Οι εξελίξεις στη Συρία και στη Μέση Ανατολή δε μπορεί παρά να είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και με το ρόλο που καλείται να παίξει η ελληνική εξωτερική πολιτική τόσο στα Βαλκάνια όσο και στην περιοχή της Μεσογείου.
|
Open Image Modal
Ahmed Jadallah / Reuters

Η κρίση στο εσωτερικό του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, η απαρχή του οποίου εντοπίζεται στη δεύτερη περίοδο της θητείας του Μπαράκ Ομπάμα, η συνεχιζόμενη κρίση στη Συρία και το κουρδικό της ζήτημα που σήμερα παίρνει τη μορφή κουρδο-τουρκικής σύρραξης, η συνεχιζόμενη (οικονομική και πολιτική) κρίση στην Ευρώπη, μια παρεμβατική τουρκική εξωτερική πολιτική, καθώς επίσης και μια ευρύτερη κρίση στα αραβικά κράτη (μέσω μιας προσπάθειας αποδυνάμωσής τους ήδη από την περίοδο Bush), αλλά και των υπό διαμόρφωση περιφερειακών δομών στην περιοχή της Μέσης Ανατολής βρίσκουν τη διεθνή ασφάλεια επί ξυρού ακμής.

Η κρίσιμη αυτή κατάσταση επικεντρώνεται σήμερα ακόμη περισσότερο στις διαστάσεις που έχει πάρει το κουρδικό ζήτημα στην περιοχή αρχής γενομένης από την προκήρυξη του δημοψηφίσματος στην περιοχή του Κουρδιστάν στο Ιράκ που συγκέντρωσε το 92.73%. Σήμερα η πολέμια τουρκική πολιτική έναντι των Κούρδων της Συρίας καθώς και των υπολοίπων πληθυσμών του βορρά εν είδει στρατιωτικών συγκρούσεων και με Χριστιανούς Άραβες αποτελεί προϊόν μιας πολιτικής τακτικών με απώτερο στόχο την εξουδετέρωση των εναπομεινάντων δυνάμεων στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, κυρίως του Ιράν και της Τουρκίας σε ένα πλαίσιο ενός νέου «ψυχροπολεμικού» παιγνίου.

Οι Kούρδοι της Συρίας αποτελούν το καταλληλότερο μέσο, ως οι μαχητές και νικητές του Ισλαμικού κράτους αλλά και αναπόσταστο σύμμαχο του παγκόσμιου αντι-τρομοκρατικού συνασπισμού μαζί με τους Κούρδους του Ιράκ, ώστε ισχυρότερες δυνάμεις, όπως η Ρωσία και οι ΗΠΑ να μπορέσουν να επιτύχουν μια διπλή νίκη. Την αποδυνάμωση μεν των Κούρδων του βορρά αλλά και την εξισορρόπηση μιας επεκτατικής τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, η οποίας καταπατά βασικές αρχές του χάρτη των Ηνωμένων Εθνών όπως αυτής της μη επέμβασης στα εσωτερικά άλλων χωρών.

Έτσι τόσο η αμερικανική όσο και η ρωσική εξωτερική πολιτική αποτελούν καταλυτικό παράγοντα στη διαμόρφωση των «νέων δομών» του πολιτικού συστήματος που θα ολοκληρωθεί στα χρόνια που έρχονται εκτός εάν συνεχίσουμε να συζητάμε για μία συνεχή πορεία αλλαγής. Οι λοιπές δυνάμεις αποτελούν απλώς τους επιταχυντές αυτών των πολιτικών. Αναμφίβολα η απαρχή της Συριακής κρίσης ανέδειξε το ρόλο που περιφερειακές δυνάμεις παίζουν τόσο στην περιοχή όσο και στη διαμόρφωση της διεθνούς πολιτικής.

Οι τουρκικές προσπάθειες νομιμοποίησης (τόσο στο εσωτερικό όσο και το εξωτερικό) μιας πολιτικής διεκδικήσεων, από τη διασφάλιση συνόρων μέχρι την αύξηση κερδών, εντάθηκαν την επομένη της αμφισβήτησης της πολιτικής της ηγεσίας, με αποκορύφωμα το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα (15 Ιουλίου 2016).

Ο φόβος αναζωπύρωσης του κουρδικού ζητήματος και διεκδίκησης αυτονομίας τους στη Συρία, δεδομένου του πλουτοπαραγωγικού υπεδάφους της περιοχής τους, εκδηλώθηκε όχι μόνο στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στο Κουρδιστάν του Ιράκ (25 Σεπτέμβρη 2017) αλλά κορυφώθηκε και με την πολεμική τουρκική πολιτική στα σύνορα με τη Συρία.

Όλες αυτές οι παράμετροι είναι μέρη ενός όλου και μιας ρεαλιστικής πολιτικής προσέγγισης εκ μέρους των κρατικών δρώντων με τους δικαϊικούς θεσμούς να διαδραματίζουν δευτερεύοντα ρόλο.

Αυτές οι εξελίξεις δε μπορεί παρά να είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και με το ρόλο που καλείται να παίξει η ελληνική εξωτερική πολιτική τόσο στα Βαλκάνια όσο και στην περιοχή της Μεσογείου. Η Ανατολική λεκάνη και το ζήτημα της Κυπριακής ΑΟΖ, ήδη βρίσκονται στο μικροσκόπιο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και μια αποδυνάμωση ή ενδυνάμωση της Άγκυρας στη Μέση Ανατολή μπορεί να καθορίσει περαιτέρω εξελίξεις.

Η ρητορική επομένως ερώτηση που θα πρέπει να θέσει η ελληνική εξωτερική πολιτική είναι ποιός θα είναι ο ρόλος της Αμερικής και το νόημα που αυτή θα προσδώσει στην ιεράρχηση του αμερικανικού συμφέροντος και τί αυτό θα σημάνει για την Ελλάδα τη δεδομένη στιγμή.

Ενώ η Ελλάδα εξακολουθεί να αναζητά την ασφάλειά της μέσω διεθνών θεσμών, της ευρωπαϊκής της ολοκλήρωσης αλλά και παραδοσιακών συμμαχιών, όπως αυτών με τις ΗΠΑ, εντούτοις η χώρα έχει τοποθετήσει όλες τις επιδιώξεις της σε ένα καλάθι, δηλαδή το αμερικανικό.

Επομένως και δεδομένης της διχασμένης  αμερικανικής διοίκησης που επέτρεψε στον Αμερικανό Πρόεδρο να κάνει την έκπληξη και για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία να διαφοροποιηθεί από την παραδοσιακή γραμμή της ομαλής ευθύγραμμης κίνησης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ανακύπτουν περαιτέρω ερωτήσεις.

Μήπως θα πρέπει η ελληνική εξωτερική να αναπτύξει μια ουσιαστικά πολυμερή και πολυδιάστατη πολιτική πέραν των πρόσφατων συνεργασιών με Ισραήλ και Αίγυπτο, αλλά και μιας συντονισμένης και συνεπούς στρατηγικής με εντατικές συναντήσεις σε τακτά χρονικά διαστήματα – όπως σήμερα αχνοφαίνεται– με στόχο τη διατήρηση σχέσεων πέραν περιόδων κρίσης;

Επίσης μήπως μια πιο ανοιχτή συζήτηση με τον αμερικανικό παράγοντα για ουσιαστικά ανταλλάγματα ωφελούσε στο ίδιο πλαίσιο άσκησης μια πολιτικής πραγματισμού δεδομένης για παράδειγμα της παραχώρησης και αύξησης αμερικανικών βάσεων σε πιο μόνιμη βάση σε περιοχές όπως Λάρισα, Βόλο, Αλεξανδρούπολη και αλλού;

Τέλος χρήζει μελέτης η επανεξέταση των αντιλήψεων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ως προς το τί μπορεί να κάνει η αμερικανική εξωτερική πολιτική σε όρους συμφερόντων για την Ελλάδα αλλά και το βαθμό στον οποίο η Τουρκία θεωρείται παραδοσιακά αμερικανικός σύμμαχος;

Σήμερα, η ρεαλιστική συμπεριφορά του συστήματος (κρατικών και μη δρώντων) έχει ως αποτέλεσμα την υποτίμηση των διαστάσεων του κουρδικού της Συρίας εφόσον πρόκειται για μια κατάσταση με ευρύτερες επιπτώσεις και για την περιοχή της Μεσογείου αν δεν υπάρξει μια κάποια είδους πολιτική εξισορόπησης του τουρκικού παράγοντα στην περιοχή.