Περιοριστικά Μέτρα και Αστυνομική Εξουσία

Η Αστυνομία οφείλει να επιτελέσει το έργο της με ιδιαίτερη ευαισθησία λαμβανομένης υπόψη της επιβαρυμένης οικονομικής κρίσης που μαστίζει την ελληνική κοινωνία.
Open Image Modal
Costas Baltas / Reuters

Η εξάπλωση της πανδημίας οδήγησε αναπόφευκτα στην επιβολή νέων περιοριστικών μέτρων, η επιτήρηση και η εφαρμογή των οποίων ανατίθεται κατά κύριο λόγο στις αστυνομικές αρχές. Έτσι, η αστυνομία, πέραν της κυρίας αποστολής της που επικεντρώνεται στην πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, έχει επιφορτισθεί από την αρχή της πανδημίας και με την επιτήρηση των μέτρων για τον περιορισμό της που αποσκοπούν στην προστασία της δημόσιας υγείας. 

Στην αστυνομική επιστήμη, η αστυνόμευση αποτελεί την κύρια συνιστώσα του αστυνομικού έργου για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας και προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την αμεσότητα επαφής μεταξύ αστυνομικού και πολίτη σε καθημερινή βάση. Εν προκειμένω, η ενεργός συμμετοχή της αστυνομίας στην εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων κατά της πανδημίας δημιουργεί ένα ιδιαζούσης μορφής περιβάλλον αστυνόμευσης, το οποίο αφενός μεν δεν σχετίζεται άμεσα με την εγκληματικότητα αυτή καθαυτή, αφετέρου δε, προβλέπεται σημαντικά ενισχυμένη η αστυνομική παρουσία καθ’ όλη τη διάρκεια του 24ώρου. 

Η αύξηση της αστυνομικής παρουσίας και των εντατικών αστυνομικών ελέγχων για την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων κατά της πανδημίας, συνεπάγεται, όπως είναι φυσικό, και την αύξηση των επαφών μεταξύ αστυνομικών και πολιτών και μάλιστα πολύ περισσότερο απ´ ότι συνήθως συμβαίνει στην κλασσική μορφή αστυνόμευσης για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας. Ως εκ τούτου, η καθημερινή και επαυξημένη αλληλεπίδραση μεταξύ αστυνομικών και πολιτών στο πλαίσιο της εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων, οδηγεί αναπόφευκτα και σε αυξημένες εντάσεις αλλά και αντιδράσεις των πολιτών κυρίως όταν πρόκειται για την επιβολή αυστηρών διοικητικών προστίμων, όπως προβλέπονται από τις αποφάσεις των αρμοδίων κρατικών φορέων. 

Με δεδομένο, λοιπόν, ότι η αστυνομία καλείται για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της να υλοποιήσει μία ιδιάζουσα μορφή αστυνόμευσης σε μία πρωτόγνωρη κατάσταση για τα ελληνικά δεδομένα, οφείλει να επιτελέσει το έργο της με ιδιαίτερη προσοχή και κυρίως με ιδιαίτερη ευαισθησία αναφορικά με την επιβολή των προβλεπόμενων και εν πολλοίς δυσβάστακτων διοικητικών προστίμων, λαμβανομένης υπόψη της επιβαρυμένης οικονομικής κρίσης που μαστίζει την ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια. 

Και τούτο διότι η κύρια συνιστώσα του αστυνομικού έργου υπήρξε ανέκαθεν ανθρωποκεντρική. Εξ´ου και το γεγονός ότι ο Ευρωπαϊκός Κώδικας Αστυνομικής Δεοντολογίας, ο οποίος αποτελεί μέρος του νομικού πολιτισμού κάθε Ευρωπαϊκής χώρας καθώς και της Ελλάδας (Π.Δ. 254/2004, Φ.Ε.Κ. 238/Α), προβλέπει συγκεκριμένες διατάξεις σχετικά με τη διακριτική ευχέρεια που πρέπει να διέπει την εκτέλεση των αστυνομικών καθηκόντων, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην προσέγγιση των αναγκών των πολιτών με ανθρωπισμό, σεμνότητα και κοινωνική ευαισθησία, ώστε να επιτυγχάνεται η αποτελεσματική εξυπηρέτησή τους. 

Εν κατακλείδι, το προσωπικό της αστυνομίας αποτελεί την αιχμή του δόρατος στην καθημερινή μάχη της καταπολέμησης της πανδημίας και ως εκ τούτου το αστυνομικό προσωπικό τελεί σε ένα διαρκές και αυξημένο επίπεδο ετοιμότητας αλλά και επικινδυνότητας, γεγονός που η πολιτεία πρέπει να αναγνωρίσει εμπράκτως. Παράλληλα, όμως, η δημιουργία σχέσεων αμοιβαίας εμπιστοσύνης, συνεργασίας και κοινωνικής συναίνεσης πρέπει να αποτελούν καθημερινό μέλημα της Αστυνομίας καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της εξαιρετικά δύσκολης περιόδου.-

 

Ο κ. Ευάγγελος Στεργιούλης είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και ε.α.Υποστράτηγος της Ελληνικής Αστυνομίας. Υπηρέτησε στην έδρα της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας - Europol στη Χάγη και διετέλεσε προϊστάμενος των Εθνικών Υπηρεσιών Interpol και Europol της Ελλάδας. Έχει διδάξει στις Ακαδημίες της Ελληνικής και Κυπριακής Αστυνομίας, καθώς και στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου.