Προδημοσίευση: «Η Τριλογία του Φασισμού» του Carlo Lucarelli

Ένα από τα γνωστότερα και περισσότερο μεταφρασμένα έργα του διάσημου συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας, που έγινε επίσης σειρά στην ιταλική τηλεόραση.
Open Image Modal
(AP Photo/ Frank Noel)
via Associated Press

Απρίλιος του 1945, βόρεια Ιταλία.

Ο Μουσολίνι και οι υποστηρικτές του έχουν αποσυρθεί στο Σαλό. Το φασιστικό καθεστώς κλυδωνίζεται επικίνδυνα. Ο επιθεωρητής Ντε Λούκα ερευνά την υπόθεση της δολοφονίας του νεαρού, γοητευτικού Βιτόριο Ρέιναρντ, που διατηρούσε στενές σχέσεις με την υψηλή κοινωνία.

Μάιος του 1945.

Μετά την απελευθέρωση, η αναρχία. Περιοχές ολόκληρες της βόρειας και της κεντρικής Ιταλίας βρίσκονται υπό τον έλεγχο πάνοπλων ανταρτών. Ένας παλιός γνώριμος του επικηρυγμένου επιθεωρητή Ντε Λούκα, μέλος της αντιστασιακής αστυνομίας, τον βρίσκει καθώς προσπαθεί να διαφύγει προς τη Ρώμη και τον υποχρεώνει να συνεργαστεί στη διαλεύκανση μιας άγριας ομαδικής δολοφονίας.

Απρίλιος του 1948, Μπολόνια.

Η Ιταλία ετοιμάζεται για τις δεύτερες -και καθοριστικές για τις πολιτικές εξελίξεις- βουλευτικές εκλογές. Τόσο οι δεξιοί όσο και οι κομμουνιστές επιδίδονται σ’ έναν σκληρό αγώνα αλληλοεξόντωσης.

Σ’ αυτή την τεταμένη ατμόσφαιρα, στην Μπολόνια, ο επιθεωρητής Ντε Λούκα αναλαμβάνει την υπόθεση μιας δολοφονίας σ’ ένα μπουρδέλο της οδού Όκε. Το θύμα, ένας νεαρός κομμουνιστής, βρέθηκε κρεμασμένο. Κάποιοι θέλουν να κλείσουν την υπόθεση ως αυτοκτονία.

Η «Τριλογία του Φασισμού», ένα από τα γνωστότερα και περισσότερο μεταφρασμένα έργα του συγγραφέα Carlo Lucarelli, που έγινε επίσης σειρά στην ιταλική τηλεόραση, επανακυκλοφορεί στο πλασίο της σειράς «Crime moments» των εκδόσεων «Διόπτρα» (μετάφραση Δήμητρα Δότση). 

Ο Carlo Lucarelli (γενν. 1960), ο οποίος θα επισκεφθεί την Ελλάδα τον Μάιο για να παρουσιάσει το βιβλίο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (ΔΕΒΘ), σε συνεργασία με το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο, είναι ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ιταλία σήμερα. Έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος για μεγάλες εφημερίδες, υπήρξε για χρόνια παρουσιαστής τηλεοπτικής εκπομπής εξιχνίασης εγκλημάτων, και έχει γράψει μυθιστορήματα, θεατρικά και σενάρια.

Open Image Modal
Carlo Lucarelli (Photo by Roberto Serra - Iguana Press/Getty Images)
Roberto Serra - Iguana Press via Getty Images

Στην «Τριλογία του Φασισμού ο ήρωας του, επιθεωρητής Ντε Λούκα, προσπαθεί να αποδώσει δικαιοσύνη με φόντο την ταραγμένη πολιτικοκοινωνική κατάσταση της μεταπολεμικής Ιταλίας και το νωπό τραύμα του φασισμού.

Μία ημέρα πριν από την κυκλοφορία του βιβλίου -στα βιβλιοπωλεία 6 Μαρτίου- η HuffPost προδημοσιεύει απόσπασμα. 

Open Image Modal

Ακολουθεί το απόσπασμα: 

«Να τα παρατήσεις; Τρελάθηκες, Ντε Λούκα; Τι είναι αυτά που λες;»

Ο διοικητής της Ασφάλειας σηκώθηκε από την πολυθρόνα του, προχώρησε γύρω γύρω από το γραφείο του και στάθηκε μπροστά από τον Ντε Λούκα, που καθόταν άβολα σε μια ξύλινη καρέκλα, σφιγμένος σαν κατηγορούμενος, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα.

«Σου μιλάω. Εδώ έχουμε ένα έγκλημα, ένα σοβαρό έγκλημα, δεν γίνεται να τα παρατήσουμε… Έκανες τα αδύνατα δυνατά να ’ρθεις στην Ασφάλεια και τώρα μου λες αυτές τις μπούρδες; Δεν σε αναγνωρίζω…»

Ο Ντε Λούκα συνέχισε να κοιτάζει με βλέμμα απλανές το πάτωμα και να μη βγάζει άχνα. Πίσω του, αραχτός σε μια πολυθρόνα, με το πόδι κρεμασμένο από το ένα μπράτσο της και την καλογυαλισμένη μπότα του να λικνίζεται νωχελικά, καθόταν ο Βιτάλι, γραμματέας της Φασιστικής Οργάνωσης, και τον κοίταζε αμίλητος με ένα σφιγμένο χαμόγελο στα λεπτά του χείλη. Ο διοικητής ξαναγύρισε στη θέση του, αλλά δεν κάθισε· έμεινε όρθιος, επιβλητικός, με τα χέρια χωμένα στις τσέπες του γιλέκου του, στο ύψος της στρογγυλής κοιλιάς του, κάτω από το πολεμικό σαγόνι του πορτρέτου του Ντούτσε, που κρεμόταν στον τοίχο.

«Αν υπάρχει κάτι που σε τρομάζει», είπε με πατρικό ύφος, «αν κάποιος σε πιέζει ή μηχανορραφεί ώστε να μείνει η δικαιοσύνη στο σκοτάδι, έχουμε καθήκον να…»

«Είναι ακλόνητη επιθυμία του Ντούτσε», τον διέκοψε ο Βιτάλι, χωρίς να σηκωθεί, «αλλά και δική μας, προφανώς, η αστυνομία να κάνει το καθήκον της χωρίς προσκόμματα σε ό,τι αφορά τις αρμοδιότητές της, να συλλαμβάνει δηλαδή τους ληστές και τους δολοφόνους, καθώς και να γνωρίζει ο ιταλικός λαός ότι στη φασιστική Ιταλία ο νόμος, ακόμα και σε καιρούς χαλεπούς, είναι πάντα νόμος! Εδώ δεν είναι Νότος, όπου κάνουν κουμάντο οι νέγροι και οι μπαντολικοί. Μια τόσο σημαντική υπόθεση σαν αυτή είναι χρήσιμη για να δείξουμε στον κόσμο ότι η αστυνομία είναι εδώ και επαγρυπνεί!»

Ο διοικητής έκανε μια κίνηση με το χέρι, συγκατανεύοντας με έμφαση, σαν να έλεγε ότι το ίδιο πίστευε κι εκείνος. Κάθισε στην πολυθρόνα, που έτριξε από το βάρος του.

«Εξηγήστε μου τι θέλετε να κάνω», πήρε τον λόγο ο Ντε Λούκα.

Ο διοικητής χαμογέλασε. «Είσαι ένας από τους καλύτερους επιθεωρητές της αστυνομίας, ήσουν ήδη πριν πας στη Λεγεώνα Μούτι και παραμένεις… Ερεύνησε, βρες τον δολοφόνο».

«Με πάσα μυστικότητα, ασφαλώς…»

«Κάθε άλλο, αστυνόμε!» Ο Βιτάλι σηκώθηκε, με το τραχύ ύφασμα της στολής του να θροΐζει και τις μπότες του να τρίζουν πίσω από την πλάτη του Ντε Λούκα. «Κάθε άλλο. Θα υπάρξει ευρύτατη δημοσιότητα στον Τύπο και θα έχετε κάθε μέσο στη διάθεσή σας… κάθε στήριξη από το κόμμα». Προχώρησε κι εκείνος γύρω γύρω από το γραφείο και στάθηκε δίπλα στον διοικητή. Ήταν μικροκαμωμένος, νευρικός, με κορακίσια μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω και παστωμένα με μπριγιαντίνη. Ο Ντε Λούκα τους κοίταξε για ώρα, αμίλητος, κι ύστερα κούνησε το κεφάλι καταφατικά.

«Κατάλαβα», είπε. «Θα βρω ποιος σκότωσε τον Ρέιναρντ, και μετά;»

«Μετά θα τον συλλάβεις, θα του βάλεις χειροπέδες και θα τον χώσεις στη φυλακή. Αυτή δεν είναι η δουλειά σου;»

«Ακόμα κι αν είναι κόμης;»

«Ακόμα κι αν είναι κόμης».

«Ακόμα κι αν είναι Γερμανός;»

Ο Βιτάλι έκανε μια γκριμάτσα, ισιώνοντας τα λεπτά του χείλη. «Αν είναι Γερμανός, φυσικά και όχι… αλλά αυτό είναι προφανές».

«Είναι προφανές…» επανέλαβε σαν ηχώ ο διοικητής. «Φτάνει όμως με τη φλυαρία. Στρώσου στη δουλειά. Θα ασχοληθείς μόνο με αυτή την υπόθεση και θα έχεις στη διάθεσή σου αυτοκίνητο και όσους άνδρες χρειαστείς. Ο κύριος γραμματέας έχει θέσει στη διάθεσή σου και την Πολιτοφυλακή για κάθε δυνατή βοήθεια».

Ο Βιτάλι χτύπησε τα ολοκαίνουρια τακούνια του με ένα δυνατό κροτάλισμα, σκύβοντας το κεφάλι, κι ύστερα έμεινε ακίνητος.

«Αστυνόμε Ντε Λούκα!» φώναξε. «Η φασιστική Ιταλία σάς παρακολουθεί! Χαίρε, Ντούτσε!»

Ο Αλμπερτίνι στεκόταν μπροστά στην πόρτα της πολυκατοικίας, στον δρόμο, και γούρλωσε τα μάτια όταν είδε τον Ντε Λούκα να καταφθάνει με ένα αυτοκίνητο και πίσω του να ακολουθεί ένα καμιόνι γεμάτο ανθρώπους της Πολιτοφυλακής, που σταμάτησε με τα φρένα του να στριγκλίζουν καβαλώντας το πεζοδρόμιο. Ο Ντε Λούκα κατέβηκε κι έκανε νόημα σε έναν υπαξιωματικό που τον πλησίασε τρέχοντας.

«Ήρθε ο ιατροδικαστής;» ρώτησε τον Αλμπερτίνι.

«Ήρθε κι έφυγε. Μίλησε με τον ανθυπαστυνόμο».

«Καλώς. Βρέθηκε ο χαρτοκόπτης;»

«Ο χαρτοκόπτης; Α, το όπλο του εγκλήματος. Όχι, κανένα ίχνος. Συγγνώμη, αστυνόμε, αλλά ποιοι είναι αυτοί;»

«Ήρθαν εδώ για να μας βοηθήσουν στο πλαίσιο της μέγιστης συνεργασίας», είπε ο Ντε Λούκα κι έδειξε στον λοχία την είσοδο του σπιτιού. «Ξεψαχνίστε τα πάντα και φέρτε μου το όπλο. Αν δεν το βρείτε στο σπίτι, ψάξτε στους δρόμους. Το θέλω απόψε. Είναι ακόμη επάνω ο Πουλιέζε;»

«Ε, όχι… Σας περίμενα εδώ έξω για να σας το πω. Ο Πουλιέζε σάς περιμένει στη Ροζίνα».

«Στη Ροζίνα;»

Ο Αλμπερτίνι χαμογέλασε. «Είναι μια ταβέρνα εδώ απέναντι. Να, εκείνη εκεί… Ελάτε, θα σας πάω εγώ».

Διέσχισαν τον δρόμο και μπήκαν σε μια ταβέρνα, παραμερίζοντας μια κάπως λιγδιασμένη ψάθινη κουρτίνα. Μέσα υπήρχαν λίγα τραπέζια, στρωμένα με καρό τραπεζομάντιλα, κι ένας αλουμινένιος πάγκος, και στον χώρο κυριαρχούσε μια βαριά μυρωδιά τηγανίλας. Τα τραπέζια ήταν όλα γεμάτα και σε ένα γωνιακό καθόταν ο Πουλιέζε, μπροστά σε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Μόλις είδε τον Ντε Λούκα, σηκώθηκε, του τράβηξε μια καρέκλα και του έβαλε κρασί σε ένα άδειο ποτήρι.

«Ελάτε, αστυνόμε, σας περίμενα».

«Τι κάνετε εδώ;» ρώτησε με αυστηρό ύφος ο Ντε Λούκα.

«Είναι μεσημέρι. Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει, έτσι δεν είναι; Εδώ έχει καλό φαγητό, είναι φτηνό μαγαζί κι επιπλέον έχει τηλέφωνο που λειτουργεί. Ακούστε με κι εμένα, αστυνόμε. Επτά χρόνια είμαι σ’ αυτή τη δουλειά και πάντα τα κάνω όλα από δω μέσα».

Ο Ντε Λούκα δίστασε, μα ύστερα ανασήκωσε τους ώμους του και κάθισε. «Δεν είναι η μέθοδος που προτιμώ», μουρμούρισε, ενώ ο Πουλιέζε έσπρωχνε το ποτήρι προς το μέρος του.

«Σας έχω πιάσει τι άνθρωπος είστε», είπε ο Πουλιέζε κι έκανε νόημα στον Αλμπερτίνι να καθίσει. «Είστε απ’ αυτούς που δεν χαλαρώνουν ποτέ, πάντα στην τσίτα… Μου θυμίζετε τον φουκαρά τον αστυνόμο Λέντσι. Καλός στη δουλειά του, αποτελεσματικός, αλλά με έλκος!»

Ο Ντε Λούκα πήρε το ποτήρι, κοιτάζοντας το σκούρο κρασί που χρωμάτιζε το γυαλί. «Τι έπαθε; Αυτός ο Λέντσι εννοώ. Πέθανε από έλκος;»

Ο Πουλιέζε αναστέναξε κι έκανε νόημα σε μια κοπέλα να φέρει ένα ποτήρι στον Αλμπερτίνι. «Τα είχε μπλέξει τα πράγματα. Δεν λέω, καλός στη δουλειά του, αλλά τα είχε μπλέξει», εξήγησε. «Μετά τις 8 Σεπτεμβρίου, έκανε μερικά λάθη και κατέληξε στο απόσπασμα. Οι Γερμανοί τον καθάρισαν».

Η κοπέλα έφερε το ποτήρι και ο Αλμπερτίνι γύρισε να κοιτάξει τα καπούλια της καθώς απομακρυνόταν. Ο Πουλιέζε έσκυψε μάλιστα ολόκληρος. «Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος που μ’ αρέσει να έρχομαι στη Ροζίνα», είπε, αλλά ο Ντε Λούκα μάλλον είχε αλλού το μυαλό του.

«Γύρισε ο θυρωρός;» ρώτησε.

Ο Αλμπερτίνι κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Δεν φάνηκε», είπε. «Η γυναίκα του έχει αρχίσει να ανησυχεί. Λέει πως από τότε που παντρεύτηκαν, η μόνη φορά που δεν γύρισε το μεσημέρι σπίτι ήταν όταν τον ξανακάλεσαν για επιστράτευση μετά τη μάχη του Καπορέτο».

«Πρέπει να τον βρούμε».

Ο Πουλιέζε συνοφρυώθηκε. «Γιατί; Τι σας είπε ο διοικητής;»

«Είπε να βρούμε ποιος σκότωσε τον Ρέιναρντ».

«Παράξενο».

«Αυτή είναι η δουλειά μας».

«Ναι, φυσικά, όμως… εννοώ… γαμώτο, αστυνόμε, ξέρετε πολύ καλά τι εννοώ!»

«Το ξέρω. Είναι πράγματι παράξενο και κατά τη γνώμη μου και επικίνδυνο. Θέλουν κάτι που θα αποσπάσει την προσοχή του κόσμου, μόνο που εγώ δεν έχω καμιά εμπιστοσύνη σ’ αυτό το φίδι τον Βιτάλι. Θα έχουμε πάνω μας στραμμένα και τα φώτα του Τύπου».

«Χριστέ μου, θα μπει το όνομά μας στις εφημερίδες! Τι ωραία!»

Η κοπέλα επέστρεψε με δυο πιάτα σπαγγέτι. Άφησε το ένα μπροστά από τον Ντε Λούκα, το άλλο το έδωσε στον Πουλιέζε κι ύστερα απομακρύνθηκε σέρνοντας τις παντόφλες της, με το βλέμμα του Αλμπερτίνι καρφωμένο επάνω της.

«Παρήγγειλα και για εσάς, αστυνόμε. Αν δεν το θέλετε, να τους το δώσω πίσω».

Ο Ντε Λούκα κούνησε το κεφάλι του. Δεν είχε φάει πρωινό, αλλά ως συνήθως, όποτε καθόταν στο τραπέζι, του περνούσε η πείνα, όπως και ο ύπνος το βράδυ, για να επιστρέψει στις πιο ακατάλληλες φάσεις. Εκείνη τη στιγμή μάλιστα ένιωθε ναυτία. Πήρε το πιάτο και το έδωσε στον Αλμπερτίνι, που τον ευχαρίστησε με ένα νεύμα του κεφαλιού, ύστερα έβγαλε το αδιάβροχό του και το ακούμπησε στη διπλανή καρέκλα με προσοχή γιατί στην τσέπη είχε το πιστόλι. Ήπιε μια γουλιά κόκκινο κρασί, έκανε μια γκριμάτσα περιμένοντας να νιώσει το στομάχι του να τον καίει κι ύστερα, πεισμωμένος, ήπιε άλλη μία.

«Πρέπει να βρούμε τον θυρωρό», είπε.

Ο Πουλιέζε αναστέναξε τυλίγοντας στο πιρούνι του μια τεράστια μπουκιά σπαγγέτι. «Τι άσχημο συνήθειο που το ’χετε, αστυνόμε».

«Είναι περίεργο που εξαφανίστηκε έτσι», συνέχισε ο Ντε Λούκα. «Δεν μου αρέσει. Πρέπει να εντοπίσουμε και την υπηρέτρια, και μετά να πάμε στο κόμμα να βρούμε όλες τις δυνατές πληροφορίες γι’ αυτόν τον Ρέιναρντ».

Ο Αλμπερτίνι έσκασε ένα χαμόγελο, που το έκρυψε μεμιάς πίσω από την πετσέτα του. «Θα πάτε εσείς, αστυνόμε; Γιατί αν πάω εγώ και αρχίσω να τους ζητάω διάφορα, θα με πετάξουν έξω κλοτσηδόν».

«Μπορούμε να ενεργούμε εν λευκώ, έτσι δεν είναι; Μέγιστη συνεργασία, το είπε και ο Βιτάλι… Αν πάλι δεν είναι συνεργάσιμοι, θα ξεμπερδεύουμε μια ώρα αρχύτερα. Τι είπε ο ιατροδικαστής;»

Ο Πουλιέζε κοίταξε με ικετευτικό βλέμμα τον Ντε Λούκα, που έπινε άλλη μια γουλιά κρασί με τα μάτια κλειστά.

«Μα καλά, τώρα θέλετε να το μάθετε; Εντάξει… Από μια πρώτη εξέταση, χοντρικά, ο Ρέιναρντ δολοφονήθηκε με αιχμηρό όπλο που τον πέτυχε κατευθείαν στην καρδιά και τον σκότωσε ακαριαία. Ακολούθησε ένα δεύτερο χτύπημα, στη βουβωνική χώρα, το οποίο ήταν επιφανειακό. Πρέπει να πέθανε πριν από τέσσερις πέντε ώρες, το πρωί, εν ολίγοις… Ο ιατροδικαστής Μαρτίνι μάς ενημερώνει πάντα για την ώρα. Σε μια δυο μέρες θα μπορεί να σας πει περισσότερα. Μα γιατί δεν παίρνετε κάτι να φάτε αντί να πίνετε νηστικός όλο αυτό το κρασί; Μήπως προτιμάτε σκέτα τα σπαγγέτι, χωρίς σάλτσα;»

Ο Ντε Λούκα σήκωσε το χέρι του, κοιτάζοντας το ποτήρι του. «Μόλις τελειώσεις, τρέξε στο κόμμα να μάθεις για τον Ρέιναρντ», είπε στον Αλμπερτίνι. «Αίτημα του αστυνόμου Ντε Λούκα, εντολή του Βιτάλι. Μετά τηλεφώνησε στην Ασφάλεια και βγάλε ένταλμα σύλληψης για τον… πώς τον λένε τον θυρωρό;»

«Γκαλιμπέρτι, Ορέστε Γκαλιμπέρτι».

«Γι’ αυτόν. Ενημέρωσε αστυνομικά τμήματα, την Εθνοφρουρά, την Πολιτική Αστυνομία, τους πάντες, ακόμα και τη Λεγεώνα Μούτι».

Ο Αλμπερτίνι άδειασε το ποτήρι του, έριξε μια τελευταία ματιά στα καπούλια της κοπέλας που περνούσε κι έφυγε.

«Ποιον μπορούμε να εμπιστευτούμε στην ομάδα;» ρώτησε ο Ντε Λούκα έπειτα από λίγο. Ο Πουλιέζε τού έβαλε κι άλλο κρασί, μια και ο αστυνόμος τού έτεινε το ποτήρι.

«Τους πάντες», είπε. «Είναι όλοι τους καλά παιδιά και ειλικρινείς πατριώτες».

«Δεν εννοούσα αυτό. Κάτι μου βρομάει, Πουλιέζε…»

«Α, εντάξει, αν εννοείτε ξύπνια και διακριτικά παιδιά, τότε είναι ο Αλμπερτίνι, αν και λίγο θερμοκέφαλος, και ο Ινγκανγκάρο, ο φαλακρός που ήταν μαζί μας το πρωί. Και ο Μαρκόν, ο φρουρός. Δεν είναι πολύ ξύπνιος, αλλά την ξέρει τη δουλειά του».

«Καλώς». Ο Ντε Λούκα κοίταξε την κοκκινωπή σκιά που χρωμάτιζε το ποτήρι του. «Βάλτε τον Ινγκανγκάρο να βρει αυτή την υπηρέτρια, να ψάξει στους άστεγους και να κάνει μια βόλτα στους ορόφους της πολυκατοικίας για να μάθει για τον Ρέιναρντ».

«Έγινε. Κι εμείς; Εμείς τι θα κάνουμε; Να πιούμε έναν κανονικό καφέ σαν άνθρωποι;»

«Αυτό σίγουρα. Μετά θα τηλεφωνήσουμε στον Τεντέσκο και θα του ζητήσουμε να μας δει σήμερα… Για ένα λεπτό. Πού βρίσκουν τον κανονικό καφέ εδώ πέρα;»

«Έλεος, αστυνόμε! Μα καλά, δεν χαλαρώνετε ποτέ εσείς; Τελειώστε το κρασί σας και αφήστε το πάνω μου αυτό, μην ασχολείστε…»