Μια διαφορετική «γαλάζια απάντηση» στη «γαλάζια πατρίδα»

H θάλασσα θα έπρεπε να έχει τη «γεύση του μέλλοντος» για τους Έλληνες.
|
Open Image Modal
Franz-Marc Frei via Getty Images

Η γαλάζια ανάπτυξη εισήχθη ως βασική ιδέα, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2012, με σκοπό να αξιοποιηθεί το δυναμικό των ευρωπαϊκών ωκεανών, θαλασσών και ακτών για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Θεωρείται ως ένας καινοτόμος και ολιστικός τρόπος ανάπτυξης μιας σειράς θαλάσσιων δραστηριοτήτων, συχνά αλληλεξαρτώμενων, π.χ. με βάση κοινές υποδομές ή κοινές δεξιότητες. Κατά την  εφαρμογή της γαλάζιας ανάπτυξης, τονίζεται η σημασία της καινοτομίας σε όλους τους τομείς της  γαλάζιας οικονομίας.

Η Ελλάδα, Μεσογειακή χώρα άρρηκτα συνδεδεμένη με την θάλασσα, με μήκος ακτών 16.000 χλμ., δεύτερη μετά τη Νορβηγία στην Ευρώπη και 10η στον κόσμο, με το 80% του πληθυσμού της να κατοικεί στην παράκτια ζώνη των 10χλμ. και με σημαντικό παράκτιο τουρισμό, θα έπρεπε, κατά συνέπεια να είναι πρωτοπόρος στην υιοθέτηση ολοκληρωμένης πολιτικής γαλάζιας ανάπτυξης και θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού με εθνικούς στόχους και επιδιώξεις, κυρίως στην προοπτική δημιουργίας θέσεων εργασίας. H θάλασσα θα έπρεπε να έχει τη «γεύση του μέλλοντος» για τους Έλληνες. Η γαλάζια ανάπτυξη ( blue growth) αποκτά μεγαλύτερη σημασία για την Ελλάδα, ιδιαίτερα σε αυτή την μεταμνημονιακή περίοδο στο βαθμό μάλιστα που μπορεί να συνδεθεί με τις περιφερειακές στρατηγικές καινοτομίας και έξυπνης εξειδίκευσης.  Έτσι, για την ελληνική́ οικονομία, η χωροταξία του θαλασσιου χώρου αποκτά μεγαλύτερη σπουδαιότητα, καθώς συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα σημαντικών κλάδων: την εκμετάλλευση ενεργειακών πόρων,τη διέλευση υποβρύχιων καλωδίων και αγωγών για την ενεργειακή επάρκεια όχι μόνο της χώρας αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη χρήση του αιγιαλού και της παραλίας για την ολοκλήρωση της παραγωγικής διαδικασίας και ως υποδομή για την παραγωγή και διακίνηση πρώτων υλών καυσίμων και τελικών προϊόντων, τις υδατοκαλλιέργειες που παραμένουν ένας σημαντικός εξαγωγικός τομέας της ελληνικής οικονομίας και την ανάπτυξη του παράκτιου και θαλάσσιου τουρισμού.

Στο πλαίσιο αυτό, η θαλάσσια χωροταξία αποτελεί ένα κρίσιμο ζήτημα, άρρηκτα συνδεδεμένο με την οργάνωση και ανάπτυξη των δραστηριοτήτων του θαλάσσιου χώρου, με αδιαμφισβήτητες επιδράσεις στην απασχόληση και τις επενδυτικές ευκαιρίες για τη χώρα.  Ωστόσο, παρά την ψήφιση του νόμου 4546/2018 για τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, η  Ελλάδα προχωρεί πολύ ωστόσο αργά σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες ως προς την «γαλάζια οικονομία» και τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό. Είναι χαρακτηριστική η κατά δύο έτη καθυστέρηση υιοθέτησης εθνικής πολιτικής θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού και η «αμηχανία» και κυρίως εσωστρέφεια που διέπουν την αντιμετώπισή του ως προς μια αποτελεσματική οργάνωση της διαδικασίας ενόψει του ορίζοντα εκπόνησης θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων που είναι το 2021 !

Παρακολουθώντας το θέμα συνεχώς από την πλευρά της παραγόμενης γνώσης και εμπειρίας από φορείς, δίκτυα και επιστήμονες, θα έλεγα ότι η Ελλάδα βαδίζει πολύ αργά ως προς την εφαρμογή των θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων τόσο  λόγω της έλλειψης διυπουργικότητας όσο και της έλλειψης του «θαλάσσιου χωροτάκτη» (marine planner) αλλά και των επαγγελματικής και συντεχνιακής φύσης συγκρούσεων όσων εμπλέκονται στον σχεδιασμό. Θεωρώ αναγκαία την διαμόρφωση του «θαλάσσιου χωροτάκτη». Θα έπρεπε ήδη να έχουν ληφθεί εκπαιδευτικές και άλλες πρωτοβουλίες για την διαμόρφωσή του.

Τέλος ας μην ξεχνάμε την πολιτισμική διάσταση: η θάλασσα της Ελλάδας δεν έχει μεγάλη σημασία μόνο για τη χώρα, αλλά για ολόκληρο τον κόσμο. Στο Αιγαίο έγινε η μεγάλη σύνθεση των πολιτισμών, ως απαρχή της ελληνικής πρότασης, πρόταση που μέσω θαλάσσης επεκτάθηκε στη Νότιο Ιταλία, στη Σικελία, στις μεσογειακές ακτές της Γαλλίας, μέχρι στα ενδότερα της γηραιάς Ηπείρου, αλλά και στα παράλια της Αφρικής. Η ευρωπαϊκή ιστορία στηρίχτηκε σε αυτήν και σε αυτήν προσέτρεξαν οι ευρωπαϊκοί λαοί όταν, τον 19οαιώνα, ολοκληρώθηκε γεωγραφικά και πολιτισμικά η Ευρώπη. Πέραν της Κρήτης, όλα τα νησιά του Αιγαίου, που φέρουν και ονόματα που παραπέμπουν στον αρχαιοελληνικό παρελθόν τους, είναι φορείς πολύτιμων κιβωτών πολιτισμού. Γιατί κιβωτοί πολιτισμού είναι οι αρχαιότητες που σώζονται ακόμα στη γη τους, αλλά και υποθαλάσσια.

Το Αιγαίο με άλλα λόγια είναι ένα «φανταστικό μουσείο», όπως θα έλεγε ο André Malraux. Αυτό βεβαίως καθιστά το Αιγαίο εξαιρετικά ελκυστικό τουριστικά. Υπενθυμίζω πως ο λεγόμενος σήμερα πολιτισμικός τουρισμός γίνεται ολοένα και περισσότερο ζητούμενος από την παγκόσμια κοινότητα.

Βεβαίως η οικονομική διάσταση της Θάλασσας, για την Ελλάδα, δεν περιορίζεται μόνο στον τουρισμό. Μέσω της θάλασσας διακινείται το μέγιστο ποσοστό των εμπορικών αγαθών. Το πρόβλημα είναι οτι αν και οι Έλληνες εφοπλιστές διαθέτουν τεράστια ναυτιλιακή ισχύ σε επίπεδο εμπορικού στόλου και χωρητικότητας (tonnage), η ισχύς αυτή δεν εντάσσεται στην γεωπολιτική σκέψη και στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς. Αυτό πρέπει να αλλάξει.

Όσα προανέφερα για την γαλάζια οικονομία και τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό ισχύουν και σε επίπεδο Μεσογείου. Η θάλασσα πέραν της γεωπολιτικής της διάστασης, έχει και τεράστιο πλουτοπαραγωγικό δυναμικό αλλά και απαιτεί οικοσυστημική διαχείριση και προστασία. Σχετικά με την γεωπολιτική της σημασία, ας δούμε τι συμβαίνει σήμερα με τα θαλάσσια οικόπεδα της Κύπρου, όπου διαπιστώθηκε η ύπαρξη Φυσικού Αερίου ικανού να καλύψει ενεργειακά σχεδόν ολόκληρη την Ευρώπη (1). Ο αγωγός από την θάλασσα της Κύπρου που μέσω του Ιονίου Πελάγους θα κατευθυνόταν στην ηπειρωτική Ευρώπη, θα την αποδέσμευε ενεργειακά από τη Ρωσία.

Αυτό βέβαια αποτελεί ευκαιρία αλλά και εύλογα δημιουργεί τριβές. Με άλλα λόγια η θάλασσα ενώνει, αλλά και χωρίζει, δημιουργεί ανταλλαγές, συνέργειες αλλά και συγκρούσεις. Ελπίζουμε να πρυτανεύσει η ειρηνική συνύπαρξη, η αλληλεγγύη και η συνεργασία των λαών, στην ολοένα και εντεινόμενη σημερινή «παγκοσμιοποίηση», παγκοσμιοποίηση όχι μόνο οικονομική αλλά και πληθυσμιακή και πολιτισμική.

Tα πλεονεκτήματα εύκολα μετατρέπονται σε μειονεκτήματα, δηλαδή εύκολα ο υποθαλάσσιος πλούτος σε φυσικό αέριο ή άλλους υδρογονάνθρακες μετατρέπεται σε πεδίο έντασης έως και θερμών συγκρούσεων. Η Ευρώπη οφείλει να κατανοήσει πως δεν πρέπει να παραμένει κατακερματισμένη σε περίπου αντίπαλα έθνη-κράτη, αλλά να θεωρήσει την ύπαρξή της ως ενιαία οντότητα, με κοινά στρατηγικά και αμυντικά σχέδια. Η νεότερη Ελλάδα αποτελεί τη γεωπολιτική ολοκλήρωση της Ευρώπης. Είναι παράλογο η Ευρώπη να περιμένει από την μικρή αυτή χώρα να λειτουργεί αυτοδύναμα ως στρατηγική ασπίδα της.

Οφείλουμε άλλωστε να συνειδητοποιήσουμε ότι η θάλασσα βρίσκεται στην καρδιά των πλανητικών διακυβευμάτων, τόσο ως προς την αστικοποίηση- η ανθρωπότητα είναι περισσότερο πολυπληθής και αστική από ποτέ με τις πλέον δυναμικές και πολυπληθείς αστικές συγκεντρώσεις να βρίσκονται στον παράκτιο χώρο-, όσο και ως προς τις διεθνείς γεωπολιτικές προκλήσεις και τις προκλήσεις που συνεπάγεται η κλιματική αλλαγή και η ενεργειακή μετάβαση. Η θάλασσα είναι άλλωστε ένας τομέας έκφρασης δημοσίου συμφέροντος και η τάση σήμερα είναι να την αντιμετωπίζουμε ως «κληρονομιά», ως κληρονομούμενο παγκόσμιο αγαθό.

Oι προκλήσεις στις Ελληνικές θάλασσες, πρέπει να αντιμετωπιστούν από όλη την Ευρώπη και όχι μόνο από την ίδια τη μικρή αυτή χώρα. Η Ελλάδα αποτελεί το στρατηγικά σημαντικό όριο της Ευρώπης. Ήδη αρχίζουν να διατυπώνονται προτάσεις περί δημιουργίας κοινού ευρωπαϊκού στρατού. Άλλωστε η ίδια η καταστατική Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει την κοινή άμυνα, όμως υπάρχουν πολλές τεχνικές λεπτομέρειες που πρέπει να επιλυθούν.

Η θάλασσα μας ενώνει ή μας χωρίζει;

Είναι κρίσιμο να πρυτανεύσει η συνεργασία μεταξύ των λαών –και των κρατών- και όχι οι ανταγωνισμοί. Είναι εύκολο κάτι τέτοιο ; Όχι. Ιδιαίτερα αν εξακολουθούμε να μιλάμε για αντιπαλότητα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και δεν μιλάμε, επί το ορθότερο, για χαμηλού επιπέδου σχέσεις μεταξύ Ευρώπης και Τουρκίας τουλάχιστον στην παρούσα φάση. Ένα σημαντικό πεδίο διασυνοριακής συνεργασίας είναι αυτό της θαλάσσιας χωροταξίας ως εργαλείου γαλάζιας ανάπτυξης και θα πρέπει να δημιουργήσουμε τέτοιες «γέφυρες» με όλες τις γειτονικές χώρες, εμείς ως Ελλάδα, σε συνεργασία αλλά και πέραν του πλαισίου της Ολοκληρωμένης Θαλάσσιας Πολιτικής (ΟΘΠ) της ΕΕ που προωθεί με διάφορους μηχανισμούς την εφαρμογή της ένθεν και ένθεν της Μεσογείου.

Θα έλεγα, ωστόσο, ιδιαίτερα με την Τουρκία, όσο και αν αυτό ακούγεται αντιφατικό. Η θαλάσσια χωροταξία στις διασυνοριακές ζώνες εμπλέκει όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, κρατικούς, παραγωγικούς, κοινωνικούς, την αυτοδιοίκηση…..Ο διάλογος και οι συνέργειες που μπορούν να αναπτυχθούν για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή αλλά και την υψηλή παραγωγικότητα των επενδύσεων σε τομείς της γαλάζιας οικονομίας και τις ενδεχόμενες θαλάσσιες συστάδες (maritime clusters), τις πολλαπλές χρήσεις του θαλάσσιου χώρου, την υποθαλάσσια πολιτιστική κληρονομιά, θα είναι εις όφελος της ειρήνης και της συνεργασίας. Αυτή θα είναι η καλύτερη απάντηση στη “γαλάζια πατρίδα” !

(1) βλ. και Κυβέλου Στ.( επιμ.), Θαλάσσια Χωρικά ζητήματα : θαλάσσια διάσταση της εδαφικής συνοχής- θαλάσσια χωροταξία-βιώσιμη γαλάζια ανάπτυξη, Εκδ.ΚΡΙΤΙΚΗ, Αθήνα, 2016, σ.654