Φαίδων Γεωργίτσης: Ο Τζέιμς Ντιν του ελληνικού κινηματογράφου

Ο γόης που αγαπήσαμε μέσα από σκηνές και ατάκες των ταινιών του.
|
Open Image Modal

Έφυγε από τη ζωή το μεσημέρι της Παρασκευής 1η Μαρτίου, λίγες εβδομάδες αφότου έκλεισε τα 80 του χρόνια. 

Ο ηθοποιός Φαίδων Γεωργίτσης, ο Τζέιμς Ντιν του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, όπως τον αποκαλούσαν, πέθανε μετά από μάχη με τον καρκίνο. 

Υπήρξε γόης -τα όμορφα γαλανά μάτια του είχαν ερωτευτεί όλα τα κορίτσια στα 70s- αλλά ένας γόης ο οποίος είχε φοιτήσει στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης και επιπλέον, έπαιζε με άνεση κωμικούς ρόλους, ακόμη και όταν έκανε τον εραστή, σπάζοντας εν πολλοίς  το στερεότυπο που θέλει τους όμορφους μόνο σε ρόλους δραματικούς. 

Τουλάχιστον στο ευρύ κοινό, ο Φαίδων Γεωργίτσης θα είναι για πάντα, ο Φώτης, ο ήρωας της ταινίας «Οι θαλασσιές οι χάντρες», που έκοψε το μουστάκι του για το χατίρι της Ζωής Λάσκαρη - Μαίρης.

Η σκηνή με το χαστούκι ήταν αυτή που περισσότερο από όλες άφησε εποχή και ο ίδιος, χρόνια αργότερα, έλεγε σε συνέντευξη του ότι, το χαστούκι ήταν ισχυρό καθώς ο Γιάννης Δαλιανίδης όχι μόνο του έδωσε τη συγκεκριμένη οδηγία προκειμένου η αντίδραση της Λάσκαρη να είναι αληθινή, αλλά επιπλέον τον πίεσε κιόλας για να το κάνει. Όσο για τη Λάσκαρη είχε πει ότι την είχε συναντήσει πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1963 και είχε «πέσει ξερός». 

Όπως άφησε εποχή και η σκηνή με την Μαίρη Χρονοπούλου να τραγουδά το τραγούδι του Μίμη Πλέσσα «Του αγοριού απέναντι» για τα μάτια του Φαίδωνα Γεωργίτση. 

Ωστόσο, ο Γεωργίτσης είχε και δραματικούς ρόλους, όπως στην ταινία «Ίλιγγος», αλλά και στην ταινία «Τα Κόκκινα Φανάρια» (1963), την ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη, που ήταν υποψήφια για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας. 

Με τον Βασίλη Γεωργιάδη συνεργάστηκε ξανά, δύο χρόνια μετά στην κλασική ταινία «Το Χώμα βάφτηκε κόκκινο» -με Νίκο Κούρκουλο, Μαίρη Χρονοπούλου, Γιάννη Βόγλη. 

«Από τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων δραπέτευσα»

«Έγινα ηθοποιός από σύμπτωση... Είχα μπει στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων για να γίνω αξιωματικός του Ναυτικού. Το 1956... Αλλά επειδή είμαι ένας άνθρωπος που θέλω να έχω τον έλεγχο του εαυτού μου και την ελευθερία μου, δεν μου άρεσε [....] και αποφάσισα να δραπετεύσω. Ενάντια στη θέληση του πατέρα μου, ο οποίος ήταν κατώτερος αξιωματικός και ονειρευότανε να με κάνει ανώτερο αξιωματικό -όπως συνήθως οι γονείς θέλουν με τα παιδιά τους να καλύπτουν τα δικά τους κενά...» έλεγε ο Φαίδων Γεωργίτσης σε συνέντευξη του το 2013 στην εκπομπή «Joy».

Βεβαίως και ήξερε ότι άρεσε στις γυναίκες «.... γιατί από 12 χρονών με έπαιρναν τηλέφωνο στο σπίτι μου. Και με έπαιρναν και κοπέλες οι οποίες ήταν πιο μεγάλες από εμένα....»

«Δεν ξέρω να παίζω κωμωδία, κύριε Δαλιανίδη...»

«... Με φώναξε ο Φίνος και μου είπε, θα παίξεις με τον Δαλιανίδη. Και λέω, τι θα παίξω και ο Φίνος απαντά, θα παίξεις κωμωδία.

Κύριε Φίνο, δεν είπαμε ότι εγώ δεν παίζω κωμωδίες, δεν ξέρω να παίζω κωμωδία και μου λέει, πήγαινε, έχω συνεννοηθεί.

Και πάω, λίγο νευριασμένος και λέω, τι με θέλετε, κύριε Διαλιανίδη;

Θα παίξεις σε μια ταινία, μία κωμωδία, μιούζικαλ, λέει ο Δαλιανίδης.

Δεν ξέρω να παίζω κωμωδία.

Δεν πειράζει, θα μάθεις...

Που να φανταζόμουν ότι αυτό που δεν ήθελα να παίξω ήταν ακριβώς οι ταινίες που με βοήθησαν αργότερα να έχω μια ζωή πολύ πιο εύκολη...»

«Όμορφος ήταν ο Φωκάς, ο Γιαννακάς, ο Κούρκουλος, ο Φέρτης»

«Ξέρω ότι υπήρχαν πιο ωραίοι από μένα. Εμένα μου άρεσε πάρα πολύ ο Σπύρος Φωκάς. Ο Άλκης Γιαννακάς. Τον οποίον όταν τον γνώρισα, το 1962 ήταν 17 χρονών και ήταν τόσο ωραίος που δεν μπορούσες να τον κοιτάξεις. Ομορφιά είχε ο Φωκάς, ο Γιαννακάς -και ο Κούρκουλος, θα λεγα. Κι ο Φέρτης».

«Ο Φίνος μου έδινε 2.000 την εβδομάδα μόνο για χαρτζιλίκι»

Μεταξύ άλλων, είχε παραδεχτεί και την κακή σχέση που είχε με το χρήμα. «... Μια φορά ένας παραγωγός, ο Τζέιμς Πάρις, μου είχε δώσει πολλά λεφτά. Όταν είχα κάνει Τα κόκκινα φανάρια, το 1963, είχα πάρει 10.000 δρχ. Την επομένη χρονιά με καλεί ο Πάρις και μου βγάζει 40.000, που ήταν πολλά λεφτά τότε. Ο πατέρας μου έπαιρνε μισθό 1400 δρχ τον μήνα. Ο Φίνος μου έδινε για χαρτζιλίκι μόνο, 2.000 την εβδομάδα. Και μάζευα κάθε βράδυ όλους τους φίλους, 10 - 15 άτομα και τρώγαμε, πίναμε και τραγουδάγαμε. Όσο για τα ρούχα, όταν τελειώνα μία ταινία, τα μοίραζα στους φίλους μου....»

Ο δεύτερος γάμος

«Τη δεύτερη σύζυγο μου τη γνώρισα όταν είχα χωρίσει πια με την Μπέτυ (Αρβανίτη). Είχα πάει για ένα διάστημα στην Αγγλία να σπουδάσω σκηνοθεσία και όταν επέστρεψα, με πήρε ο οπερατέρ Παύλος Φιλίππου και πήγαμε στη Ρώμη να γυρίσουμε μία ταινία. Μέναμε στο ίδιο ξενοδοχείο με ένα γκρουπ που είχε έρθει από την Κοκό Σανέλ για επίδειξη μόδας, την πρώτη στη Ρώμη μετά τον θάνατο της Σανέλ. Γνωριστήκαμε και κάποια στιγμή ήρθε και στην Ελλάδα. Τον δεύτερο χρόνο κιόλας κάναμε και τον γιο μας».