Η πραγματική Επανάσταση: Η Ιστορία ως Αλήθεια και ως Ανάμνηση

Η πραγματική Επανάσταση: Η Ιστορία ως Αλήθεια και ως Ανάμνηση
Open Image Modal
Commons wikimedia

Μέσα στην ιστορία βρίσκεται το DNA κάθε λαού. Η Ελληνική Επανάσταση το 1821, όπως κάθε άλλη μεγάλη πράξη του Έθνους μας έχει δώσει πολλά μαθήματα τα οποία οφείλουμε να επεξεργαστούμε. Μέσα από τις μεγάλες πράξεις, ο κάθε λαός μπορεί να εξετάσει το τρόπο δράσης του, τα πλεονεκτήματα, τις αδυναμίες. Η αξιοποίηση της ιστορίας αποτελεί τη μαγιά της πραγματικής προόδου. Έτσι λοιπόν, ανάμεσα στις διάφορες «παράξενες» θεωρίες περί «ιστορικότητας» που μάθαμε από το 1996 και μετά και στην καταφυγή στη βεβαιότητα ενός «λαμπρού παρελθόντος» λόγω της αδράνειας και της παρακμής που διαπερνού το παρόν, υπάρχει κάτι άλλο: Η μελέτη της ιστορίας που θα αγωνιά για τα λάθη που έχουν γίνει και που θα θέτει στη θέση οράματος τα όποια ανδραγαθήματα. Η έννοια «αλήθεια» είναι πλατωνικής προέλευσης και σημαίνει άρση της λήθης. Με άλλα λόγια, ανάμνηση. Η Ιστορία είναι μια ενσυνείδητη ανάμνηση.

Η μόδα των mythbusters.

Το πνεύμα της Ιστορίας, δεν ανήκει στις «θετικές επιστήμες». Η Ιστορία, όπως κάθε αντικείμενο που ανήκει στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, συγγενεύει περισσότερο με την ερμηνεία του αληθούς παρά ταυτίζεται με το αληθές, αυτό καθ’αυτό. Η ερμηνεία της Ιστορίας δημιουργεί το ψυχογράφημα ενός πολίτη. «Η πόλη διαμορφώνει τον άνθρωπο», υποστήριζε ο Σιμωνίδης. Για λόγους που αδυνατούμε να περιγράψουμε, μια μηδενιστική «μέθοδος» ερμηνείας της Ιστορίας, θεώρησε οτι όφειλε να αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια. Με αυτόν τον τρόπο, ασχοληθήκαμε χωρίς ιδιαίτερο λόγο για το αν λειτουργούσε ή όχι Κρυφό Σχολείο, αν σηκωθήκαν λάβαρα την τάδε μέρα κτλ. Χάνοντας το περιεχόμενο της Επανάστασης. Ποιό ήταν αυτό; Οι Έλληνες της περιόδου εκείνης θεωρούσαν οτι ήταν κατακτημένοι από πολιτισμικά «κατώτερους» κατακτητές από εκείνους. Οι Έλληνες αυτής της περιόδου θεώρησαν πως υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες (εσωτερικοί και εξωτερικοί συσχετισμοί ισχύος) που θα ευνοούσαν ένα τόλμημα που έμελλε να καταστήσει την Ελληνική Επανάσταση τη μόνη πετυχημένη επανάσταση μετά την Αμερικανική. Η αποδόμηση της Ιστορίας, η φοβία προς κάθε πράγμα που τυγχάνει να προσδιορίζεται από την έννοια «Έθνος» κυριάρχησαν και έτσι δημιουργήθηκαν οι συντελεστές παρακμής της χώρας μας. Ακραίες «πολιτικές» ομάδες, βία, οικονομικός μαρασμός, αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού.

Ο θαυμασμός της κληρονομιάς ως συστατικό του ενστίκτου αυτοσυντήρησης.

Οι άνθρωποι έχουμε περισσότερα πράγματα να χωρίσουμε σε συνθήκες ανταγωνισμού. Η ύπαρξη ενωτικών στοιχείων είναι απαραίτητη για τη δημιουργία και τελικά, τη λειτουργία μιας οργανωμένης κοινωνίας. Θεσμοί και νόμοι δημιουργούνται πάνω στην αίσθηση μιας κοινής πεποίθησης. Μιας κοινής θέασης σε κάποια ελάχιστα πράγματα. Ο θαυμασμός κάποιας ιστορικής περιόδου, κάποιας ερμηνείας ενός ιστορικού γεγονότος, εξηγείται τόσο από την πολιτική ψυχολογία όσο και από την κοινωνιολογία. Η θέληση για διατήρηση και επαύξηση όσων έχουν επιτευχθεί, συνιστούν το ένστικτο αυτοσυντήρησης προσώπων, ομάδων, οργανισμών κτλ.

Η διαστρέβλωση της ελευθερίας της έκφρασης και η ταύτιση της λεκτικής ασυδοσίας με τον μηδενισμό, μας έδωσαν απτές συνέπειες για το πού οδηγούν. Το παράδοξο της υπόθεσης και όλων αυτών των projects (που συνοψίζονται στα όσα είδαμε να περιγράφονται ως «συνωστισμοί», στα όσα ακούσαμε περί «νεκρής αρχαίας ελληνικής γλώσσας» και που τελικά έβαλαν τον μανδύα «επιστημοσύνης» και «παράθεσης ακριβών ιστορικών γεγονότων») είναι πως κομίζουν την απολυτότητά τους και το μονοπώλιο αλήθειας που θεωρούν ως δεδομένο να κατέχουν, ως «ανοχή στη διαφορετική άποψη» και παρόλα αυτά, καλούν τους πολίτες να αποκτήσουν «όραμα» Το όραμα που φονεύεται να είναι ταυτόχρονα και υπαρκτό. Η αλλεργία προς το ρόλο της μεταφυσικής στην πολιτική ζωή, είναι στην πραγματικότητα, η μόνη αντι-επιστημονική δραστηριότητα.

Στην Ιστορία υποτίθεται (για όλους αυτούς) δεν υπάρχουν απόψεις, παρά μόνο γεγονότα. Η πραγματικότητα στην πολιτική είναι διαφορετική και έχει ακολοθηθεί ιστορικά σε όλον τον κόσμο: Κάθε λαός προκρίνει εκείνο το αφήγημα ιστορίας που τον εξυψώνει, που τον κάνει να νιώθει ιδιαίτερος. Δηλαδή, εκείνο το αφήγημα που θα του δώσει όραμα νιώθοντας ο ίδιος ως διαφορετικός. Άρα πρέπει να είμαστε ανεκτικοί προς τη διαφορετικότητα αναφορικά με το τί θεωρεί ο κάθε λαός ως «αληθές». Κάθε λαός, προκειμένου να πετύχει τους στόχους του, λιγότερο ή περισσότερο υιοθέτησε ένα «Μεσσιανικό Σύνδρομο». Ο Φρειδερίκος Νίτσε θεωρούσε πως η ερμηνεία η ιστορική εναπόκειται στην υποκειμενική οπτική, λέγοντας «Δεν υπάρχουν γεγονότα, παρά μόνο ερμηνείες».

Αδύναμοι στο εσωτερικό, χωρίς αυτοπεποίθηση στο εξωτερικό.

Όταν η αυτοπεποίθηση απουσιάζει, απουσιάζει η πολιτική βούληση. Χωρίς την τελευταία, θα είμαστε μονίμως «ελλειμματικοί» σε κάθε μορφής ισοζύγιο. Η ταυτότητα ενός λαού αποτελεί την πρώτη και πιο σημαντική πράξη αυτογνωσίας. Αποδοχή του εαυτού μας (όπως συμβαίνει και στο μικροεπίπεδο) σημαίνει αυτογνωσία. Η μετάλλαξη (και μάλιστα «βίαια») και η εξομοίωση με κάτι ανοικείο, οδηγεί στα πραγματικά σύνδρομα.

Όπως συμβαίνει στο εμπόριο, το ίδιο ισχύει και στον ετεροπροσδιορισμό ενός λαού (μέσα από την ταυτότητά του) στον κόσμο. Προκρίνει ένας λαός τα συγκριτικά πλεονεκτήματα. Προκρίνει τη διαφορετικότητά του, διαφοροποιείται από τους άλλους, παρέχοντας κάτι άλλο από όσα ήδη υπάρχουν. Έτσι προκύπτει ένας διεθνής διάλογος. Η άλλη παραδοξότητα των αφηγημάτων του μηδενός, έχει να κάνει με ακριβώς αυτό το ζήτημα. Το να διατηρούμε την ψευδαίσθηση οτι μπορούμε να γίνουμε κάποιος άλλος λαός (προκαλώντας μια τεχνητή αμνησία, μια περιφρόνηση προς την ιστορική μας διαδρομή με τα καλά της και με τα αρνητικά της) επιβουλευόμαστε το συγκριτικό μας πλεονέκτημα. Ένας άλλος λαός, επιθυμεί να δει την ειδοποιό διαφορά του άλλου. Εάν μπορούσαμε να γίνουμε –μιμητικά- κάτι άλλο, σίγουρα δε θα μπορούσαμε να είμαστε ανταγωνιστικοί ως προς αυτό. Η αίσθηση κατωτερότητας, η άρνηση αποδοχής του εαυτού μας, η συλλήβδην ταύτιση της «προόδου» με την εθνική λησμονιά, οδηγούν στην εξαγωγή αυτού του συνδρόμου κατωτερότητας και στις διεθνείς μας σχέσεις. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση που διακατέχει την ελληνική στρατηγική κουλτούρα, είναι μάλλον προϊόν μιας «βολικής» μηδενιστικής αφήγησης που ευτυχώς είχε τα χαρακτηριστικά μόδας και όχι αυτά της πλαστικής (δηλαδή μιας μόνιμης) παραμόρφωσης.