Συνάντηση Μέρκελ-Ερντογάν: Ανησυχίες και προβληματισμοί για την Ευρώπη

Ο διακαής πόθος του Βερολίνου να αναδειχθεί σε πολύτιμο στρατηγικό παίκτη.
|
Open Image Modal
ASSOCIATED PRESS

Εν αναμονή της εξόδου της Μεγάλης Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Γερμανία σπεύδει να αναλάβει τα ηνία της προστάτιδας δύναμης επί του ευρωπαϊκού “άρματος”. Η συνάντηση Μέρκελ-Ερντογάν επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό τους ισχυρισμούς σχετικά με τις επιδιώξεις της γερμανικής πλευράς για ανάληψη πρωταγωνιστικού ρόλου εντός μιας ιδιαιτέρως ταραγμένης και στρατηγικά αποπροσανατολισμένης Ευρώπης.

Η εμφύλια κρίση της Λιβύης κατέστησε σαφές στα κράτη μέλη της Ένωσης πως η κοινή στρατηγική κουλτούρα γύρω από ζητήματα εξωτερικής πολιτικής είναι και το μοναδικό μέσο για επίτευξη ουσιαστικής ολοκλήρωσης. Η αποκλινόμενη αντίληψη της έννοιας της εξωτερικής απειλής, αλλά και οι διαφοροποιήσεις σε ό,τι αφορά το γεωπολιτικό υπόβαθρο των κρατών, αποκαλύπτουν τους λόγους για τους οποίους οι ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν τις κρίσεις του σύγχρονου γίγνεσθαι από διαφορετική οπτική σκοπιά.

Η απομάκρυνση της Μεγάλης Βρετανίας από την Ενωμένη Ευρώπη επιταχύνει την ανάληψη πρωτοβουλιών σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής από φιλόδοξα κράτη, όπως είναι η Γερμανία, με σκοπό την κάλυψη του κενού ισχύος, αλλά και την αποφυγή μελλοντικών προσπαθειών από το Λονδίνο για ενδεχόμενη υπονόμευση των δυνατοτήτων των ευρωπαϊκών κρατών.

Ο τρόπος αντιμετώπισης της κρίσης της Λιβύης, αλλά και η γενικότερη στάση που επιδεικνύει η Γερμανία απέναντι σε μη ευρωπαϊκά κράτη επιβεβαιώνουν την βαθιά επιθυμία του Βερολίνου να αναδειχθεί σε πολύτιμο στρατηγικό παίκτη.

Τόσο η ανάγκη για επίτευξη ειρήνης στη Λιβύη, όσο και η από κοινού προσπάθεια για διευθέτηση του μεταναστευτικού ζητήματος στη Συρία είναι σημεία που αξίζουν της προσοχής από τη συνάντηση της Καγκελαρίου με τον Τούρκο Πρόεδρο.

Κατά μια έννοια, θα μπορούσε να υποστηριχθεί, πως οι διαπραγματεύσεις που επιχειρήθηκαν και σχολιάστηκαν ποικιλοτρόπως το προηγούμενο διάστημα, τελικώς, αποδείχθηκαν άνευ λόγου και σημασίας, μιας οι και επιδιώξεις για ειρήνευση της περιοχής κρίθηκαν άκαρπες.

Στο παρελθόν, οι απόπειρες των Μεγάλων Δυνάμεων για “κατασκευή ειρήνης” σε κράτη που θεωρούνταν “αποτυχημένα” επέφερε και την οριστική απομάκρυνσή τους από την κανονικότητα. Οι υβριδικές απειλές, αλλά και η έλλειψη δημοκρατικών δομών είναι μόνο μερικά από τα χαρακτηριστικά που απέμειναν σε κράτη όπως η Σομαλία, το Ιράκ, αλλά και η Λιβύη.

Επανερχόμενοι στα σημερινά δεδομένα, διαπιστώνουμε πως, η εμφύλια διαμάχη που διεξάγεται στα λιβυκά εδάφη, έχει καταστήσει τους δύο ευκαιριακούς συμμάχους, Ρωσία και Τουρκία, ως τους πλέον σημαντικούς γεωστρατηγικούς δρώντες εντός της περιοχής, θέτοντας την Ευρώπη σε δευτερεύοντα ρόλο.

Η τακτική της Γερμανίας να διαπραγματεύεται μονομερώς ζητήματα εξωτερικού ενδιαφέροντος, όπως είναι τα τεκταινόμενα στη λεκάνη της Μεσογείου, αλλά και το μεταναστευτικό, ενδεχομένως να θέσει την Ευρωπαϊκή Ένωση στο περιθώριο σημαντικών αποφάσεων.

Η μελλοντική λήξη της εμφύλιας κρίσης της Λιβύης είναι ικανή, πέρα από την εδραίωση δυνάμεων στην περιοχή, να αποτελέσει και το σημείο καμπής για την ενωσιακή λογική. Μια πολεμική διαμάχη που διεξάγεται πλησίον της ευρωπαϊκής ηπείρου, χωρίς αμφιβολία, οφείλει να λάβει και την αντίστοιχη συλλογική μέριμνα, προκειμένου να αποφευχθεί μια εκ των έσω αμφισβήτηση ή ακόμη και μια οπισθοχώρηση.

Τα διαπραγματευτικά εργαλεία της Ρωσίας, αλλά και της Τουρκίας γύρω από θέματα που επηρεάζουν την ασφάλεια των ευρωπαϊκών κρατών θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από την Ένωση υπό το πρίσμα της από κοινού διευθέτησης και όχι της χρησιμοθηρικής αντίληψής τους για την ανάληψη ηγετικών καθηκόντων.

Προκειμένου να εξακολουθήσει να υφίσταται το ευρωπαϊκό κεκτημένο, κρίνεται απαραίτητο για τα κράτη μέλη να βρεθούν στο στάδιο της εκ νέου αναδιαμόρφωσης του ενωσιακού οικοδομήματος. Οι βάσεις των ιδεών και των αμοιβαίων αξιών που διαπνέουν την Ευρώπη θα πρέπει να ισχύσουν σε όλα τα επίπεδα πολιτικής, χωρίς πλέον να αντιμετωπίζεται Ευρωπαϊκή Ένωση ως μια τεχνοκρατική κατασκευή για την εξυπηρέτηση οικονομικών συγκλίσεων.

Η διατήρηση της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας σε καθαρά διακυβερνητικό στάδιο είναι μια πραγματικότητα που ενδεχομένως αποβεί μοιραία για τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο βαθμό, μάλιστα, που η εξωτερική πολιτική της Ουάσινγκτον εξακολουθήσει να κυμαίνεται σε διαθέσεις εσωστρέφειας.