Γιατί τα βιβλία του Δημήτρη Κουφοντίνα γίνονται μπεστ σέλερ;

Το γιατί πολλοί Έλληνες συνεχίζουν να αγοράζουν τα βιβλία του Δημήτρη Κουφοντίνα (αν και δεν είμαι απόλυτα σίγουρος ότι τα διαβάζουν κιόλας) επίσης το καταλαβαίνω. Δεν τον αγοράζουν πλέον από περιέργεια ή επειδή γράφει καλά ή γιατί απαραίτητα ταυτίζονται ιδεολογικά με τα γραφόμενα του. Τον αγοράζουν γιατί - παρά το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι είναι γραμμένα από έναν δολοφόνο, καταδικασμένο τρομοκράτη- κατά βάθος τον σέβονται. Όχι γιατί, όπως διάβασα κάπου, σαν αιχμάλωτος του ταξικού πολέμου δεν μεμψιμοιρεί, δεν υπογράφει δηλώσεις μετάνοιας και δεν γλείφει τους δεσμοφύλακες του για να βελτιώσει τις συνθήκες εγκλεισμού του.
|
Open Image Modal
eurokinissi

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας ήταν σαράντα τεσσάρων ετών όταν οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού όπου συνεχίζει - σε αντίθεση με τους υπόλοιπους φυλακισμένους συντρόφους της 17Ν, των οποίων το «επαναστατικό πνεύμα» εξανεμίστηκε μάλλον γρήγορα- να διεκδικεί το πολιτικό στάτους του μέσα από προσεκτικά επιλεγμένες συνεντεύξεις, σποραδικές απεργίες πείνας και διαμαρτυρίας και εσχάτως αυτοβιογραφικά βιβλία.

Το 2014 εξέδωσε το «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη» το οποίο είχε μεγάλη εκδοτική επιτυχία και τώρα, αυτές τις μέρες, το «13 Απαντήσεις-Μια συζήτηση με τον Τάσο Παππά», το οποίο επίσης φιγουράρει εδώ και δυο εβδομάδες στις πρώτες θέσεις των μπέστ σέλερς. Δεν πρόκειται, σ'αυτό τουλάχιστον το μπλογκ, να κάνω κριτική ούτε στο πρώτο αλλά ούτε και στο δεύτερο βιβλίο του Κουφοντίνα. Ούτε πρόκεται να μπω στην ανούσια κατα τη γνώμη μου κουβέντα, για το κατά πόσο σωστό ή λάθος είναι άνθρωποι με το παρελθόν και την ιστορία του Κουφοντίνα να βγάζουν βιβλία.

Αυτό που για μένα έχει ενδιαφέρον, λιγότερο στην προκειμένη περίπτωση ως αναλυτή που μελετά το θέμα για πάνω απο δυο δεκαετίες, και πολύ περισσότερο ως μέσο Έλληνα, είναι γιατί τα βιβλία του Κουφοντίνα γίνονται μπεστ σέλερ; Η προφανής απάντηση, θα μου πείτε, είναι «η περιέργεια». Συμφωνώ, όμως μέχρι ενός σημείου.

Οι υψηλές πωλήσεις του «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη» επιβεβαίωσαν χωρίς αμφιβολία το δικαιολογημένο ενδιαφέρον και την περιέργεια του ελληνικού αναγνωστικού κοινού να πληροφορηθεί όχι μόνο για τις απόψεις του Κουφοντίνα αλλά κυρίως την επιθυμία να πάρει μια πιο ξεκάθαρη εικόνα για την χωρίς προηγούμενο παρατεταμένη καμπάνια βίας και τρομοκρατίας που σημάδεψε τη σύγχρονη μεταπολιτευτική ελληνική ιστορία. 27 χρόνια ήτανε πάρα πολλά.

Ο Κουφοντίνας, βέβαια, στο βιβλίο όπως και στη δίκη, αρνείται πεισματικά να κάνει καμία αποκάλυψη ή να πει οτιδήποτε ουσιαστικό ή διαφωτιστικό για την εσωτερική λειτουργία της οργάνωσης ή να κατονομάσει συντρόφους-κλειδιά της ιστορικής ηγεσίας της 17Ν.

Το γιατί ο Κουφοντίνας άρχισε να να γράφει το καταλαβαίνω. Το γράψιμο είναι αυτό που τον κρατάει ζωντανό στην πτέρυγα υψίστης ασφαλείας των φυλακών Κορυδαλλού. Η σύντροφος του Κουφοντίνα, η Αγγελική Σωτηροπούλου, που έμεινε δεκαπέντε μήνες στον Κορυδαλλό είχε περιγράψει την ειδική πτέρυγα για την 17Ν ως «έναν υπόγειο διάδρομο 16τ.μ., με ένα μεταλλικό κουτί για προαύλιο, με πανύψηλους τοίχους και συρματόπλεγμα από πάνω. Ενα εκσυγχρονισμένο βασανιστήριο, που έχει στόχο να σε εξοντώσει ψυχικά, πνευματικά και σωματικά». Λέτε να υπερβάλλει;

Το γιατί πολλοί Έλληνες συνεχίζουν να αγοράζουν τα βιβλία του Δημήτρη Κουφοντίνα (αν και δεν είμαι απόλυτα σίγουρος ότι τα διαβάζουν κιόλας) επίσης το καταλαβαίνω. Δεν τον αγοράζουν πλέον από περιέργεια ή επειδή γράφει καλά ή γιατί απαραίτητα ταυτίζονται ιδεολογικά με τα γραφόμενα του. Τον αγοράζουν γιατί - παρά το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι είναι γραμμένα από έναν δολοφόνο, καταδικασμένο τρομοκράτη- κατά βάθος τον σέβονται. Όχι γιατί, όπως διάβασα κάπου, σαν αιχμάλωτος του ταξικού πολέμου δεν μεμψιμοιρεί, δεν υπογράφει δηλώσεις μετάνοιας και δεν γλείφει τους δεσμοφύλακες του για να βελτιώσει τις συνθήκες εγκλεισμού του.

Τον σέβονται, όσο παράδοξο, προκλητικό και σκαναδαλώδες κι αν ακούγεται, για ένα πολύ απλούστερο λόγο - γιατί θεωρούν ότι έχει αξίες. Ναι, αξίες βαμμένες με αίμα, θα συμφωνήσω, αλλά αξίες ακλόνητες σαν βράχος. Το καλοκαίρι το 2002 ο Κουφοντίνας είχε τη δυνατότητα να διαφύγει και να χτίσει μιαν άλλη ζωή μακριά απο πράγματα και καταστάσεις που θα μπορούσαν να τον προδώσουν. Δεν το έκανε. Αντί για τη σιγουριά της φυγής και της σιωπής, επέλεξε να παραδοθεί και να αναλάβει την ευθύνη των πράξεων του και να τις υπερασπιστεί, σε αντίθεση με τους Γιωτόπουλους και τους λοιπούς της 17Ν.

Το κεντρικό ερώτημα, βέβαια, δεν είναι γιατί πουλάνε τα βιβλία του Κουφοντίνα, αλλά γιατί εξτρεμιστές σαν τον Κουφοντίνα, τον Ξηρό, τον Μαζιώτη και τη Ρούπα εξακολουθούν να εμφανίζονται, να πυροβολούν και να σκοτώνουν. Και σ' αυτό το κρίσιμο ερώτημα οι μεταπολιτευτικοί θεσμοί της χώρας (οι οποίοι μέχρι τώρα τουλάχιστον έχουν αποδειχτεί ικανοί να αντέξουν υψηλά επίπεδα τρομοκρατικής δράσης), δεν έχουν βρει ακόμη πειστική απάντηση.

*Το βιβλίο του Γιώργου Κασιμέρη «Ακραία Φαινόμενα Διαρκείας: Βία και Τρομοκρατία στη Μεταπολίτευση», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.