Φυγή στα «ξύλινα τείχη»

Σε αναλύσεις που παρουσίασα στη διάλεξη στη μνήμη του Δημήτρη Τριχόπουλου, αν και ο ελληνισμός αντιπροσωπεύει το 0.2% του πληθυσμού του πλανήτη, το ποσοστό ανάμεσα στους επιστήμονες που δημοσιεύουν στη διεθνή ερευνητική βιβλιογραφία είναι 1%, και πλησιάζει το 3% ανάμεσα στους κορυφαίους επιστήμονες μεγίστης επιρροής. Για παράδειγμα, στις επιστήμες υπολογιστών, 7 στους 200 πλέον αναφερόμενους επιστήμονες παγκοσμίως (δείκτης h>63) είναι Έλληνες (Παπαδημητρίου, Γιαννάκης, Γιαννακάκης, Τερζόπουλος, Μυλόπουλος, Καρύπης, Μεταξάς). Σε όλες τις επιστήμες υπάρχουν Έλληνες με τεράστια επιρροή, αλλά 86% δεν ζει στην Ελλάδα.
|
Open Image Modal
RobW_/Flickr

Τις καλύτερες στιγμές του νεότερου ελληνισμού την τελευταία δεκαετία ελάχιστοι Έλληνες τις πληροφορήθηκαν. Στα ψιλά γράμματα πέρασαν ότι Έλληνες πήραν τα βραβεία "Wolf" (Παύλος Αλιβιζάτος), "Lasker" (Τομ Μανιάτης), "Shaw" (Δημήτρης Χριστοδούλου), "Turing" (Ιωσήφ Σηφάκης), "Goedel" (Ηλίας Κουτσουπιάς), "Sakurai" (Σάββας Δημόπουλος) και πολλές άλλες διακρίσεις ισοδύναμες με Nobel (τα περισσότερα επιστημονικά αντικείμενα δεν καλύπτονται από Nobel). Όταν ο Χριστόφορος Πισσαρίδης βραβεύτηκε με Nobel, πάλι η είδηση βρέθηκε δυσανάλογα θαμμένη με μικρομεσαία γράμματα - πηχυαίοι τίτλοι παρέμειναν δεκάρικοι πολιτικών, βωμολοχίες συνδικαλιστών, δηλώσεις ποδοσφαιριστών μετά το 3-0, κι αποφθέγματα από τηλεπερσόνες με IQ-ραδικιού για τον έρωτα.

Ίσως παλαιότερα, η σοβαρή επιστήμη είχε μια κάποια μεγαλύτερη αποδοχή στην Ελλάδα. Οι επιστήμονες αναγκαστικά μεταναστεύανε, καθώς ερευνητικές υποδομές δεν υπήρχαν, όμως μάλλον περισσότεροι Έλληνες ξέρουν τον Γεώργιο Παπανικολάου και τον Γεώργιο Κοτζιά (κάτοχοι "Lasker"). Έκτοτε αλλάξανε πολλά. Χτίστηκαν πολλές (αν και ανισοβαρείς) ερευνητικές υποδομές. Προέκυψε ικανή μάζα πανεπιστημιακών. Πολλοί δουλέψανε σκληρά, δημιούργησαν αξιολογότατο έργο. Όμως δεν ήταν αυτοί που φάνηκαν στον ελληνικό χώρο. Αφοσιωμένοι στο έργο τους, δεν είχαν χρόνο και διάθεση να συναγωνιστούν μια μερίδα συναδέλφων που είδαν την πανεπιστημιακή ιδιότητα σαν σκαλοπάτι για την απόκτηση χρηματικής, κοινωνικής και πολιτικής ισχύος. Συνήθως αυτοί ήταν οι χειρότεροι. Μαζί τους πλείστοι άλλοι, επιστήμονες και μη, επιθύμησαν όχι να προσφέρουν στην κοινωνία, αλλά να την δυναστεύσουν προς όφελος της συμμορίας τους ή/και προς δόξα κάποιας ιδεοληψίας. Κάπως έτσι προέκυψαν εκατοντάδες αλληλοπροωθούμενοι αξιωματούχοι και εξουσιαστές.

Οι χειρότεροι των χειρότερων επικρατούν πλέον λίγο-πολύ σε όλους τους κομματικούς χώρους. Οι νέες γενιές βλέπουν από νωρίς πόσο τιποτένιος πρέπει να είναι κάποιος πλέον για να πετύχει. Οι επιλογές σε ένα περιβάλλον ανεργίας >50% είναι σαφείς: να συμβιβαστούν και να προσομοιάσουν σε κραταιούς αλητάμπουρες για να μοιραστούν τη λεία ή να υπηρετήσουν την αριστεία και την αξιοπρέπεια και να υποβληθούν σε καθεστώς διωγμού.

Οι Έλληνες που βρίσκονται σε κατάσταση εσωτερικής ή εξωτερικής εξορίας σήμερα είναι πάρα πολλοί. Στην επιστήμη ειδικά, που είναι η αιχμή του δόρατος για την πρόοδο και την ευημερία μιας κοινωνίας, πάμπολλοι Έλληνες θριαμβεύουν σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά είναι σχεδόν όλοι εξόριστοι. Όπως έχω δείξει στο τελευταίο βιβλίο μου («Παραλλαγές Πάνω στην Τέχνη της Φυγής και Ένα Απονενοημένο Ριτσερκάρ», Κέδρος 2014) και σε αναλύσεις που παρουσίασα στη διάλεξη στη μνήμη του Δημήτρη Τριχόπουλου, αν και ο ελληνισμός αντιπροσωπεύει το 0.2% του πληθυσμού του πλανήτη, το ποσοστό ανάμεσα στους επιστήμονες που δημοσιεύουν στη διεθνή ερευνητική βιβλιογραφία είναι 1%, και πλησιάζει το 3% ανάμεσα στους κορυφαίους επιστήμονες μεγίστης επιρροής. Για παράδειγμα, στις επιστήμες υπολογιστών, 7 στους 200 πλέον αναφερόμενους επιστήμονες παγκοσμίως (δείκτης h>63) είναι Έλληνες (Παπαδημητρίου, Γιαννάκης, Γιαννακάκης, Τερζόπουλος, Μυλόπουλος, Καρύπης, Μεταξάς). Σε όλες τις επιστήμες υπάρχουν Έλληνες με τεράστια επιρροή, αλλά 86% δεν ζει στην Ελλάδα. Μάλιστα από τους 40 κορυφαίους σε επιρροή Έλληνες επιστήμονες σήμερα, μόνο ένας μένει κυρίως στην Ελλάδα - κι αυτός έκανε το μεγαλύτερο έργο του στις ΗΠΑ. Σε μερικά πεδία, π.χ. στα οικονομικά, η έξοδος των αρίστων είναι σχεδόν ολική.

Με λίγες εξαιρέσεις, οι σοβαροί επιστήμονες, εξωτερικού και εσωτερικού, αγνοούνται ή και ενεργητικά εξοντώνονται από το κυρίαρχο ελληνικό σύστημα. Η Ελλάδα θα ήταν το πλέον αναπτυγμένο κράτος του κόσμου, αν αυτοί οι άνθρωποι μπορούσαν να συμμετάσχουν στην αναγέννηση της χώρας. Όχι σαν εξουσιαστές, αλλά σαν καινοτόμοι, σαν οδηγοί στην τεχνολογία, στην παιδεία της αριστείας, σαν πρότυπα αξιοκρατίας. Προσπαθώ να φανταστώ πόσο διαφορετικός θα ήταν ο δημόσιος διάλογος, η αξιοπιστία και η ποιότητα της πληροφορίας, η στόχευση του μέσου Έλληνα, το ύφος και το ήθος που θα επικρατούσε.

Όταν η ηγεσία μιας κοινωνίας κορεστεί από μετριοκρατία, η καταστροφή είναι φυσική εξέλιξη. Οι μετριοκράτες τελικά κάποια στιγμή επιζητούν την καταστροφή. Ανασφαλείς, φθονεροί και γνωρίζοντας μυχίως ότι είναι στείροι ιδεών, προσπαθούν να πάρουν μια θέση στην Ιστορία τουλάχιστον ως «Ηρόστρατοι» καταστροφείς, αφού δε μπορούν να κατακτήσουν θέση σαν δημιουργοί. Αρκεί να φωτογραφηθούν από μερικά ΜΜΕ παραπάνω. Όταν ήμουν καθηγητής στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, αν και θεωρούσα μάστιγα τις κομματικές νεολαίες, μιλούσα συχνά με φοιτητές-μέλη τους. Αν κάποιος είναι βαριά άρρωστος, δεν αποφεύγεις το διάλογο μαζί του - μάλιστα οι νέοι ίσως έχουν και ελπίδα γιατρειάς. Οι εκπρόσωποι νεολαιών των αστικών κομμάτων ήταν βαρετοί, κυρίως διεκδικούσαν πάρτι ή συμμετοχή σε μίζες. Οι εκπρόσωποι των αριστερών νεολαιών είχαν κάποιο πείσμα που τους έκανε ενδιαφέροντες, αλλά και πιο βαριά αρρωστημένους.

Στη διάρκεια μακράς κατάληψης προέκυψε ανάγκη να μπω στο αλυσοκλειδαμπαρωμένο γραφείο μου. Φρουρός καταληψίας με φραπεδάκι παρά πόδας με εμπόδισε. Τον ήξερα, ήταν καλό, έξυπνο παιδί. Τον παρακάλεσα να μπω ένα λεπτό να πάρω κάτι, αλλιώς η έρευνα της ομάδας μας θα καταστρεφόταν. Φιλικότατος μου απάντησε «Κύριε Ιωαννίδη, ξέρουμε ότι είστε ο καλύτερος ερευνητής του πανεπιστημίου. Ειδικά εσάς πρέπει να βεβαιωθούμε ότι θα σας καταστρέψουμε. Η ολοσχερής καταστροφή του διεθνώς γνωστού έργου σας θα επισύρει προσοχή στις διεκδικήσεις μας». Ακούω τελευταία τον πρωθυπουργό της χώρας (πρώην καταληψία) να μιλάει και ο τόνος της φωνής μού θυμίζει τον αγαπητό φοιτητή μου που ήθελε φιλικότατα να με καταστρέψει.

Όταν η Αθήνα ήταν να πυρποληθεί από τους Πέρσες, η μόνη λύση ήταν η φυγή στα «ξύλινα τείχη». Ίσως πάλι σήμερα κάτι ανάλογο μας απομένει. Όμως υπάρχουν διαφορές. Την πόλη δεν την καταστρέφουν εισβολείς, την καταστρέφουμε εμείς οι ίδιοι πρωτίστως. Η μάχη που πρέπει να δοθεί δεν δίνεται με τα όπλα (μόνο ανεγκέφαλοι εξτρεμιστές καταφεύγουν στη βία), αλλά με το νου και το ήθος. Η φυγή μπορεί να είναι στο εξωτερικό ή μέσα στην ίδια τη χώρα: είναι η άρνηση του συμβιβασμού, η άρνηση της αποδοχής της διαφθοράς και της μετριοκρατίας. Δεν υπάρχουν επίσης «ξύλινα τείχη» να μας φυγαδεύσουν, υπάρχει μόνο η λογική, η επιστημονική γνώση, η γενικότερη παιδεία, η συνείδηση και η ακεραιότητα του καθενός.