέ». Είναι προφανές ότι μέχρι εκείνη την στιγμή ο Μάνος περίμενε ότι θα διαπληκτιζόμουν με τον Μετρ.

Αντιθέτως, ο άνδρας με αγκάλιασε σαν να ήμουν ο από χρόνια χαμένος του αδερφός.

«Θεέ μου τι έχει γίνει;», ρώτησε.

Οπότε και τού τα εξήγησα. Ο Μάνος κούνησε το κεφάλι του και μου ψιθύρισε στο αυτί.

«Είστε τρελοί εσείς οι Τούρκοι…»

Παρόλα αυτά, μέχρι και σήμερα το 2019, πιστεύω ακράδαντα ότι ο «επαναπατρισμός1» του ελληνικού στοιχείου ήταν ένα λάθος το οποίο διέπραξαν διάφορες κυβερνήσεις της Τουρκίας ενώ στην ουσία οι μοναδικοί χαμένοι από αυτήν την επιζήμιας σύλληψης πολιτική ήταν οι ίδιοι οι Τούρκοι. Πραγματικά, κατά την γνώμη μου η ύπαρξη της χριστιανικής κοινότητας μόνο εμπλούτιζε τον τουρκικό κοινωνικό ιστό.

Επιπλέον, αν οι Τούρκοι είχαν έστω και ένα ίχνος κοινής λογικής, θα έπρεπε να είχαν κατεδαφίσει τους μιναρέδες γύρω από την Αγία Σοφία και θα είχαν δωρίσει τον ναό στο Ορθόδοξο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Οι Καθολικοί έχουν τον Άγιο Πέτρο στο Βατικανό και το πιο κατάλληλο για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς θα ήταν να είχαν την Αγία Σοφία ως το κύριο τόπο λατρείας. Πράγματι, ο Κεμάλ Ατατούρκ έκανε το πρώτο βήμα όταν μετέτρεψε την Αγία Σοφία σε «μουσείο». Δυστυχώς, μέχρι σήμερα η τουρκική κυβέρνηση δεν είχε τη σοφία να συνεχίσει τον δρόμο που χάραξε. 

Κατά την διάρκεια της πτήσης της επιστροφής μου στο Λονδίνο, έκανα μια αναδρομή των εφτά εβδομάδων που πέρασα στην Αθήνα. Αν είχα την ευκαιρία να το ξανακάνω, δεν θα άλλαζα τίποτα. Πράγματι αν οι ηχογραφήσεις είχαν γίνει στο Λονδίνο όπως ήταν στο αρχικό σχέδιο, δεν θα είχαμε αυτό το έντονο, ζωντανό και αυθόρμητο αποτέλεσμα αποτυπωμένο στις ταινίες των 2 ιντσών που βρίσκονταν στα πέντε κουτιά στο διπλανό μου κάθισμα.

Επιπλέον, δεν θα είχα το μοναδικό προνόμιο να παρακολουθήσω μία ιδιοφυΐα εν ώρα εργασίας. Συνειδητοποίησα επίσης ότι δεν θα πρέπει να τους κρίνουμε τις ιδιοφυΐες με τους κανόνες που ισχύουν για τους κοινούς θνητούς.

Τελικά η ιστορία είχε ευχάριστο τέλος. Το Memed Γεράκι μου έκανε την Βασιλική Πρεμιέρα στο Λονδίνο και το soundtrack κυκλοφόρησε εκείνες τις ημέρες σε βινύλιο. Στην συνέχεια ένα άλλο άλμπουμ εμφανίστηκε στην Ελλάδα, με την πιο ταλαντούχα καλλιτέχνιδα, την Έλλη Πασπαλά, να τραγουδάει το θέμα του Memed.

Θα ήθελα να ελπίζω ότι ο ηλικιωμένος κύριος που χρηματοδότησε την ηχογράφηση στην Αθήνα κατάφερε να διατηρήσει την νεαρή προστατευόμενή του. Όπως λέει και ένα παλιό βρετανικό ρητό, «Τέλος καλό, όλα καλά».

Μετάφραση/απόδοση: Χριστίνα Φιορέντζη

Το κείμενο γράφτηκε για το  think  tank  Sigma  Turkey  και σε συνεννόηση μαζί τους δημοσιεύεται την ίδια ημέρα από τη HuffPost Gr

______________________

 

Open Image Modal
Aπό το προσωπικό αρχείο του Fuad Kavur.

 

Ο Fuad   Kavur (γεννημένος το 1952 στην Κωνσταντινούπολη) είναι σκηνοθέτης και παραγωγός κινηματογράφου και όπερας στη Βρετανία. Ήρθε στο Λονδίνο το 1963 όταν ο θείος του Kemal Ν. Kavur υπηρετούσε ως Πρέσβης στο Λονδίνο. Προέρχεται από οικογένεια διπλωματών: Ο ένας θείος από την πλευρά του πατέρα του Kemal N. Kavur υπηρέτησε ως πρέσβης στην Φινλανδία, Βουλγαρία, Σοβιετική Ένωση, Ιαπωνία, Μεγάλη Βρετανία και Ελβετία, ενώ ο άλλος ο Sadi Kavur, υπηρέτησε ως πρέσβης στην Γιουγκοσλαβία, Σουηδία και Πορτογαλία. Το 1984 ο Fuad έκανε την παραγωγή της ταινίας, Memed Γεράκι μου (γνωστό και ως το Λιοντάρι και το Γεράκι), βασισμένος στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Yasar Kemal. Το σκηνοθέτησε ο Peter Ustinov και πρωταγωνιστούσε ο ίδιος μαζί με τους Herbert Lom, Simon Dutton, Siobhán McKenna, Michael Elphick και Denis Quilley.

 

Open Image Modal
O Fuad Kavur με την πριγκίπισσα του Κεντ
Από το προσωπικό αρχείο του Fuad Kavur.

 

Η πρεμιέρα του Memed Γεράκι μου έγινε στο Λονδίνο υπό την αιγίδα της UNICEF. Παρόλα αυτά, τόσο τα γυρίσματα όσο και η προβολή της ταινίας απαγορεύτηκαν στην Τουρκία ως κουμουνιστική προπαγάνδα κάτι που ισχύει ακόμα και σήμερα. Ο Fuad ήταν ο διευθυντής της εταιρίας παραγωγής του Peter Ustinov από το 1982 μέχρι το 1992. Το 2001 έκανε την παραγωγή του Ataturk, ενός ντοκυμαντέρ για τον Κεμάλ Ατατούρκ με αφηγητή τον Donald Sinden.

Τον Ιούλιο 2013, με παρότρυνση του Kavur δημοσιεύτηκε μια επιστολή προς τον τότε Πρωθυπουργό της Τουρκίας, Recep  Tayip  Ergodan  με τη οποία ασκούσε κριτική στην διαχείριση των διαδηλώσεων για το Πάρκο Γκεζί όπου 8 άτομα έχασαν τη ζωή τους, 11 την όρασή τους και 8,000 τραυματίστηκαν. Στο σύνολό τους οι υπογραφές ήταν 30 και συμπεριλάμβαναν καλλιτέχνες και συγγραφείς ανάμεσα στους οποίους ήταν οι Susan Sarandon, Sean Penn, David Lynch, Sir Ben Kingsley, James Fox, Sir Tom Stoppard, Christopher Hampton, Lord Fellowes, Frederic Raphael, Edna O’Brien, Rachel Johnson, Christopher Shinn, Branko Lustig, Vilmos Zsigmond και ο βιογράφος του Κεμάλ Ατατούρκ, Andrew Mango. Η επιστολή δημοσιεύθηκε ως ολοσέλιδη καταχώρηση στους Times του Λονδίνου στις 24 Ιουλίου 2013, κάτι που οδήγησε στον τότε Πρωθυπουργό Erdogan να απειλεί να μηνύσει την εφημερίδα και τους υπογράφοντες.

1Εννοεί τις απελάσεις Ελλήνων υπηκόων εγκατεστημένων στην Τουρκία που έλαβαν χώρα το διάστημα 1964-1966.