Τα αμερικανικά F-35 ενισχύουν τα Εμιράτα και μεταβάλλουν τις ισορροπίες

Από τον Τραμπ στον Μπάιντεν - Η Μέση Ανατολή σε μεταβατική περίοδο
|
Open Image Modal
ASSOCIATED PRESS

Όπως ήταν αναμενόμενο, χθες (10/11) ανακοινώθηκε εκ μέρους της διακυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ, δια στόματος του Υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο, ότι εγκρίθηκε η πώληση 50 πολεμικών αεροσκαφών τελευταίας τεχνολογίας F-35 στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ως επίσης και άλλου σημαντικού σε ποιότητα και ποσότητα στρατιωτικού εξοπλισμού έναντι του ποσού των 23 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο κ. Πομπέο δήλωσε ότι η έγκριση της πώλησης στρατιωτικού εξοπλισμού προς τα Εμιράτα βρίσκεται σε απόλυτη ακολουθία με τη συμφωνία εξομάλυνσης των διπλωματικών σχέσεων Ισραήλ-ΗΑΕ του περασμένου Αυγούστου - γεγονός που ουσιαστικά διαψεύδει τον ισχυρισμό του Βενιαμίν Νετανιάχου ότι το ζήτημα των F-35 δεν είτε τεθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ενόψει της εξομάλυνσης των σχέσεων της χώρας του με Εμιράτα.

Ήταν κοινό μυστικό ότι τα ΗΑΕ είχαν θέσει όρο την απόκτηση των F-35, προκειμένου να πεισθούν να εξομαλύνουν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ - και αυτό είχε επισημανθεί πολλές φορές από τα κρατικά και ιδιωτικά ισραηλινά ΜΜΕ. Η πληροφορία μάλιστα εκείνη είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και προβληματισμούς εκ μέρους δεξαμενών σκέψης στη χώρα και στρατιωτικούς εν αποστρατεία, λόγω του ισχυρισμού ότι μία τέτοια στρατιωτική ενδυνάμωση των ΗΑΕ θα θέσει σε κίνδυνο την ποιοτική υπεροχή της ισραηλινής στρατιωτικής μηχανής στην Μέση Ανατολή. Στόχος των πρόσφατων επανειλημμένων επισκέψεων στην Ουάσινγκτον του ισραηλινού Υπουργού Άμυνας - και μελλοντικού εκ περιτροπής Πρωθυπουργού - Μπένι Γκαντς ήταν να αποσαφηνισθεί αυτή ακριβώς η σημαντική λεπτομέρεια: Ότι δηλαδή, η ποιοτική υπεροχή που έχουν ήδη οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις στην Μέση Ανατολή δεν θα απειληθεί.

Χωρίς να έχουν δοθεί στην δημοσιότητα περαιτέρω εξηγήσεις, προφανώς η ισραηλινή αυτή απαίτηση φαίνεται πως έχει ικανοποιηθεί. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνει και η χθεσινή ανακοίνωση της Πρεσβείας των ΗΑΕ στην Ουάσιγκτον, αναφέροντας ότι παρά την σημαντική ενίσχυση του εμιρατινού οπλοστασίου, η ισραηλινή ποιοτική υπεροχή δεν απειλείται. Ωστόσο, στο Ισραήλ και στον δημόσιο διάλογο που μαίνεται εδώ και καιρό μεταξύ αξιωματούχων της κυβέρνησης συνασπισμού Νετανιάχου-Γκαντς εκφράζονται έντονες αλληλοκατηγορίες για τον χειρισμό της υπόθεσης της πώλησης των αμερικανικών F-35 στα ΗΑΕ, με επίκεντρο πάντοτε τις κινήσεις που φέρεται να αποφάσισε να εφαρμόσει ο Νετανιάχου προσωπικά, χωρίς προηγουμένως να διαβουλευθεί με τον κυβερνητικό του εταίρο Γκαντς ή τον ΥΠΕΞ Ασκενάζι, ο οποίος και είναι ο σημαντικότερος κομματικός εταίρος του Γκαντς.

Είναι σαφές ότι οι ενδοϊσραηλινές πολιτικές αντιπαραθέσεις έχουν έντονο προεκλογικό τόνο, μιας και είναι γνωστό ότι οι διαφορές εντός της κυβέρνησης συνασπισμού είναι τόσο μεγάλες, ώστε να μην έχουν επιτρέψει μέχρι τώρα την ψήφιση του προϋπολογισμού του τρέχοντος οικονομικού έτους 2020. Εάν μάλιστα το κοινοβούλιο (Κνέσετ) δεν μπορέσει να εγκρίνει τον κρατικό προϋπολογισμό έως τις 23/12, θα διαλυθεί αυτοδικαίως και το Ισραήλ αναμένεται να συρθεί στις κάλπες πρόωρα για ακόμα μια φορά, πιθανότατα τον Μάρτιο του 2021.

Από την άλλη, είναι εξ ίσου γνωστό ότι η πώληση των F-35 στα ΗΑΕ, συνάδει πλήρως με το γράμμα και το πνεύμα των προηγουμένων δύο συνθηκών ειρήνης που σύναψε το Ισραήλ με την Αίγυπτο (1978) και την Ιορδανία (1996) , βάσει των οποίων και τότε, οι ΗΠΑ, κατόπιν συνεννοήσεως με τις τότε ισραηλινές κυβερνήσεις, ενίσχυσαν το οπλοστάσιο των ως άνω δύο αραβικών χωρών, προκειμένου να στηρίξουν την πολιτική και διπλωματική προσέγγιση μεταξύ του Ισραήλ, της Αιγύπτου και της Ιορδανίας στον τομέα της ασφάλειας. Τα καθ’όλα πραγματικά ως άνω δεδομένα, φρόντισε να αναφέρει ο Αμερικανός ΥΠΕΞ χθες (10/11), αποσαφηνίζοντας οιεσδήποτε τυχόν απορίες προκύψουν στον δημόσιο πολιτικό διάλογο στο Ισραήλ το επόμενο διάστημα.

Με αυτά τα δεδομένα, όσα ακούστηκαν και όσα πρόκειται να ακουστούν στο Ισραήλ γύρω από το θέμα των αμερικανικών F-35 που πωλούνται στα ΗΑΕ, καλό θα είναι να ληφθούν υπ’όψιν ως σαφή προμηνύματα μίας νέας εκλογικής διαδικασίας, που δεν θα αργήσει να πραγματοποιηθεί, εάν όχι τον Μάρτιο του 2021, τότε πιθανότατα προτού έρθει η χρονική στιγμή ανάληψης της πρωθυπουργίας εκ μέρους του νυν Υπουργού Άμυνας Μπένι Γκαντς. Τέλος, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι τον ερχόμενο Ιανουάριο θα συνεχιστεί η ακροαματική διαδικασία των ποινικών υποθέσεων με κατηγορούμενο τον Νετανιάχου. Εάν το Ισραήλ εισέλθει σε άτυπη προεκλογική περίοδο στις 23/12, με την αυτοδίκαιη διάλυση της Κνέσετ, είναι σχεδόν βέβαιο ότι η ακροαματική διαδικασία θα αναβληθεί εκ νέου.

Όσο για το ζήτημα της πώλησης των αμερικανικών F-35 στα ΗΑΕ δεν φαίνεται να σταματά εδώ. Μέσα στις επόμενες 30 ημέρες, το Αμερικανικό Κογκρέσο θα κληθεί να εγκρίνει τους όρους της σύμβασης. Πληροφορίες μάλιστα λένε ότι εκ μέρους της παράταξης Τζο Μπάιντεν θα προβληθούν ενστάσεις για κάποιους από τους όρους της συμφωνίας και ότι δεν αποκλείεται, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του τον ερχόμενο Ιανουάριο, ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ θα θελήσει να αναθεωρήσει κάποιους από αυτούς. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θεωρείται πιθανό, μιας και έχει δοθεί η εντύπωση ότι η νέα αμερικανική διακυβέρνηση δεν προτίθεται να τραβήξει στα άκρα τις σχέσεις της με το Ιράν - κάτι που η διακυβέρνηση Τραμπ δεν έδειξε να θέλει να αποφύγει.

Αξίζει να αναφερθεί ότι, πέραν των 50 αεροσκαφών τύπου F-35, στη σύμβαση μεταξύ ΗΠΑ-ΗΑΕ προβλέπεται και η πώληση 18 μη επανδρωμένων αεροσκαφών τύπου MQ-9B με τα συνοδευτικά τους πυρομαχικά, ως επίσης και πρόσθετου οπλισμού συνολικής αξίας 10 δισ. δολαρίων που περιλαμβάνει πυραύλους ακριβείας και ”έξυπνες βόμβες”. Όταν μάλιστα από επίσημα χείλη των ΗΑΕ αναφέρεται ότι η αμερικανική ενίσχυση του οπλοστασίου της χώρας έχει σκοπό ”να προασπίσει τα συμφέροντα των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στην περιοχή”, είναι σαφές ότι στους στόχους αυτής της στρατιωτικής αναβάθμισης του μικρού αυτού κράτους του Κόλπου περιλαμβάνεται προφανώς - και μάλλον πρωτίστως - το γειτονικό Ιράν, αλλά και οι όποιοι σύμμαχοί στα διάφορα ανοιχτά μέτωπα ιρανικού ενδιαφέροντος (λχ στην Υεμένη, στη Συρία αλλά και στις πάντοτε εύθραυστες ισορροπίες στο Ιράκ).

Ανεξαρτήτως των ανωτέρω αυτονόητων επαγωγικών συμπερασμάτων, εκτιμάται τουλάχιστον απίθανη η ακύρωση της πώλησης του αμερικανικού εξοπλισμού στα ΗΑΕ, παρά τις φραστικές αντιρρήσεις που αναμένονται από την παράταξη Μπάιντεν. Η πώληση των F-35 και του πρόσθετου οπλισμού προς τα ΗΑΕ θα εγκριθεί από το Κογκρέσο και ο νέος Πρόεδρος θα φροντίσει να δώσει μία πρόγευση μιας ηπιότερης, αναθεωρημένης στάσης των ΗΠΑ έναντι πρωτίστως του Ιράν (κάτι που μας προϊδεάζει για μία αντίστοιχη ηπιότερη στάση των ΗΠΑ έναντι των Παλαιστινίων).

Αλλά, περί των κινήσεων τακτικής που θα εφαρμόσει η νέα αμερικανική διακυβέρνηση, θα αποκαλύψουν οι εβδομάδες που μεσολαβούν έως την τελετή ανάληψης των καθηκόντων του Τζο Μπάιντεν, η οποία - εκτός απροόπτου - θα πραγματοποιηθεί στις 20 Ιανουαρίου 2021.