Διάσκεψη για το μέλλον της Ευρώπης

Είναι ο καιρός η Ευρώπη να επιχειρήσει νέο ταξίδι στην χώρα του μέτρου και της ισορροπίας.
Open Image Modal
.
Getty

Η σύγκληση Διάσκεψης για το Μέλλον της Ευρώπης προτάθηκε για πρώτη φορά από τον Γάλλο Πρόεδρο Μακρόν τον Απρίλιο του 2019, στην επιστολή του προς τους Ευρωπαίους πολίτες, τις παραμονές των εκλογών για το νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Παρά τους αρχικούς της δισταγμούς, η Γερμανία προσχώρησε στην Γαλλική ιδέα με αποτέλεσμα την ανάληψη κοινής πρωτοβουλίας τον Νοέμβριο του 2019 για την διοργάνωση Διάσκεψης σε δύο στάδια και αντικείμενο τον εκδημοκρατισμό της θεσμικής λειτουργίας και την εμβάθυνση των κοινών πολιτικών.

Η ιδέα της Διάσκεψης υιοθετήθηκε στη συνέχεια από την νέα Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενώ από πλευράς του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε στην Ολομέλεια του Ιανουαρίου σχετικό ψήφισμα.

Λαμβάνοντας υπόψη και την εμπειρία της Συνέλευσης των αρχών του 2000, η οποία οδήγησε στο σχέδιο της Συνταγματικής Συνθήκης, διαπιστώνει κανείς εύκολα ότι η Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο πλαίσιο προβληματισμού για την περαιτέρω πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης και τη μείωση της απόστασης μεταξύ της ΕΕ και των Ευρωπαίων πολιτών.

Στο επίκεντρο των συζητήσεων θα πρέπει να τεθούν οι πολιτικές της ΕΕ και τα αναγκαία δημοσιονομικά μέσα για την υλοποίησή τους, με γνώμονα την αναζήτηση συγκεκριμένων απαντήσεων στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ΕΕ και στις εύλογες προσδοκίες των πολιτών.

Οι εξωτερικές προκλήσεις και οι μεγάλες εσωτερικές εντάσεις που αντιμετωπίζουμε καθιστούν αναγκαίο τον σε βάθος και με προοπτική προβληματισμό για την πορεία της ΕΕ.

Στη νέα αυτή προσπάθεια, η ευρύτερη δυνατή εμπλοκή των πολιτών έχει καθοριστική σημασία. Οι τελευταίες ευρώ-εκλογές απέδειξαν ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες υποστηρίζουν την εμβάθυνση της ΕΕ και την ενδυνάμωση των πολιτικών της.

Η Διάσκεψη αποτελεί ένα πρόσφορο πεδίο για την Ελλάδα να προβάλει και να αναδείξει τη θέση της στο Ευρωπαϊκό εγχείρημα επιδιώκοντας:

  • Να συνταχθεί με τις δυνάμεις που υπεύθυνα προκρίνουν περισσότερη και καλύτερη Ευρώπη για το καλό των Ευρωπαίων πολιτών (ενισχυμένες συνεργασίες κρατών-μελών ή συνολική εμβάθυνση της ΕΕ).

  • Να επιβεβαιώσει την θέση της μεταξύ των χωρών του στενού πυρήνα της ΕΕ, που πιστεύουν στην ενοποίηση της Ευρώπης.

  • Να εισάγει στη δημόσια διαβούλευση θεματικές προτεραιότητες και θεσμικές κατευθύνσεις, από τις οποίες η Ελλάδα μπορεί να αντλήσει στρατηγικά οφέλη και στις οποίες μπορεί να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο.

  • Να προετοιμάσει και να ενημερώσει για τις πάγιες στρατηγικές προτεραιότητες της Ελλάδας τους Έλληνες πολίτες δίνοντάς τους τη δυνατότητα να συμμετάσχουν και να εκπροσωπήσουν τη χώρα σε πανευρωπαϊκές διαβουλεύσεις.

  • Να ενισχύσει την εικόνα της Ελλάδας ως αξιόπιστης και σύγχρονης χώρας, η οποία ξεπέρασε οριστικά την οικονομική κρίση και συμμετέχει ενεργά στο ευρωπαϊκό εγχείρημα με καινοτόμες και προωθημένες προτάσεις για το Μέλλον της Ευρώπης.

  • Να παράγει δυναμική ευθύνης μιας δημοκρατικής χώρας που φέρνει το ευρωπαϊκό όραμα στους πολίτες, παρατάσσοντάς το ενάντια στον λαϊκισμό και τις φωνές αντίδρασης και συντήρησης της Ευρώπης.

  • Να ηγηθεί στον διάλογο και την θεσμική συζήτηση που οφείλει να κάνει η Ευρώπη για το μέλλον της.

Οι προκλήσεις που αντιμετώπισε η Ευρώπη την τελευταία περίοδο ήταν πολλές και σύνθετες.

Παρ’όλα αυτά, έδειξε την ικανότητα να ανταπεξέρχεται και να βρίσκει λύσεις. Η διαχείριση της πανδημίας, το Ταμείο Ανάκαμψης, ο νέος προϋπολογισμός 2021 – 2027, η Δίκαιη Μετάβαση («Πράσινη Συμφωνία»), τα θέματα κράτους δικαίου, αλλά και οι νέες τεχνολογίες απέδειξαν ότι η Ευρώπη μπορεί να προσαρμόζεται και να αποφασίζει πάνω σε ένα μωσαϊκό διαφορετικών και ετερόκλητων συμφερόντων.

Η νέα διαδικασία διαλόγου αποτελεί εξαιρετική ευκαιρία για την Ευρώπη να επανασυνδεθεί με τις αξίες της, οι οποίες δοκιμάστηκαν την περίοδο της οικονομικής κρίσης και συνεχίζουν να δοκιμάζονται από τις αποκλίνουσες απόψεις, που προέρχονται κυρίως από τις χώρες που εντάχθηκαν στην ΕΕ μετά τις τελευταίες διευρύνσεις.

Χωρίς να παραγνωρίζονται οι ως τώρα μεγάλες επιτυχίες της, είναι η κατάλληλη στιγμή να “επιχειρήσει το ταξίδι του μέτρου και της ισορροπίας” και να απαντήσει σε ένα βασικό ερώτημα:

Μπορεί η ΕΕ να προχωρήσει με τη σημερινή της μορφή ή χρειάζεται μία ριζική θεσμική αλλαγή;

Σε αυτή την περίοδο των ανακατατάξεων, όπου ο κόσμος είναι πιο ρευστός από ποτέ και η ανασφάλεια μπροστά στο άγνωστο αυξάνεται, όπως αποδεικνύει η πανδημία, οι ψηφιακές αλλαγές, η μετανάστευση και οι ραγδαίες ανατροπές που επέρχονται στην αρχιτεκτονική της οικονομίας και της κοινωνίας, η Ευρώπη καλείται να ξανασυναντήσει το όραμα των ιδρυτών της και να γίνει μία πυξίδα ασφάλειας και ισορροπίας σε ένα περίπλοκο κόσμο μεγάλων αλλαγών.