Ταραγμένες θάλασσες και αβέβαιες εξελίξεις

Ίσως η Αθήνα δεν έχει αντιληφθεί τα πλεονεκτήματα που της παρέχει η δυνατότητα επέκτασης των χωρικών υδάτων
Open Image Modal
Eurokinissi

Δεν πρόλαβε να κλείσει το 2018 και ο πάντα απρόβλεπτος αλλά και συνεπής σε αρκετές προεκλογικές υποσχέσεις του, Donald Trump, αιφνιδίασε και μάλλον προκάλεσε, από αμηχανία μέχρι και ανησυχία, σε αρκετούς συμμάχους του. Πηγή της αναταραχής, η ανακοίνωση της απόσυρσης των αμερικανικών δυνάμεων από τη Συρία καθόσον κατά τον αμερικανό Πρόεδρο, “mission accomplished” και ο ISIS αποτελεί παρελθόν. Στο βάθος μάλιστα φαίνεται ότι προαλείφεται και η αμερικανική αναδίπλωση από το Αφγανιστάν. Τελείως σουρεαλιστικά, οι παγκοσμίως όψιμοι θιασώτες της αμερικανικής παρουσίας, πρώην οπαδοί του “Yankees go home”, κατακρίνουν την αμερικανική απόφαση απόσυρσης επικαλούμενοι την ανάγκη της ηγεμονικής σταθερότητας (sic).

Πράγματι ακατανόητη η εξαγγελία της εσπευσμένης αμερικανικής αναχώρησης από τη Συρία και χωρίς να έχουν εξασφαλιστεί οι επιδιωκόμενοι στόχοι της προ τριετίας ανάπτυξης των στρατευμάτων που προφανώς δεν περιορίζονταν στην αντιμετώπιση των τζιχαντιστών. Η παραίτηση του αμερικανού υπουργού αμύνης αποδεικνύει ότι ο Πρόεδρος Trump δεν παρουσίασε μια τεκμηριωμένη δικαιολόγηση της απόφασης ή ένα εναλλακτικό σχέδιο δράσεως. Αναφορές στα αμερικανικά ΜΜΕ κάνουν λόγο για άλλη μια προεδρική απόφαση παρακινούμενη από το ένστικτο του Προέδρου και γενικόλογες προγενέστερες δεσμεύσεις του. Είναι γεγονός ότι η ιστορία βρίθει παραδειγμάτων ισχυρών ηγετών που τυφλωμένοι από προσωπικές επιτυχίες στο χειρισμό κρισίμων θεμάτων, οδηγήθηκαν στην αλαζονεία, στην απόρριψη κάθε είδους συμβουλών και στην εμμονική προσκόλληση σε καταστροφικές επιλογές. Στην περίπτωση της Συρίας, μια ιδιαίτερα επιτυχημένη και σχετικά χαμηλού κόστους (ειδικά σε αμερικανικό αίμα) ανάπτυξη στρατευμάτων διακόπτεται και αφήνεται χώρος δράσεως για τις ιρανικές, ρωσικές και τουρκικές δυνάμεις (ίσως και τους τζιχαντιστές). Οι παραπάνω δυνάμεις, συνεπικουρούντος και του Σύριου Προέδρου Assad, έχουν επιδείξει -μέχρι χθες- μια σημαντική σύμπλευση που έρχεται σε ριζική αντίθεση με τα αμερικανικά σχέδια στην ευρύτερη περιοχή.

Ενδεχομένως, ο Πρόεδρος Trump να επιδιώκει μια εξομάλυνση των αμερικανορωσικών, συνάμα και αμερικανοτουρκικών, σχέσεων. Ενώ είναι γνωστή η εμμονή του στην αντιμετώπιση της Τεχεράνης, η αμερικανική απόσυρση φαίνεται ότι ενισχύει τη θέση της τελευταίας στην περιοχή. Ίσως ο Trump να θεωρεί ότι η αμερικανική αναδίπλωση θα οδηγήσει στην κατάρρευση της αφύσικης «συμμαχίας» Ρωσίας-Τουρκίας-Ιράν και ειδικά στην επαναφορά της Άγκυρας στις ατλαντικές επιλογές. Έντονη ανησυχία επικρατεί και στις γραμμές των Κούρδων της Συρίας που δικαιολογημένα αισθάνονται ευάλωτοι σε τουρκικές ενέργειες ενώ παραμένουν καχύποπτοι με τη Δαμασκό και την Τεχεράνη. Ανήσυχοι και οι ευρωπαίοι ηγέτες που αντιλαμβάνονται ότι η αμερικανική αναδίπλωση θα επιφέρει δυσαναπλήρωτα κενά στις κοινές επιχειρήσεις κατά των τζιχαντιστών καθώς οι αμυντικές ικανότητες των χωρών τους υπολείπονται κατά πολύ των αντίστοιχων αμερικανικών. Σφοδρή όμως ανησυχία διακατέχει και τις ηγεσίες πολλών άλλων χωρών που στηρίζουν, λιγότερο ή περισσότερο, την επιβίωση των καθεστώτων τους ή ακόμη την επίτευξη των εθνικών στόχων, στην αμερικανική υποστήριξη. Χώρες που αντιλαμβανόμενες τη σταδιακά μεταβαλλόμενη σε βάρος τους ισορροπία ισχύος επιδιώκουν τη σύμπραξη τους με μια μεγάλη δύναμη ή ακόμη και την επικαλούμενη «σύμπραξη στο άρμα» της τελευταίας.

Ενώ δεν έχει ακόμη παρέλθει μήνας από την ολοκλήρωση του «στρατηγικού διαλόγου» ΗΠΑ και Ελλάδος, η Ουάσινγκτον φαίνεται να προβαίνει σε χειρονομίες καλής θέλησης προς την Άγκυρα. Ο χρόνος και μόνο θα αποδείξει κατά πόσο η αμερικανική πρωτεύουσα είναι πραγματικά πρόθυμη να αποκαταστήσει και σε ποιο βαθμό, τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις αλλά κυρίως κατά πόσο η Άγκυρα θα εκμεταλλευτεί τις προσκλήσεις τιθασεύοντας -έστω και προσωρινά- τα υπερφίαλα σχέδια της. Η προμήθεια εκ μέρους της Άγκυρας των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 μάλλον θα αποτελέσει το θεμέλιο λίθο της αποκατάστασης ή μη των σχέσεων. Οι αμερικανικές νομοθετικές προβλέψεις σε περίπτωση τουρκικής αγοράς των S-400 και η προσπάθεια του Trump για τήρηση των δεσμεύσεων του μάλλον καθιστά αναπόφευκτη τη ρήξη σε περίπτωση που ο Erdogan επιμείνει στην προμήθεια των ρωσικών οπλικών συστημάτων.

Μια ενδεχόμενη ακύρωση του συμβολαίου λογικά θα επιφέρει σοβαρό κλονισμό στις ρωσικοτουρκικές σχέσεις. Σχέσεις που έχουν γίνει στενότερες όχι μόνο ένεκα της επικείμενης προμήθειας αλλά κυρίως εξ’ αιτίας της ενεργειακής συνεργασίας (προμήθεια φυσικού αερίου και κατασκευή εργοστασίου παραγωγής πυρηνικής ενέργειας) και των εμπορικών σχέσεων των δύο χωρών. Οι δύο ηγέτες, Putin και Erdogan έχουν αποδείξει ότι δεν διαθέτουν ιδιαίτερη δυσκολία στη ριζική αναδιαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής των χωρών τους όταν κρίνουν ότι αυτό εξυπηρετεί τα εθνικά ή ακόμη και τα ατομικά τους συμφέροντα. Δεν είναι δηλαδή τελείως απίθανο να υπάρξει μια μεταξύ τους συμφωνημένη ακύρωση του συμβολαίου, με ανάλογη προσφορά ανταλλαγμάτων εκ μέρους της Άγκυρας. Βέβαια για τη Μόσχα, ο βασικός επιζητούμενος στόχος, δεν είναι η απλή απόκτηση ενός κερδοφόρου σημαντικού συμβολαίου αλλά κυρίως η αποδυνάμωση της νατοϊκής επιρροής στα ευαίσθητα νότια σύνορα της. Υπό το πρίσμα αυτό, δύσκολα θα συμβιβαστεί με μια απλή προσφορά οικονομικών ισόποσων ανταλλαγμάτων. Σε τελευταία ανάλυση, ίσως η Μόσχα να θεωρεί και ως επωφελή μια ελληνοτουρκική αδελφοκτόνο (στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ) σύγκρουση. Πιθανόν η Μόσχα να έχει εκτιμήσει ότι μια αδέσμευτη, έστω και απρόβλεπτη, ισχυρή και κυρίως μη ατλαντικά προσανατολισμένη Τουρκία, αποτελεί καλύτερη λύση για τα ρωσικά σχέδια.

Υπό αυτές τις μεταβαλλόμενες και απρόβλεπτες εξελίξεις είναι φυσικό η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο να προκαλεί ανησυχίες. Η ενεργειακή διάσταση προσδίδει περαιτέρω ένταση στον υφιστάμενο ανταγωνισμό για τον έλεγχο της περιοχής μεταξύ Ελλάδος-Τουρκίας-Αιγύπτου και Ισραήλ χωρίς να αγνοούμε τις επιδιώξεις των ναυτικών δυνάμεων για την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Καίτοι οι ανακαλυφθείσες μέχρι σήμερα ποσότητες υδρογονανθράκων δεν μεταβάλλουν δραματικά τις ενεργειακές ισορροπίες, ούτε εξασφαλίζουν με κανένα τρόπο την ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία, εν τούτοις ωθούν όλους τους πιθανούς παίκτες να προσπαθούν να ισχυροποιήσουν τα ερείσματα τους. Η όλη ένταση αναμφισβήτητα εμβάλλει σε πειρασμό τις δυτικές δυνάμεις (πρωτοστατούσης της Ουάσιγκτον) να επιβάλλουν μια συνολική λύση ώστε να περιοριστεί μια πιθανή εστία ανάφλεξης και να υπάρξει διάχυση οικονομικών κερδών όλων των πλευρών μέσω της αλληλεξάρτησης σε κοινά κερδοφόρα προγράμματα. Άρα οποιαδήποτε σκέψη περί πλήρους εξοβελισμού της Τουρκίας από το ενεργειακό παιχνίδι της περιοχής αποτελεί επικίνδυνη ουτοπία. Στα μάτια των ΗΠΑ, η συμμετοχή και της Άγκυρας, αποτελεί την καλύτερη εγγύηση της επαναφοράς της στη δυτική γραμμή πλεύσης, την αποφυγή επικίνδυνων ισλαμικών πειραματισμών και στην ενάσκηση επί αυτής ενός αποτελεσματικότερου ελέγχου (μερικώς ορθό).

Αναπόφευκτα λοιπόν θα αντιμετωπίσουμε σκηνικά εντάσεως, αμφισβήτησης και μια αφόρητη πίεση -ως Ελληνισμός- για επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Η βασική ικανότητα της Ελλάδος πρέπει να εστιαστεί στην αποφυγή ανώφελης κλιμάκωσης και στον υπέρ ημών επηρεασμό -προτάσσοντας κατάλληλα τα αμοιβαία επωφελή συμφέροντα μας- των δυνάμεων εκείνων που θα προετοιμάσουν το επόμενο σχέδιο επίλυσης του κυπριακού ζητήματος. Σημαντικότατη η ενδυνάμωση της συνεργασίας με Ισραήλ και Αίγυπτο και άλλες χώρες της περιοχής, με βασική προϋπόθεση την αντικειμενική κατανόηση των δυνατοτήτων και ορίων που προσφέρει η κάθε περίπτωση. Η προσέγγιση μας με το Ισραήλ δύναται να έχει βάθος και διάρκεια και η αποκατάσταση του τουρκοϊσραηλινών σχέσεων στα επίπεδα των «παλαιών καλών ημερών» δεν φαίνεται εφικτή στο ορατό μέλλον.

Στο Αιγαίο μάλλον θα συνεχιστούν οι αυξομειώσεις της έντασης με την πρωτοβουλία της κλιμάκωσης να είναι πάντα στα χέρια της Τουρκίας. Η Άγκυρα επί του παρόντος δεν επιζητά τη δημιουργία ενός θερμού επεισοδίου αλλά δεν σκοπεύει να υποχωρήσει σε περίπτωση που θεωρήσει ότι τίθενται σε ανοικτή αμφισβήτηση οι διεκδικήσεις της. Αντίστοιχη και η ελληνική στρατηγική ενώ οι δύο πλευρές –επί του παρόντος- φαίνεται να συνεχίζουν να αξιολογούν ορθά τις προθέσεις και δυνατότητες της άλλης. Βέβαια η περίπτωση των Ιμίων επέδειξε ότι η αποφυγή της σύγκρουσης υπήρξε και αποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων και όχι μόνο πολιτικής ή στρατιωτικής επιλογής. Η αυτοσυγκράτηση των δύο χωρών δεν αποκλείει την περαιτέρω αμφισβήτηση εκ μέρους της Άγκυρας, πρακτικά, ορισμένων λειτουργιών που εξασκούμε στο χώρο ευθύνης μας ή ακόμη και κυριαρχικών δικαιωμάτων μας. Μια αντίστοιχη τουρκική κίνηση μπορεί να προέλθει από την -ορθή σε γενικές γραμμές- εκτίμηση της, ότι η Ελλάδα επιθυμεί να αποφύγει τη δημιουργία ενός θερμού επεισοδίου υπό το φόβο μιας συνεπακόλουθης διαπραγμάτευσης εφ’ όλης της ύλης. Η παραπάνω τουρκική εκτίμηση πρέπει να τεθεί εν αμφιβόλω, όχι με σπασμωδικές «κραυγές» που ανώφελα αυξάνουν την ένταση αλλά με προετοιμασία, ετοιμότητα και αποφασιστικότητα, αναγκαιότητες που ενώ επισημαίνουν οι πολιτικές ηγεσίες αποφεύγουν να αναλάβουν το κόστος τους.

Τους επόμενους μήνες η προσοχή της Άγκυρας θα είναι εστιασμένη στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου διαθέτει τακτικά πλεονεκτήματα (στον στρατιωτικό τομέα) έναντι του Ελληνισμού, αλλά περιορισμένα ερείσματα από πλευράς δικαίου και διεθνούς υποστήριξης. Αυτό δεν την εμποδίζει να συντηρεί την ένταση στο Αιγαίο, όχι μόνο ως διαπραγματευτικό όπλο αλλά και ως μέσο για την προώθηση των επιδιώξεων της κυρίως όμως για την παρεμπόδιση της επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Μια τέτοια κίνηση εκ μέρους των Αθηνών, επί της ουσίας, θα περιόριζε σε σημαντικότατο βαθμό τις διεκδικήσεις της Άγκυρας και θα καθιστούσε αρκετές εξ΄ αυτών άνευ νοήματος. Για το λόγο αυτό η Άγκυρα έχει καταφύγει -επιτυχημένα όπως φαίνεται- στην απειλή του «causes belli». Η Ελλάδα δεν φαίνεται διατιθεμένη να αναλάβει το ρίσκο της επέκτασης, καίτοι -όπως υποστηρίζεται από πολλούς- οι αντιδράσεις της Άγκυρας μάλλον δεν θα φτάσουν στα άκρα, χωρίς φυσικά να αποδεχθεί τα τετελεσμένα.

Ίσως η Αθήνα δεν έχει αντιληφθεί τα πλεονεκτήματα που της παρέχει η δυνατότητα επέκτασης των χωρικών υδάτων. Φημολογείται ότι κατά τη διάρκεια των μακροχρόνιων «διερευνητικών συνομιλιών» έχουν συζητηθεί συμβιβαστικές προτάσεις και για το θέμα αυτό. Υπαρκτός ο κίνδυνος της διολίσθησης των ελληνικών θέσεων έναντι μάλιστα και της ισχυροποίησης της Τουρκίας. Το «σκοπιανό», αλλά και οι γενικότερες ελληνοτουρκικές σχέσεις, αποδεικνύουν ότι πολιτικές ηγεσίες των Αθηνών, είναι ενίοτε επιρρεπείς στην εξεύρεση λύσεων με ετεροβαρείς εκ μέρους μας υποχωρήσεις για πλήθος, αντικειμενικών και μη, λόγων. Ο μεγαλύτερος λοιπόν κίνδυνος δεν είναι αυτός ενός θερμού επεισοδίου, που αντίθετα με το ότι διαδίδεται δεν θα οδηγήσει υποχρεωτικά σε μια διαπραγμάτευση όλων των θεμάτων, αλλά η σταδιακή υποχώρηση μας από το βασικό πυρήνα των αδιαπραγμάτευτων θέσεων μας. Αναφέρομαι σε βασικό πυρήνα, καθόσον αποδέχομαι ότι θα πρέπει να υπάρξουν ορισμένες εκ μέρους μας υποχωρήσεις σε μη ζωτικά θέματα.

Η επέκταση όμως των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια εξασφαλίζει τη μεγιστοποίηση των διαπραγματευτικών μας δυνατοτήτων και δεν πρέπει να απεμποληθεί με κανένα τρόπο. Η Αθήνα οφείλει να έχει σε ετοιμότητα άμεσης εκτέλεσης, εντός ελαχίστων ωρών, όλων εκείνων των προβλεπομένων ενεργειών για την ενάσκηση του δικαιώματος της επέκτασης, ώστε ακόμη και το πέρας ενός άτυχου θερμού επεισοδίου να μας βρει με χωρικά ύδατα 12 ναυτικών μιλίων άρα και με απείρως ισχυρότερες διαπραγματευτικές θέσεις. Αν αυτό το γνωρίζει ο αντίπαλος μάλλον θα είναι πιο προσεκτικός άσχετα με το πόσο φωνάζει.