Δεν μπορούμε σήμερα να αγνοούμε τον καθοριστικό ρόλο της ελληνικής γλώσσας στην πρώιμο Χριστιανισμό.
Open Image Modal
William Paxton; W. M. Paxton commons wikimedia

Αναλογισθείτε μια σκηνή η οποία χρονολογείται γύρω στο 375 μ.Χ. Ο Μέγας Βασίλειος, ένας από τους Τρεις Ιεράρχες που γιορτάσαμε προ ημερών, εξηγεί στους πολυάριθμους έφηβους ανιψιούς και τις ανιψιές του τις βασικές στρατηγικές στην ερμηνεία των ειδωλολατρών ποιητών και πεζογράφων. Το εκτενές αυτό μάθημα εμπεριέχεται στο έργο του, Πρὸς τοὺς Νέους ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων. Κατά τη διάρκεια της δυτικής Αναγέννησης, η ομιλία αυτή έγινε κλασικό έργο ως προς τη θέση των κλασικών συγγραφέων στην εκπαίδευση. Ήταν και bestseller ανάμεσα στους Ιησουίτες στο τέλος τού 16ου αιώνα. 

Ο κατ’εξοχήν ποιητής των αρχαίων, η βάση του εκπαιδευτικού συστήματος του αρχαιοελληνικού κόσμου, ήταν ήδη από την αρχαϊκή περίοδο ο Όμηρος. «Όταν διαβάζετε Όμηρο», υπενθυμίζει στα ανίψια του ο Βασίλειος, «πρέπει να έχετε υπ’ όψιν ότι η ποίησή του δεν είναι άλλο από ένας έπαινος της αρετής» (πᾶσα μὲν ἡ ποίησις τῷ Ὁμήρῳ ἀρετῆς ἐστιν ἔπαινος). Θέλοντας να δώσει ένα παράδειγμα πώς να διαβάσει κανείς τον επικό ποιητή, αρχικά παραφράζει υπαινικτικά δύο χωρία από την Οδύσσεια (ζ. 127 κ.ε., η. 135 κ.ε.).

Στην πρώτη σκηνή ο ναυαγός Οδυσσέας ξεπηδάει από τους θάμνους σε μια όχθη ποταμού στη Χώρα των Φαιάκων. Επειδή είναι ολόγυμνος, καλύπτει τα αιδοία του με μια φυλλωσιά. Η άγρια εμφάνισή του κάνει την έφηβη πριγκηποπούλα Ναυσικάα και τις άλλες παρθένες να κατατρομάξουν.

Στη δεύτερη σκηνή την οποία υπονοεί ο Ιεράρχης, ο Οδυσσέας, μπαίνοντας απαρατήρητος στο παλάτι του βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου, εκθαμβώνει τους πάντες όταν η αχλύς που τον κάλυπτε διαλύεται. Όπως σημειώνει ο Όμηρος, «θαύμαζον δ’ ὁρόωντες». 

Ο Βασίλειος δεν κρύβει τον ενθουσιασμό του, ιδιαίτερα για την πρώτη σκηνή. «Η πριγκηποπούλα δεν βλέπει τη γύμνια του Οδυσσέα γιατί ο ήρωας είναι ντυμένος με την αρετή...Οι δε Φαίακες τον θαυμάζουν και τον ζηλεύουν, παρόλο που είναι ναυαγός, γιατί καταλαβαίνουν ότι ένας ενάρετος άνδρας είναι πιο ευτυχισμένος από τους ίδιους οι οποίοι διάγουν πολυτελή βίο.» Καταλήγει στο επιμύθιο: «Μόνον η αρετή είναι αναφαίρετη περιουσία στη ζωή και μετά θάνατον (Μόνη δὲ κτημάτων ἡ ἀρετὴ ἀναφαίρετον καὶ ζῶντι καὶ τελευτήσαντι παραμένουσα.) 

Ο Πατέρας της Εκκλησίας, αποκαθαίροντας τη σκηνή με τη Ναυσικάα από τον υπόκωφο ερωτισμό της, προσφεύγει σε μια αλληγορία. Η μέθοδος «αλληγόρηση» είχε μακράν ιστορία στην αρχαιοελληνική και την εβραϊκή διανόηση και μαρτυρείται στα «εξηγηματικά», δηλαδή τα ερμηνευτικά σχόλια που διανθίζουν τα μεσαιωνικά χειρόγραφα των ομηρικών επών. Τα σχόλια αυτά συχνά απηχούν τις θέσεις δασκάλων, φιλολόγων και φιλοσόφων, κυρίως των συνεχιστών του Αριστοτέλη, και των Στωικών, σχετικά με την ηθοπλαστική αξία και τον ψυχολογικό αντίκτυπο της ποίησης. Δύο και πλέον αιώνες πριν από τον Βασίλειο, ο Πλούταρχος, απαντώντας στο καθεστώς της παιδαγωγικής λογοκρισίας που εισηγείται η πλατωνική Πολιτεία, συνέγραψε την πραγματεία Πῶς δεῖ τὸν νέον ποιημάτων ἀκούειν, η οποία, σε μεγάλο βαθμό, ήταν το πρότυπο της ομιλίας του Βασιλείου. Ο βοιωτός φιλόσοφος και βιογράφος ανέλυσε μια άλλη σκηνή που διαδραματίζεται στην ακροποταμιά της Φαιακίας: όταν η Ναυσικάα βλέπει τον Οδυσσέα να αναδύεται φρεσκολουσμένος από το ποτάμι, εκμυστηρεύεται στις υπηρέτριές της τον θαυμασμό της για την ομορφιά του (ζ.239 κ.ε.). Κατά τον Πλούταρχο, αυτό που θαυμάζει η κοπέλα είναι, περιέργως, το ήθος και τα μετρημένα λόγια του ήρωα. Επιδιώκοντας το χρήσιμον καὶ τὸ σωτήριον, ο δάσκαλος οφείλει απλώς να κατευθύνει τον μαθητή προς μια τέτοια αντισηπτική ερμηνεία. 

Ο Βασίλειος είναι πολύ πιθανόν να εμπνεύστηκε τη μορφή του ευτυχισμένου, πτωχού, ενάρετου ναυαγού από τη φιγούρα του πτωχού, πλανόδιου σοφού, πρωταθλητή τής «αυτάρκειας» την οποία πρoασπίζονταν οι Κυνικοί. Ο Καππαδόκης Πατέρας επιδεικνύει μια φιλελεύθερη στάση για τον εκπαιδευτικό ρόλο της ειδωλολατρικής λογοτεχνίας: μαθητές όπως τα ανίψια του δεν πρέπει να παρασύρονται από την ηδονή της ποίησης και της μίμησης μιας αξιόμεμπτης συμπεριφοράς˙ πρέπει να χρησιμοποιούν κριτική σκέψη, εστιαζόμενοι μόνο σε ψυχωφελή χωρία των κλασικών λογοτεχνών. Για τον Βασίλειο ήταν αδιανόητο το κάψιμο βιβλίων ή η καθιέρωση ενός Index Librorum. 

Δεν μπορούσε να αγνοήσει το υποβλητικό πνευματικό τοπίο του Ομήρου και των άλλων ποιητών. Με ανάλογο τρόπο, δεν μπορούμε σήμερα να αγνοούμε τον καθοριστικό ρόλο της ελληνικής γλώσσας στην πρώιμο Χριστιανισμό. Μεταξύ άλλων, η μετάφραση των Εβδομήκοντα, δηλαδή η Παλαιά Διαθήκη, η Καινή Διαθήκη και οι κανόνες των Επτά Οικουμενικών Συνόδων γράφτηκαν στην ελληνική. Μαζί με τους Τρεις Ιεράρχες τους οποίους ο λαός ονομάζει και “Τρεις Άρχοντες”, τιμούμε την ελληνική γλώσσα και την αρχοντική φιλολογική ανοιχτοσύνη του Μεγάλου Βασιλείου.