Οι Γερμανοί βιομήχανοι και ο ρόλος τους στο σχηματισμό νέας γερμανικής κυβέρνησης

Η πολιτική οικονομία της διαπραγμάτευσης: Oι θέσεις του Συνδέσμου Γερμανών Βιομηχάνων.
|
Open Image Modal
fhm via Getty Images

Του Θάνου Λιάπα, υπ. Διδάκτορα Πολιτικής Επιστήμης, European University Viadrina – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στην ειδική έκδοση «Γερμανικές εκλογές: Οι νέοι συσχετισμοί & η Ευρώπη», που δημοσιεύουν το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ και η ROSA

Η νέα γερμανική κυβέρνηση που θα προκύψει μέσα από τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Σοσιαλδημοκρατών (SPD) από τη μία και Χριστιανοδημοκρατών (CDU/CSU) από την άλλη με τους Πράσινους (Die Grünen) και Φιλελεύθερους (FDP) θα κληθεί να χαράξει, σε μία εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο, για την παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία, μια νέα στρατηγική όχι μόνο για την Γερμανία αλλά και για την ΕΕ/Ευρωζώνη. 

Για να ρίξουμε φως στην πολιτική οικονομία της διαπραγμάτευσης, θα παρουσιάσουμε τις θέσεις του Συνδέσμου Γερμανών Βιομηχάνων (BDI). To BDI είναι η ισχυρότερη εργοδοτική ένωση στην Γερμανία που εκπροσωπεί μεταξύ άλλων τους παγκοσμίως ανταγωνιστικούς κλάδους της αυτοκινητοβιομηχανίας, των χημικών και ηλεκτρονικών προϊόντων.

Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία που έχουν για τη γερμανική οικονομία η βιομηχανία και οι εξαγωγές, καταλαβαίνει κανείς ότι οι θέσεις του BDI θα έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα στη διαμόρφωση της ατζέντας της νέας κυβέρνησης. 

Το BDI υπήρξε καθόλη την προεκλογική περίοδο ιδιαίτερα μεθοδικό στην εξέταση των προγραμμάτων των τεσσάρων κομμάτων συγκρίνοντάς τα μάλιστα με τις δικές του.

Περισσότερη Ευρώπη

Κατά συνέπεια θα ασχοληθούμε εδώ με τις θέσεις του BDI πάνω στα ζητήματα εκείνα που συνδέουν την γερμανική με την ευρωπαϊκή πολιτική, δηλαδή την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), την ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική, αλλά και το ζήτημα της άμυνας και ασφάλειας.

Για το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης

Επενδύσεις στην Ερευνα και Καινοτομία - Ψηφιακή & Περιβαλλοντική μετάβαση 

Επιπλέον ασκεί κριτική στο FDP το οποίο επιθυμεί η Γερμανία να μειώσει ταχέως το δημόσιο χρέος της κάτω από το 60% του ΑΕΠ μετά το τέλος της πανδημίας τηρώντας το όριο που θέτει η συνθήκη του Μάαστριχτ. λέγοντας ότι κάτι τέτοιο θα οδηγήσει «είτε σε αύξηση της φορολογίας είτε σε μείωση των κρατικών εξόδων» πράγμα που θα έχει αρνητική επίδραση «στη ζήτηση και την ανάκαμψη της οικονομίας». Ως προς αυτά τα ζητήματα το BDI φαίνεται να βρίσκεται εγγύτερα στην ατζέντα των Πρασίνων και του SPD που προωθούν την αναθεώρηση του ΣΣΑ. 

Το BDI υποστηρίζει ότι πρέπει να αυξηθεί στο 3.5% του ΑΕΠ το κόστος για Έρευνα και Καινοτομία, καθώς επίσης να προωθηθεί ένα δεκαετές πλάνο κρατικών και ιδιωτικών επενδύσεων και εκσυγχρονισμού των γερμανικών υποδομών για να μπορέσει να λάβει χώρα η περιβαλλοντική και ψηφιακή μετάβαση.

Εδώ το BDI βρίσκεται πιο κοντά στην προγραμματική ατζέντα των Πρασίνων, οι οποίοι ρητά στηρίζουν ένα τέτοιο μοντέλο. Παρόλα αυτά οι Πράσινοι, σε αντίθεση με το BDI και τα άλλα κόμματα ζητούν τη δημιουργία και ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου βιώσιμων επενδύσεων.

Παρά τις όποιες επιμέρους διαφοροποιήσεις και τα τέσσερα κόμματα στηρίζουν την κρατική χρηματοδότηση «τεχνολογιών-κλειδιά που θα ενισχύσουν την ’ψηφιακή και τεχνολογική κυριαρχία (Souveränität) της Γερμανίας καθώς και τις εξαγωγές της».

Εδώ λοιπόν αναδεικνύεται η έντονη ανησυχία των Γερμανών βιομηχάνων για την έλλειψη «ψηφιακών υποδομών» της Γερμανίας που την φέρνει σε μειονεκτική θέση στον παγκόσμιο ανταγωνισμό για την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών αλλά και μειώνει τα κίνητρα για ιδιωτικές επενδύσεις σε αυτούς τους τομείς.

Μείωση της φορολογίας, περισσότερο κράτος και εξαγωγές

Παρόλα αυτά, το BDI ζητεί να συνδυαστεί η φαινομενικά κεϋνσιανή αυτή κρατική παρέμβαση με μείωση της φορολογίας κεφαλαίου στο 25% (από κατά μέσο όρο 31%) και αιτήματα για περαιτέρω φορολογικές ελαφρύνσεις. Κατά συνέπεια, το κράτος θα πρέπει να δανειστεί από τις αγορές για να μπορέσει να χρηματοδοτήσει αυτά τα πλάνα. Αυτό δείχνει ότι η θετική στάση του BDI ως προς τη χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων αντανακλά τα συμφέροντα της γερμανικής εξαγωγικής βιομηχανίας.

Η άνοδος της Κίνας και ο ιδιαίτερος ρόλος του κράτους στην οικονομία της έχει οδηγήσει το γερμανικό κράτος και κεφάλαιο προς την προώθηση μιας περισσότερης ενισχυμένης κρατικής παρουσίας. 

Μεγαλύτερο μερίδιο στην ευρωπαϊκή ασφάλεια

Οι γεωπολιτικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα τα τελευταία χρόνια στην Ευρασία με την στρατηγική αναβάθμιση Ρωσίας και Κίνας και τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος του ΝΑΤΟ από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό, διαμορφώνουν ένα κενό ασφάλειας αλλά και μια ευκαιρία για το γερμανικό και ευρωπαϊκό μπλοκ να αναλάβει έναν πιο αναβαθμισμένο γεωπολιτικό ρόλο.

Έτσι το BDI συστήνει να αναλάβει «με συγκεκριμένες πράξεις η Γερμανία μεγαλύτερο μερίδιο στην ευρωπαϊκή ασφάλεια». Ενδιαφέρον εδώ παρουσιάζει η πρόταση για ενίσχυση της (ευρωπαϊκής) χρηματοδότησης καινοτόμων ευρωπαϊκών προγραμμάτων στρατιωτικής βιομηχανίας και η κατά το δυνατό διασύνδεσή τους με την υπόλοιπη παραγωγική αλυσίδα (spill-over effect). Στα ζητήματα αυτά υπάρχει σε μεγάλο βαθμό συναίνεση και μεταξύ των τεσσάρων κομμάτων. Αντίθετα διαφοροποιήσεις εμφανίζονται ως προς τη θέση περί αύξησης των στρατιωτικών δαπανών της Γερμανίας στο 2% του ΑΕΠ, όπου το SPD και οι Πράσινοι διαφωνούν ανοικτά ενώ αντίθετα CDU/CSU και FDP συμφωνούν με τη θέση των βιομηχάνων.  

Σχετικά με τον ευρωπαϊκό νότο

H εξέταση των θέσεων του BDI καταδεικνύει τη συνειδητοποίηση εκ μέρους των εκπροσώπων της βιομηχανίας ότι για να μπορέσει η Γερμανία να επιβιώσει στον οικονομικό και γεωπολιτικό ανταγωνισμό με ΗΠΑ και Κίνα χρειάζεται ισχυρή κρατική στήριξη της βιομηχανίας και ισχυρή Ευρώπη.

Μήπως αυτές οι θέσεις αποτελούν μια προσπάθεια του BDI να παρουσιάσει μια νέα ηγεμονικά «προοδευτική» ατζέντα για τη Γερμανία και την Ευρώπη; Μάλλον όχι, αφού δεν κάνει καμία αναφορά στη διαγραφή του μη βιώσιμου χρέους των νότιων κρατών-μελών, τη μονιμοποίηση της ανακατανομής πόρων από τις χώρες του πυρήνα της Ευρωζώνης προς τον Νότο ή το ζήτημα της «κοινωνικής Ευρώπης», ενώ ζητεί μειώσεις της φορολογίας των επιχειρήσεων. 

Αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε είναι ότι το BDI με τη χαλάρωση της ακραίας δημοσιονομικής περιστολής επιδιώκει να κινητοποιήσει την υποστήριξη των αστικών τάξεων του Νότου. Παρόλα αυτά η ατζέντα του δεν περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των λαϊκών και ευρύτερων στρωμάτων μισθωτών και νέων και δεν θέτει τις προϋποθέσεις ότι η ανάκαμψη, ανεξάρτητα από το μέγεθός της, θα έχει διάρκεια και θα είναι βιώσιμη στο χρόνο, ισόρροπη μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών και κοινωνικά και ταξικά δίκαιη.