Πέθανε σε ηλικία 103 ετών ο τελευταίος επιζών εισαγγελέας από τις δίκες της Νυρεμβέργης

Ο Μπεν Φέρεντς ήταν μόλις 27 ετών όταν εξασφάλισε τις καταδίκες ναζί αξιωματικών για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Open Image Modal
Richard Blanshard via Getty Images

Ο τελευταίος επιζών εισαγγελέας από τις δίκες της Νυρεμβέργης μετά τον Β′ Παγκόσμιο Πόλεμο πέθανε σε ηλικία 103 ετών.

Ο Μπεν Φέρεντς ήταν μόλις 27 ετών όταν εξασφάλισε τις καταδίκες ναζί αξιωματικών για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Αργότερα υποστήριξε τη σύσταση ενός διεθνούς δικαστηρίου για τη δίωξη εγκλημάτων πολέμου, στόχος που επιτεύχθηκε το 2002.

Ο Φέρεντς πέθανε ειρηνικά στον ύπνο του το βράδυ της Παρασκευής σε μια εγκατάσταση υποβοηθούμενης διαβίωσης στο Μπόιντον Μπιτς της Φλόριντα.

Επιβεβαιώνοντας τον θάνατό του, το Μουσείο Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ είπε ότι ο κόσμος έχασε «έναν ηγέτη στην αναζήτηση δικαιοσύνης για τα θύματα της γενοκτονίας».

 

 

Ο Φέρεντς γεννήθηκε στην Τρανσυλβανία  της Ρουμανίας το 1920, αλλά η οικογένειά του μετανάστευσε στις ΗΠΑ όταν ήταν νέος για να ξεφύγει από τον αντισημιτισμό, και αργότερα εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη.

Μετά την αποφοίτησή του από τη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ το 1943, κατατάχθηκε στον στρατό των ΗΠΑ και έλαβε μέρος στις συμμαχικές αποβάσεις στη Νορμανδία και Μάχη των Αρδεννών. Προήχθη στο βαθμό του Λοχία και τελικά εντάχθηκε σε μια ομάδα που είχε επιφορτιστεί με τη διερεύνηση και τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων για τα εγκλήματα πολέμου των Ναζί.

Η ομάδα είχε τη βάση της στη Γερμανία και έμπαινε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης καθώς απελευθερώνονταν, κρατώντας σημειώσεις για τις συνθήκες στο καθένα και παίρνοντας συνεντεύξεις από επιζώντες.

Σε μια μεταγενέστερη αφήγηση της ζωής του, ο Φέρεντς μίλησε για την εύρεση πτωμάτων «στοιβαγμένα σαν κούτσουρα» και «ανήμπορους σκελετωμένους αιχμαλώτους με διάρροια, δυσεντερία, τύφο, φυματίωση, πνευμονία και άλλες ασθένειες, να κάνουν εμετό στις κουκέτες τους ή στο έδαφος πεσμένους στο έδαφος με τα αξιολύπητα μάτια τους να παρακαλούν για βοήθεια»..

Περιέγραψε το Μπούχενβαλντ -ένα από τα μεγαλύτερα στρατόπεδα εντός της Γερμανίας- ως «ένα κτήριο απερίγραπτης φρίκης».

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπέστη ανεξίτηλο τραύμα από τις εμπειρίες μου ως ανακριτής εγκλημάτων πολέμου των ναζιστικών κέντρων εξόντωσης», έγραψε. «Προσπαθώ ακόμα να μην μιλάω ή να σκέφτομαι τις λεπτομέρειες».

Μετά τον πόλεμο, επέστρεψε στη Νέα Υόρκη για να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, αλλά λίγο αργότερα στρατολογήθηκε για να βοηθήσει στη δίωξη των Ναζί στις δίκες της Νυρεμβέργης, παρόλο που δεν είχε προηγούμενη εμπειρία σε δίκη.

 

 

Έγινε γενικός εισαγγελέας στη δίκη των μελών των Einsatzgruppen, κινητών τμημάτων θανάτου των SS που δρούσαν στην κατεχόμενη από τους Ναζί Ανατολική Ευρώπη και εκτιμάται ότι είχαν δολοφονήσει περισσότερους από ένα εκατομμύριο ανθρώπους.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, απαγγέλθηκαν κατηγορίες εναντίον 24 ανώτερων αξιωματούχων των Ναζί. Δεκαεννέα καταδικάστηκαν, ενώ τρεις αθωώθηκαν. Δώδεκα καταδικάστηκαν σε θάνατο και 10 εκτελέστηκαν.

Μετά το τέλος της δίκης, ο Φέρεντς – ο οποίος μιλούσε άπταιστα έξι γλώσσες, μεταξύ των οποίων και τα γερμανικά – παρέμεινε στη Δυτική Γερμανία και βοήθησε τις εβραϊκές ομάδες να επιτύχουν μια διευθέτηση αποζημιώσεων από τη νέα κυβέρνηση.

Στα τελευταία του χρόνια, έγινε καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και έκανε εκστρατεία για ένα διεθνές δικαστήριο που θα μπορούσε να διώξει τους ηγέτες των κυβερνήσεων που διαπιστώθηκε ότι διέπραξαν εγκλήματα πολέμου, γράφοντας πολλά βιβλία για το θέμα.

Το 2002, ιδρύθηκε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο στη Χάγη της Ολλανδίας, αν και η αποτελεσματικότητά του έχει περιοριστεί από την άρνηση πολλών μεγάλων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, να συμμετάσχουν.

Ο Φέρεντς αφήνει πίσω του έναν γιο και τρεις κόρες. Η σύζυγός του – η αγαπημένη του Γκέρτρουντ Φριντ – πέθανε το 2019.

Πηγή: BBC