61ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Παλεύοντας με την απώλεια - Τρεις ελληνικές ταινίες

Digger του Τζώρτζη Γρηγοράκη, Μήλα του Χρήστου Νίκου, Kala Azar της Τζάνις Ραφαηλίδου. Τρία ντεμπούτα με μεγάλες αξιώσεις,
Open Image Modal
.
MotionTeam

Είδαμε τις τρεις ελληνικές ταινίες “Digger”, “Μήλα” και “Kala Azar” που διαγωνίζονται στο Διεθνές Πρόγραμμα του 61ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και σας μεταφέρουμε εντυπώσεις.

 Πώς διαφυλάσσεις την γη σου από τις ορέξεις των πολυεθνικών; Πώς διαφυλάσσεις τον εαυτό σου από μια πανδημία αμνησίας; Πώς διαφυλάσσεις ό, τι έμεινε απο αυτό που αγαπάς -έστω και αν πια βρίσκεται σε μια τεφροδόχο;

Digger του Τζώρτζη Γρηγοράκη, Μήλα του Χρήστου Νίκου, Kala Azar της Τζάνις Ραφαηλίδου. Τρία ντεμπούτα με μεγάλες αξιώσεις, που δικαίως βρέθηκαν στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Τις είδαμε και τις τρεις online, συγκινηθήκαμε –κάποιες στιγμές συγκλονιστήκαμε- για πολύ διαφορετικούς λόγους και ελπίζουμε σύντομα να βρουν το δρόμο τους στις (πραγματικές) αίθουσες. Γιατί και οι τρεις αποτελούν απτά παραδείγματα του πόσο αδικείται μια ταινία στις ασφυκτικές διαστάσεις ενός κινητού, ενός τάμπλετ και μιας τηλεόρασης –όσο μεγάλη κι αν είναι αυτή. «Σινεμά με κάθε τρόπο», αφαλώς, αλλά ελπίζουμε πως θα έρθει σύντομα η στιγμή να επιλέγουμε αυτόν τον τρόπο.

Digger του Τζώρτζη Γρηγοράκη 

Open Image Modal
.
Huffpost GR

Ένα μαγευτικό δάσος, φωτογραφημένο υποδειγματικά. Κι ένας ερημίτης, ένας έλληνας «Ινδιάνος» με τα όλα του, ο Νικήτας (ο Βαγγέλης Μουρίκης, σε ένα ακόμα ρεσιτάλ ερμηνείας που του χάρισε το βραβείο στο Σεράγιεβο), που ζει μόνος στην καρδιά του βουνού, κι έχει ταχθεί ψυχή τε και σώματι να διαφυλάξει το δάσος του και το κτήμα του από την “Εταιρεία”. Η Εταιρεία νέμεται τα ορυχεία της περιοχής, αποψιλώνοντάς την, κι έχει διχάσει τον τόπο: οι μεν τρώνε ψωμί από αυτήν, δουλεύουν στα μεταλλεία ή εξωθούνται τελικά, ηττημένοι, να της πουλήσουν το βιος τους και να φύγουν ―λέγοντας κι ευχαριστώ. Οι δε, όλο και λιγότεροι, αντιστέκονται σθεναρά, θεματοφύλακες της χλωρίδας και της πανίδας του παρθένου δάσους , του τόπου τους –αλλά και της περηφάνιας τους. Ο Νικήτας είναι μπροστάρης στον αγώνα αυτό: άλλωστε είναι ο πρώτος που κινδυνεύει από το τσουνάμι λάσπης που απειλεί το σπίτι του από τα μπαζώματα των εργοταξίων, ο πρώτος που «ματώνει» για τις καρυδιές του που ξεριζώνουν οι μπουλντόζες, ο πρώτος που τα βάζει μαζί τους αρνούμενος πεισματικά να τους πουλήσει τη γη του. Η σύγκρουση αυτή θα γίνει ακόμα πιο προσωπική, όταν θα εμφανιστεί ο γιος του (Αργύρης Πανταζάρας), διεκδικώντας την μισή περιουσία του και με επείγουσα ανάγκη για ρευστό... 

Open Image Modal
.
Digger_copyright2019haosflimlebureau

Oι ομοιότητες με τις Σκουριές είναι προφανείς, αν και ο ταλαντούχος Τζώρτζης Γρηγοράκης (γνωστός στους θιασώτες της μικρού μήκους από τις εξαιρετικές μικρές του, όπως το «Kι εγώ για μένα» επίσης με τον Βαγγέλη Μουρίκη) αποφεύγει να ονοματίσει πρόσωπα και πράγματα. Ο νοών νοείτο όμως, και οι προσεκτικοί θα βρουν μικρά σποιλερ (για τον χρυσό κλπ). Τα γυρίσματα άλλωστε έγιναν σε ένα πανέμορφο δάσος της Χαλκιδικής. 

Open Image Modal
.
Digger_copyright2019haosflimlebureau_37

Ο Τζώρτζης Γρηγοράκης επιβεβαίωσε τις υψηλές προσδοκίες για την πρώτη του μεγάλου μήκους, δημιουργώντας ένα υποβλητικό, βαθιά ελληνικό γουέστερν, όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος , με καυτό θέμα και βαθιά οικολογική ευαισθησία. ’Ομως, για να δανειστούμε τον τίτλο της ταινίας, «σκάβει» πολύ πιο βαθιά από αυτό: για να ανακαλύψει τι απέμεινε από τη χαμένη σχέση ενός παιδιού με τον πατέρα του, και, ταυτόχρονα τι πραγματικά αξίζει σε αυτή τη ζωή -ποιο είναι το επείγον και ποιο το σημαντικό... 

Open Image Modal
.
Digger_copyright2019haosflimlebureau_37

Μικρό ρόλο στην ταινία έχει ο Θύτης των RNS, ραπ ίνδαλμα της νεολαίας (εμφανίζεται και στο «Πρόστιμο» του Φωκίωνα Μπόγρη) ο οποίος «γράφει»: «Ζω τη ζωή μου κάθε μέρα μεσ′ την ανησυχία/ έλα μια βόλτα να δεις πώς είναι στα ορυχεία». 

Οσοι θυμούνται τον Β.Μουρίκη στον «Βασιλιά» του Νίκου Γραμματικού, μπορεί και να σκεφτούν πως κάπως έτσι ίσως να ήταν σήμερα, σε μεγάλη ηλικία, ο ήρωας που ενσάρκωσε τότε, αν ζούσε. Καθώς τα γεωτρύπανα πλησιάζοηυν στο σπίτι του, λεει: «Τα πιο επικίνδυνα ζώα είμαστε εμείς. Ετσι και χαλάσει η ισορροπία στη φύση ξεσπάει εμφύλιος...». 

Μήλα του Χρήστου Νίκου

 

Open Image Modal
.
Huffpost GR

 

Η ταινία έχει ήδη στις αποσκευές της σημαντικές διακρίσεις: ήταν η ταινία εναρξης στους «Ορίζοντες» του Φεστιβάλ της Βενετίας και αποτελεί την επίσημη πρόταση της Ελλάδας για τα Όσκαρ. Επιπλέον η Κέιτ Μπλάνσετ, εντυπωσιασμένη, μπήκε executive producer. Ομως θα κατάφερνε να γραπώσει αμέσως το ενδιαφέρον σου και χωρίς αυτά. Αν μη τι άλλο (και) λόγω θέματος. Μια πανδημία αφαιρεί αιφνίδια από τους ανθρώπους τη μνήμη τους. Τη μια ώρα είσαι ο κ. Γιώργος Παπαδόπουλος, που μένεις στην οδό τάδε, εργάζεσαι στην τάδε επιχείρηση και έχεις οικογένεια και δύο παιδιά. Την επόμενη στιγμή δεν είσαι τίποτε από αυτά. Δεν ξέρεις πού βρίσκεσαι και που πας. Τριγυρνάς σαν χαμένος μέχρι που κάποιος αντιλαμβάνεται το πρόβλημα και σε πάει στο νοσοκομείο. Εκεί, οι υπεύθυνοι προσπαθούν να σου δώσουν μια νέα ζωή, μια νέα ταυτότητα. Ετσι και ο Άρης Σερβετάλης, ο αινιγματικός ήρωας της ταινίας: ζει σε ένα όμορφο διαμέρισμα, ακολουθεί τη γνωστή του ρουτίνα, χαϊδεύει το σκυλάκι του γείτονα. Και μια μέρα δεν θυμάται καν πώς να επιστρέψει στο σπίτι του. Δεν ξέρει καν αν έχει σπίτι. Ή σύζυγο. Ταυτότητα πάνω του δεν έχει. Κανείς δεν τον αναζητά. Που σημαίνει πως είτε δεν είχε κανένα, είτε κανείς δεν νοιάζεται είτε οι δικοί του έχουν επίσης νοσήσει και δεν θυμούνται πια...

 

Open Image Modal
.
Huffpost GR

 

Στο εφιαλτικό αυτό σκηνικό, που διαδραματίζεται σε έναν απροσδιόριστο χρόνο στο κέντρο της Αθήνας, όλα είναι αναλογικά: για παράδειγμα ο ήρωας ακούει τις οδηγίες των γιατρών από κασετόφωνο. Οι οδηγιες αυτές αποσκοπούν στη δημιουργία εμπειριών που περιλαμβάνουν από σεξ της μιας βραδιάς μέχρι ακραία αθλήματα –τα οποία ο ασθενής πρέπει να καταγράφει με πολαρόιντ, «χτίζοντας» ένα νέο άλμπουμ ζωής.

Oικοδομώντας αυτή τη νέα ζωή, θα συναντήσει την Άννα (πολύ καλή η Σοφία Γεωργοβασίλη), μια γυναίκα που βρίσκεται στο ίδιο πρόγραμμα.

 

Open Image Modal
.
Huffpost GR

 

Ο Νίκου δημιουργει ένα ψυχρό, αποστειρωμένο σύμπαν, με ευδιάκριτες weird πινελιές, που χαρίζουν στην ταινία ένα ανεπαίσθητο μαύρο χιούμορ-πιθανόν μια επιρροή από το Λάνθιμο, με τον οποίο συνεργάστηκε στο παρελθόν. Ο προικισμένος Σερβετάλης, δίνει μια πολύ συγκρατημένη ερμηνεία (ίσως υπερβολικά συγκρατημένη, αν αναλογιστεί κανείς την εκφραστική γκάμα του ηθοποιου και το δράμα που βιώνει ο ήρωας), αλλά κατορθώνει να σε βάλει πειστικά στο παράδοξο και τρομακτικό αυτό σύμπαν, όπου λείπει, σκόπιμα, κάθε κοινωνικοπολιτική αναφορά. 

Open Image Modal
.
Huffpost GR

 

Αυτή η απουσία θα μπορούσε να συζητηθεί ως ένα μείον της ταινίας, όμως είναι προφανές πως το βασικό μέλημα του Χρήστου Νίκου, ο οποίος εμπνεύστηκε το φιλμ όταν έχασε τον πατέρα του, είναι η τρικυμιώδης ψυχή του αινιγματικού ήρωά του. Ξεχνώντας παύεις να πονάς; Μήπως η λήθη μας στερεί, εκτός από τον πόνο, και τον ίδιο μας τον εαυτό; Μπορούμε πραγματικά να ξεχάσουμε; Μήπως πραγματικά είμαστε όλα όσα δεν ξεχνάμε; Και μπορεί η αγάπη σου για τα μήλα (που όμως μαθαίνουμε στην ταινία, τονώνουν την μνήμη), να σου θυμήσει ποιος πραγματικά είσαι;

 Kala Azar της Τζάνις Ραφαηλίδου   

Open Image Modal
.
Huffpost GR

 

Μια πολύ ιδιαίτερη ταινία, με ένα σκληρό θέμα και μερικές συγκλονιστικές στιγμές, μας παραδίδει στο ντεμπούτο της στην μεγάλου μήκους ταινία, η Τζάνις Ραφαηλίδου.

Οι δύο ήρωές της (Πηνελόπη Τσιλίκα – Δημήτρης Λάλος), είναι ένα ζευγάρι που αναλαμβάνει τον άχαρο και θλιβερό ρόλο να παραλαμβάνει τα πτώματα των κατοικιδίων από τους ιδιοκτήτες τους και να τα πηγαίνει για αποτέφρωση. Το ζευγάρι ζει μια μποέμ ζωή μέσα στη φύση, κατοικώντας ουσιαστικά μέσα σε ένα τζιπ –η ταινία μάλιστα ξεκινά με το ζευγάρι να κάνει έρωτα μέσα στο αυτοκίνητο σε ένα χωράφι, περιτριγυρισμένο από σκυλιά που χοροπηδούν και γαβγίζουν (σκηνή που προφανώς υποδηλώνει τη ζωώδη ανθρώπινη φύση που ο σύγχρονος άνθρωπος προσπαθεί με κάθε τρόπο να καταπνίξει).

 

Open Image Modal
.
Huffpost GR

 

Το ζευγάρι κάνει την «βρωμοδουλειά» που όλοι εμείς θέλουμε να ξεχάσουμε: σταματά, ας πούμε, στη μέση του δρόμου και μαζεύει τα πτώματα των πατημένων ζώων στην άσφαλτο. Και τα βάζει κι αυτά στο πορτμπαγκάζ για αποτέφρωση, μαζί με τα άλλα, που πέθαναν λιγότερο βίαια, στο ζεστό σπιτικό που τους εξασφάλισε ένας άνθρωπος. Με το ρίσκο να απολυθούν από το αφεντικό τους που αποτεφρώνει μόνο τα «πληρωμένα» από τους ιδιοκτήτες τους νεκρά ζωάκια.

  

Open Image Modal
,
Huffpost GR

 

Η ταινία δεν αντιμετωπίζει τη ζωοφιλία σε επίπεδο φεισμπουκικής χαριτωμενιάς (κουταβάκια και γατάκια που «ζυμώνουν» την κουβερτούλα τους): στρέφει το φακό στην συχνά άχαρη και σκληρή πραγματικότητα του να φροντίζεις και να αγαπάς άνευ όρων ένα κατοικίδιο –να το αγαπάς τόσο ώστε να του περιποιείσαι τα δόντια με τα χέρια σου ή να του βγάζεις υπομονετικά τα τσιμπούρια, να τα αγαπάς τόσο πολύ ώστε να κάνεις μπάνιο, γυμνή, μαζί τους στην μπανιέρα (συγκλονιστική η σκηνή αυτή με την Μισέλ Βάλει).

Στην ταινία (όπως και στην ζωή) η φιλοζωία είναι άκρως δημοκρατική, όπως και ο θάνατος: το ζευγάρι, που δεν γνωρίζει την λέξη «σιχαίνομαι» (κάτι που η ταινία δείχνει με υποδειγματικό τρόπο, μέσα από χίλιες δυο λεπτομέρειες που την κάνουν τόσο ξεχωριστή), μπαίνει σε φτωχόσπιτα αλλά και σε επαύλεις για να παραλάβει νεκρά ζώα που οι ιδιοκτήτες τους (άχαρη λέξη, που δυστυχώς έχει επικρατήσει) δυσκολεύονται να αποχωριστούν. Αξέχαστη η σκηνή σε ένα τέτοιο αστικό πλουσιόσπιτο όπου μια ξανθιά εντυπωσιακή μεγαλοκυρία, αμίλητη, βυθίζει το γεμάτο χρυσά και κουδουνιστά βραχιόλια στο ενυδρείο της για να βγάλει το νεκρό ψαράκι της. Και να το παραδώσει για αποτέφρωση.... Η διαδικασία, όπως επαναλαμβάνει η Πηνελόπη Τσιλίκα σαν κασετοφωνάκι σε κάθε πελάτη, είναι ατομική: δηλαδή η αποτέφρωση γίνεται ξεχωριστά για κάθε ζώο. Η σκηνή με την εντυπωσιακή ξανθιά γυναίκα που θρηνεί σιωπηλά για το χρυσόψαρό της σου χαράζεται στο νου –και στους τίτλους τέλους διαβάζεις πως την ενσαρκώνει η Μαρία Αλιφέρη (οι παλιότεροι τη θυμούνται ασφαλώς).

Η ταινία σε βάζει σε σκέψεις: θρηνούμε για τα κατοικίδιά μας, τα θάβουμε ή τα αποτεφρώνουμε αλλά ταυτόχρονα σκοτώνουμε κάποια άλλα για να τα φάμε, να τα εμπορευτούμε ή για να παίξουμε το παιχνίδι του μάτσο θηρευτή. Οχι όλοι, ευτυχώς. Το ζευγάρι της ταινίας είναι ταγμένο στην μια πλευρά. Κι όμως, παλεύει με τους δικούς του δαίμονες...

Το «Kala Azar» τελειώνει με μια κινηματογραφική σκηνή ανθολογίας, σε ένα εργοστάσιο εκτροφής πουλερικών. Δεν θα κάνουμε σπόιλερ. Ελπίζουμε σύντομα να βγει και αυτή στη μεγάλη οθόνη. Ο τίτλος, για όσους δεν κατάλαβαν ακόμα, παραπέμπει στη γνωστή θανατηφόρα ασθένεια που πλήττει τα σκυλιά: το καλαζάρ...