Ο ελέφαντας στο παιδικό δωμάτιο

Τρίτη γλώσσα και μεταδιδακτορικό. Άρα πρώτη δουλειά στα 35. Ποιος θα αντέξει;
Open Image Modal
Rafael Ben-Ari via Getty Images

Μπήκαμε σε προεκλογική χρονιά και, ως συνήθως, αναμένεται να κυριαρχήσουν τα οικονομικά θέματα στην ατζέντα, ίσως και τα εθνικά. Ως εκεί. Η Παιδεία θα μείνει μάλλον πάλι στην άκρη.

Τα τελευταία χρόνια, οι εξετάσεις PISA του ΟΟΣΑ κατατάσσουν συστηματικά τους Έλληνες μαθητές και τις Ελληνίδες μαθήτριες σε πολύ χαμηλές θέσεις ως προς την κατανόηση κειμένου, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες.

Αυτό το εύρημα έρχεται σε ευθεία αντιδιαστολή και σε ειρωνική αντίφαση με την «ενέργεια» που αναλώνεται στην εκπαίδευση των παιδιών στην Ελλάδα.

Οι μαθητές και μαθήτριες αποτελούν, κατά γενική ομολογία, το εντατικότερα απασχολούμενο κομμάτι της κοινωνίας. Μετά το σχολείο, τρέχουν σε φροντιστήρια και εξωσχολικές δραστηριότητες, για να συμπληρώσουν τα κενά ενός σχολείου που επαναπαύεται στις δραστηριότητες, προς περαιτέρω οικονομική αιμορραγία των νοικοκυριών από τη 15ετή “permacrisis”. 

Στις εξωσχολικές δραστηριότητες, αυτονοήτως ανήκουν και οι ξένες γλώσσες, που αυτονοήτως διδάσκονται ανεπαρκώς στο δημόσιο (και στο ιδιωτικό ενίοτε) σχολείο.

Μια κοινωνία που ούτως ή άλλως διήγε μικροαστικά σε άλλες εκφάνσεις της, εδώ πραγματικά «το τερμάτισε»: μαθαίνουμε -χρήσιμες κατά τα άλλα- ξένες γλώσσες, σε απίστευτα εντατικό ρυθμό και με σκοπό «να τελειώνουμε με 2 proficiency στην Α’ Λυκείου», δημιουργώντας έναν πληθωρισμό τυπικών προσόντων σε μια αγορά που όχι μόνο δεν τα χρειάζεται, αλλά μοιραία ωθεί σε ακόμα πιο δυσθεώρητα ύψη το ελάχιστα αποδεκτό CV: Τρίτη γλώσσα και μεταδιδακτορικό. Άρα πρώτη δουλειά στα 35. Ποιος θα αντέξει;

Πού θα φτάσει αυτό; Στη δυτική Ευρώπη, η μέση θέση προκηρύσσεται για απόφοιτους πανεπιστημίου. Μεταπτυχιακό (ένα μόνο!) απαιτείται για θέσεις middle και senior management. Είναι στραβός ο γυαλός;

Εξαιρώ τους εκπαιδευτικούς, που έχουν την απόλυτη κατανόησή μου για το ότι αναγκάζονται στη συλλογή μεταπτυχιακών, για να διοριστούν μια ώρα αρχύτερα μέσω ΑΣΕΠ.

Ως επαγγελματίας στη μέση της ηλικιακής και σταδιοδρομικής πυραμίδας, υποδέχομαι νέες γενιές συναδέλφων που ξέρουν ολοένα και λιγότερη ορθογραφία, ετυμολογία, συντακτικό, ικανότητα να δομήσουν αλληλουχία συλλογισμού προφορικά ή και γραπτά, απλή μέθοδο των τριών, διαίρεση στο χέρι, γενικές γνώσεις. Παράλληλα, μπορεί να έχουν δύο καταπληκτικά μεταπτυχιακά με βαθμό 9.

Δεν κατηγορείται κανείς επί προσωπικού. Προβληματίζει η αντίφαση: ποτέ τόσο πολλοί δεν κόπιασαν τόσο πολύ, για να γνωρίζουν στο τέλος τόσο λίγα. Τι δεν πάει καλά επιτέλους;

Υπάρχει ελέφαντας στο παιδικό δωμάτιο. Και το ζήτημα δεν είναι ούτε απλό ούτε χτεσινό. Είναι πολυσύνθετο και έρχεται από κάμποσες δεκαετίες πίσω. Καμία συγκεκριμένη πολιτική μομφή, οι ευθύνες είναι διαχρονικές. 

Μια απόπειρα να ιχνηλατηθούν οι συνιστώσες του ζητήματος:

  • Η διδακτέα ύλη είναι πολλή και νωρίς. Για παράδειγμα, στην Ευρώπη, τα ολοκληρώματα διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο, στα τμήματα Μαθηματικών και συναφών επιστημών. Στην Ελλάδα, στο Λύκειο. 

  • Αντιφατικά, η αφομοίωση αυτής της πολλής και νωρίς ύλης επί της ουσίας δεν ελέγχεται. Μετεξεταστέοι μαθητές/ μαθήτριες πρακτικά δεν υπάρχουν. Σχεδόν πρέπει να υποβάλει υπεύθυνη δήλωση του νόμου 105 ο γονιός. Όλες και όλοι βαθμολογούνται με άριστα ή πολύ καλά. Όλ@ είναι υπέροχ@.
  • Μια γενικευμένη από τον κοινωνικό ιστό επιείκεια απλώνει τα πλοκάμια της στην Εκπαίδευση και δεν επιτρέπει στον εκπαιδευτικό ούτε καν τη διόρθωση με κόκκινο στυλό, για να μην στενοχωρήσουμε τις παιδικές ψυχούλες. Ο συναγωνισμός απαγορεύεται και αποκηρύσσεται μετά βδελυγμίας ως το Μολώχ της αυτοπεποίθησης. Από την υστερία τού ποιος θα γίνει απουσιολόγος της γενιάς μου περάσαμε στο «δεν πειράζει, παιδιά είναι». Μέση οδός δεν υπάρχει;
  • Τα βλαστάρια της επιείκειας, συστηματικά προστατευμένα από οτιδήποτε θα μπορούσε να τα στενοχωρήσει (χωρίς, φυσικά, να φταίνε), παραδίδονται απροετοίμαστα σε μια αγορά εργασίας που δεν συγχωρεί εύκολα και δεν τυγχάνει τόσο γενναιόδωρη. Αυτό που ξεκινά με καλή πρόθεση (γιατί ποιος γονιός θέλει το κακό του παιδιού του;) καταλήγει η νάρκη στα θεμέλια της ευτυχίας.
  • Εκπαιδευτικοί σε διεκπεραιωτικό ρόλο με άλυτα ζητήματα καθημερινότητας, όπως τα πανάκριβα νοίκια στους τουριστικούς μας προορισμούς, καλούνται να κάνουν την υπέρβαση και να μπορέσουν, περισσότερο βιωματικά και δια του παραδείγματος, να δώσουν το κάτι παραπάνω στα παιδιά.
  • Συχνά, οι εκπαιδευτικοί διαβιούν υπό τη δαμόκλειο σπάθη μιας υπερβάλλουσας ευαισθησίας των γονιών για τα βλαστάρια τους∙ και όταν δεν θες μπελάδες, ευθυγραμμίζεσαι με τον παραλογισμό, προς περαιτέρω απαξίωση του εκπαιδευτικού ως θεσμού.
  • Από την άλλη μεριά, οι υστερούντες σε επίδοση «πληνάδελφοι» εκπαιδευτικοί δεν αντιμετωπίζουν ουσιαστικές συνέπειες, ανοίγοντας περισσότερο την ψαλίδα φιλότιμου-αφιλότιμου∙ ένα πρόβλημα που ούτως ή άλλως δύσκολα λύνει ένας οργανισμός ή επιχείρηση. Ένα παραπάνω, όμως, στο χώρο της Εκπαίδευσης, η αξιολόγηση είναι πονεμένη ιστορία (που θέλει ξεχωριστό άρθρο από μόνη της).
  • Παράλληλα, ένας ορυμαγδός από προγράμματα, πρωτοβουλίες, δράσεις, πρότζεκτ, που συχνά επιδιώκονται και προβάλλονται με όρους δημοσίων σχέσεων και αστραφτερές φωτογραφίες των εμπλεκομένων στα social, κατακερματίζει ακόμα περισσότερο το ήδη πολυδιασπασμένο γνωστικό σκηνικό, επαφίει το αποτέλεσμα «εις τον πατριωτισμό των Ελλήνων (εκπαιδευτικών)» και εντείνει περισσότερο την αυτοκρατορία του περίπου.
  • Τα παιδιά, ζαλισμένα από το jet lag του γονιού-ταξί του απογεύματος και μπουκωμένα 3 φορές Κολοκοτρώνη σε 7 χρόνια, παραδίδονται στο Πανεπιστήμιο εξαντλημένα πνευματικά, με αποστροφή για τη συστηματική γνώση, με τη διάσπαση προσοχής που υποδαυλίζει η έκθεση στις οθόνες ακόμα πιο ενισχυμένη και με γνήσια λαχτάρα για τον ελεύθερο χρόνο που αυτονοήτως στερήθηκαν έφηβοι. 
  • Στα 30, μετά από 2 χρυσοπληρωμένα μεταπτυχιακά, εμφανίζονται να μην ξέρουν πώς (και γιατί) γράφεται το «ανειλημμένες» (ένα καλό παράδειγμα μιας εξόχως επιβιώσασας λέξης της αρχαίας), διότι αντί κόκκινου στυλό στην Α’ Γυμνασίου είχαν εισπράξει στο τετράδιό τους μάλλον κάποιο αυτοκόλλητο Hello Kitty, με γνήσια ενθαρρυντική επιείκεια. Σε δυο γενιές, περάσαμε από τη βίτσα (από αγριοαχλαδιά) στα Angry Birds. Μέση οδός δεν υπάρχει;
  • Πέρα από τα άλλα, αυτά τα «παιδιά» των 30, δυσκολεύονται να συνεργαστούν στη δουλειά με τους συναδέλφους τους, διότι ο μικρόκοσμός τους υπήρξε θλιβερά μοναχικός∙ η ομαδική εργασία, ακόμα και όταν γινόταν, ήταν κουτσή, χειραγωγημένη από κάποιον επισπεύδοντα ενήλικα, ανεπαρκώς ελεγμένη ή όλα αυτά μαζί. Η συνεργατικότητα, αυτό που τόσο αναζητούν οι εργοδότες σήμερα, παρά την ανεργία, δεν καλλιεργήθηκε και δεν τη βρίσκεις εύκολα.

Το είπε ο Φρόιντ, προ αιώνα: η ωρίμανση έρχεται από τη ματαίωση. Πρέπει να στενοχωρηθείς, για να γίνεις άνθρωπος. Δεν λέμε να υποστείς βία. Αλλά δεν είναι δυνατό μια -καθ’όλα αναγκαία κατά τα άλλα συζήτηση- για το bullying, τη συμπερίληψη, τα δικαιώματα κλπ να καταλήγει άθελά της να ξεπλένει μια παραλυτική επιείκεια, σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα υπερφορτωμένο με ανέλεγκτης αφομοίωσης πληροφορίες. 

Το κοινωνικό εκκρεμές έχει κινηθεί επικίνδυνα προς την αντίθετη από την άκρη που βρισκόταν 60 χρόνια πριν. Από το παιδί-εργατικά χέρια περάσαμε στο πριγκηπόπουλο, που θα προσγειωθεί ανώμαλα στην πρώτη του δουλειά.

Ανάμεσα στα άλλα, όλη αυτή η αντιπαραγωγική συνθήκη προστίθεται  στα οικονομικά αντικίνητρα και αποθαρρύνει ακόμα περισσότερο τα νέα ζευγάρια από το να αποκτήσουν παιδιά (είτε ομολογείται είτε όχι), μιας και το σκέλος επένδυσης στη γνώση βιώνεται ως μια μοναδική παγκοσμίως σπατάλη πόρων και ως πηγή δυσανάλογου άγχους. Εξελίσσεται σε συνιστώσα του δημογραφικού, με δυο λόγια.

Επιπλέον, το ζήτημα ανατροφοδοτεί τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ανεργίας. Κάνει φυσιολογική τη συνύπαρξη δύο αντιφατικών φαινομένων:

  • Τη -δομική και κυκλική- ανεργία.
  • Τη δυσκολία των εργοδοτών να βρουν εργαζόμενους, που να έχουν μια ελάχιστη ισορροπία από «σκληρές» και «ήπιες» δεξιότητες.

Επιείκεια, μικροαστισμός και υπερφόρτωση δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ, που, αν δεν αντιμετωπιστεί, δεν θα πρέπει να δημιουργεί καμία απορία η συνεχιζόμενη μετανάστευση των «παιδιών» μας στο εξωτερικό και το θλιβερό φαινόμενο οι ξένες χώρες να «τρυγούν» τους καρπούς μιας επένδυσης που πλήρωσε η ελληνική οικογένεια και που η ελληνική κοινωνία δεν ανταμείβει και σχεδόν τιμωρεί.

Αν θέλουμε να συνεχίσουμε να πιστεύουμε ότι Ελληνισμός είναι η Παιδεία, αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε ταυτόχρονα παιδεία, δημογραφικό, ανεργία, μετανάστευση και επενδύσεις, η πραγματική αναμόρφωση του περιεχομένου, της δομής και της διαλεκτικής ανταμοιβής/τιμωρίας στο εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ.

Δεν χρειάζονται αφορισμοί. Επαναφορά στη μέση οδό χρειαζόμαστε: 

  • Σε μια αξιολόγηση όλων, εκπαιδευτικών και μαθητών/ μαθητριών, με κανόνες. Γιατί η αξιολόγηση υπάρχει παντού εκεί έξω. Ούτε τιμωρητική αξιολόγηση ούτε παντελής έλλειψή της.
  • Σε ένα σχολείο ούτε εξεταστικό κέντρο, αλλά ούτε και παιδότοπο.
  • Σε ένα περιεχόμενο ύλης πιο μεστό, πιο προτεραιοποιημένο (άρα ναι, με αποκλεισμό ορισμένων πληροφοριών), που να «ανέβει τάξεις».
  • Επιτακτική καλλιέργεια των ήπιων δεξιοτήτων. Οι επιχειρήσεις δεν χρειάζονται διδακτορικούς. Χρειάζονται ανθρώπους που να μπορούν να συνεργαστούν.

Δεν λέει κανείς ότι όλο αυτό είναι εύκολο. Λέμε μόνο ότι η λύση ή θα είναι ολιστική ή μη-λύση.