Το ρεμπέτικο κατά τον Ροβήρο Μανθούλη.
Open Image Modal
Zoonar RF via Getty Images

Αυτός δεν είναι λόγος επιτάφιος. Τα ρεμπέτικα θα ζήσουν ακόμα μπόλικες επταετίες. Είναι επίλογος. Που μπορεί να μπει και σαν πρόλογος, αν του κάνει κέφι. Τα ρεμπέτικα είναι ένα παρελθόν που επιμένει να είναι παρόν, έστω χωρίς ρεμπέτες! Όπως τα μπλουζ, το ταγκό, το φλαμένκο και μερικά άλλα δημοφιλή αποκτήματα των πρώιμων βιομηχανικών κοινωνιών. Όλα τους έχουν γεννηθεί στα περιθώρια των άστεων, συχνά λιμανιών, σε συνοικίες αγροτών μεταναστών στις νεογέννητες μεγαλουπόλεις που σιγά-σιγά γεμίζουν με εργοστάσια. Και εργάτες πρώην αγρότες που καταφτάνουν στις μεγαλουπόλεις για να έχουν μια ”μοντέρνα ζωή”. Οι άνεργοι βέβαια θα είναι πολλοί. Θα ζουν σε παράγκες, σε μια ατμόσφαιρα υποκόσμου, αποπνικτική, υπό το βλέμμα του Τμήματος Ηθών της τοπικής Αστυνομίας. Στην Νέα Ορλεάνη και στο Μπουένος Άιρες τα μπλουζ και τα ταγκό γεννήθηκαν μέσα σε συνοικίες πορνείας.  

“Είχα την τύχη να με πάρει ο Γκάτσος μαζί του στην περίφημη διάλεξη του Μάνου Χατζηδάκη”

Η ζωή στην μεγαλούπολη είναι απότομη, σκληρή και ταχύτερη. Γεμάτη από ξένες μουσικές και καινούρια όργανα. Αυτήν την μήτρα των λαϊκών αστικών τραγουδιών, όπως και στα δικά μας ρεμπέτικα, που έψαλαν  πονεμένες καρδιές δεν την έχουμε σήμερα! Πώς είναι δυνατό να έχουμε ρεμπέτες;    

 Υπενθυμίζω ότι τα ρεμπέτικα  -ακόμα και τα ποιήματα του Καβάφη!- τα γνώρισε την ίδια εποχή ο ευρύτερος κόσμος. Μέσα στον Εμφύλιο. Είχα την τύχη να με πάρει ο Γκάτσος μαζί του στην περίφημη διάλεξη του Μάνου Χατζηδάκη η οποία γνωστοποίησε στους έκπληκτους Αθηναίους τα ρεμπέτικα. Τον Γενάρη του 1949, εν μέσω Εμφυλίου ο οποίος είχε ανάγκη από ένα τραγούδι που έμοιαζε με ψαλμό. 

“Το γνήσιο ρεμπέτικο είναι τραγούδι σέρτικο, όπως ο καφές ο βαρύς και πηχτός της παρηγοριάς. Κάτι σαν βάλσαμο.”

Δεν έχουμε τις νότες από μερικά ρεμπέτικα που τραγουδούσαν οι αρχαίοι Αθηναίοι στα δικά τους καπηλειά αλλά έχουμε τουλάχιστον  τα λόγια από μερικά δημοκρατικά  λαϊκά τραγούδια. Χάρη στην ”Αθηναίων Πολιτεία” του Αριστοτέλη. Τα λόγια τραγουδάνε έναν ήρωα της εξέγερσης κατά της τυραννίας, ονόματι Κήδων: 

Βάλε και του Κήδωνα, κάπελα, κρασί!

Μην τον ξεχνάς.

Από κει που είναι μας βλέπει.

Οι γενναίοι που τη ζωή τους έδωσαν

μαζί μας να τα πίνουν πρέπει. 

Τα ρεμπέτικα θα δώσουν τη θέση τους και την λαϊκότητά τους σε σύγχρονους ποιητές. Στον ερωτικό Χατζηδάκη, στον πολιτικό Θεοδωράκη. Στη διάλεξή του ο Μάνος παρομοίωσε το ρεμπέτικο με τον Μπαχ. Έχει σωθεί το κείμενο της διάλεξης.

Αλλά ο Μάνος είπε πολλά ακόμα εκτός κειμένου. Τα έβαλε με το κατεστημένο (δεξιό και αριστερό) που θεωρούσε το ρεμπέτικο κακούργημα, το ένα, παρακμή το άλλο.

«Οι κύριοι αυτοί αγνοούν ότι ένα λαϊκό τραγούδι καθρεφτίζει όχι μόνο μια κατηγορία ανθρώπων μα τις επιδράσεις μιας ολάκερης εποχής”. Χρειάζεται θάρρος για να μιλάει κανείς με τέτοιο τουπέ, για τα ”κατεστημένα” την ίδια μέρα που το Καρπενήσι βρίσκεται στα χέρια της Αντάρτικης Μεραρχίας του Γιώτη (Χαρίλαου Φλωράκη). Και θα γίνει ακόμα πιο τολμηρός. Θα μιλήσει «για έναν πόλεμο δίχως διακοπή, ιδιαίτερα σήμερα οδυνηρό. Σκεφθείτε τώρα, κάτω απ΄ αυτές τις αδυσώπητες συνθήκες, την παρθενική ψυχικότητα του λαού μας». 

Όταν, την ίδια  μέρα, στην 5η  Ολομέλεια του ΚΚΕ στο Βουνό αποφασίζεται, ανάμεσα στα άλλα - τα σλαβομακεδονικά- πως «η ένοπλη πάλη θα περάσει και στις πόλεις»! Αυτό το τραγικό που  ζήσαμε ύστερα από λίγο στην Αθήνα.

“«Ανέφλεξας τα εμάν φρένα», της ψιθύριζε της γκόμενας η Σαπφώ.”

Ο Χατζηδάκις βέβαια, καίτοι παλιός Εαμίτης, δεν ξέρει από Ολομέλειες. Όταν τελείωσε την διάλεξη είπε: Eπιτρέψτε μου τώρα να σάς παρουσιάσω δύο από τους πιο γνήσιους και πιο δημοφιλείς εκπροσώπους της σύγχρονης ελλnνικής λαϊκής μουσικής. Άνοιξε η αυλαία και εμφανίστηκε ο ψυχικότατος Μάρκος Βαμβακάρης με την κομπανία του και η παρθενικότητα Σωτηρία Μπέλλου με το συγκρότημά της. Και ακούσαμε δύο χασάπικα, τη «Φραγκοσυριανή» του Μάρκου και το «Πάμε τσάρκα στο Μπαξέ τσιφλίκι» του Τσιτσάνη. Και δύο ζεϊμπέκικα,  «Εγώ είμαι το θύμα σου» του Μάρκου και «Σταμάτησε μανούλα μου να δέρνεσαι για μένα» της Μπέλλου. Άλλο σοκ αυτό. Καταχειροκροτημένο. Στο θέατρο δεν εύρισκες θέση. Με τον Γκάτσο καθίσαμε στο πάτωμα με την πλάτη στον τοίχο.   

“Η ρεμπέτικη γλώσσα δεν είναι αργκό, είναι κυριολεξία...Τα ελληνικά τους είχαν κι ένα αλλοεθνές λεξιλόγιο. Τούρκικο για τον σεβντά, φράγκικο για τη φιγούρα, γενικώς.”

Το γνήσιο ρεμπέτικο είναι τραγούδι σέρτικο, όπως ο καφές ο βαρύς και πηχτός της παρηγοριάς. Κάτι σαν βάλσαμο.  Και γράφονται όταν αυτά που οι αρχαίοι ονομάζανε «φρένα», έχουν υποστεί ανάφλεξη. «Ανέφλεξας τα εμάν φρένα», της ψιθύριζε της γκόμενας η Σαπφώ. Η οποία έγραφε ρεμπέτικα! Δεν χρειάζεται ρεμπετολόγος, μας το βεβαιώνει ο πιο ενημερωμένος στο έργο της Σαπφώς γάλλος φιλόλογος Théodore Reinach.  (Χαρακτηριστικό του ύφους της, η Σαπφώ δεν έγραφε ”της Σαπφούς” αλλά ”της Σαπφώς”!). 

Τώρα τι είναι τα φρένα, τρέχα γύρευε. Η καρδιά; Το μυαλό; Τα σπλάχνα γενικώς; Αν είναι η Ψυχή κι αυτή κανείς δεν ξέρει πού έχει τρυπώσει. Αν είναι όντως η Ψυχή, η καλή μουσική θα γράφεται στο κλειδί του Soul! 

Στο κλειδί του soul έγραφαν και η Σαπφώ και ο Βαμβακάρης: 

Σαπφώ

Μού βαλες φωτιά και φλέγονται τα σωθικά μου!

Βαμβακάρης

Σα σε πρωτογνώρισα  κυρά μου, μ άναψες φωτιά στα σωθικά μου!

Παλαμάς

Γιατί κακούργα μ′ άναψες φωτά στα φυλλοκάρδια; 

Σαπφώ

Σταλαγματιά σταλαγματιά ο πόνος μου κυλάει…

Τζουανάκος

Σταλαγματιά σταλαγματιά στάζει η καρδιά μου αίμα…   

Μπορούμε να έχουμε τέτοια ρεμπέτικα όταν δεν έχουμε ρεμπέτες; Μπορούμε να έχουμε μπλουζ όταν ο μπλούζμαν δεν είναι γιος σκλάβου; 

“Ρεμπέτη με μερσεντές έχετε δει ποτέ; Ρεμπέτης και τρακτέρ πάλι δε γίνεται.”

Τα ρεμπέτικα όλου του ντουνιά γεννήθηκαν την  ίδια εποχή, ανάμεσα στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού. Όταν η αγροτική οικονομία άρχισε να γίνεται βιομηχανική.  Γεννήθηκε στα πέριξ, εκεί που γεννήθηκαν και τα τσιγγάνικα τραγούδια.  Στα πέριξ που ήταν γεμάτα από ανθρώπινα δράματα.

Για να γράψεις ένα ξόρκι  όπως το ρεμπέτικο πρέπει πρώτα-πρώτα να είναι άγνωστο το μέλλον σου. Κατ’ αρχάς, άθεος και ρεμπέτης δε γίνεται. Αν μάλιστα είσαι πρώην ψάλτης, ακόμα καλύτερα.Ύστερα, ρεμπέτη με μερσεντές έχετε δει ποτέ; Ρεμπέτης και τρακτέρ πάλι δε γίνεται. Ο ρεμπέτης και ο κουρέας, ναι, πάνε μαζί. Διότι ο ρεμπέτης μπορεί να μην έχει τίποτα, αλλά θα έχει το ξυράφι του. Και τού είναι αδιανόητο να εμφανίζεται στο πάλκο με γένια και μακριά μαλλιά. Και με το σκουλαρίκι στο αυτί! Ο ρεμπέτης θα βάλει γαρύφαλλο. Έπειτα, ο ρεμπέτης φοράει σακάκι και άσπρο πουκάμισο. Δεν φοράει κοντομάνικο με κροκοδειλάκι. Και πώς ένας ρεμπέτης θα μπορούσε να ζήσει περικυκλωμένος από σαλοτραπεζαρίες και θερμοσίφωνες; Άλλη εποχή. Άλλη μουσική. Άλλη ποίηση. 

Εδώ που τα λέμε τα ρεμπέτικα είναι και μια γλώσσα. Ο ελληνικός λαός ποτέ δεν την μίλησε. Κι όταν άρχισε να τ’ ακούει τα ρεμπέτικα, πάλι ντρεπότανε να μιλήσει τη γλώσσα τους, που είναι περιθώριο. 

Η ρεμπέτικη γλώσσα δεν είναι αργκό, είναι κυριολεξία. Όπως η καθαρεύουσα. Η καθομιλούμενη είναι φλύαρη.  Κάτι ιδιωματισμοί που ακούμε είναι υποπροϊόντα του ροκ. Ρεμπέτης και μπλουτζίν δε γίνεται. Άλλο δε να μιλάς από καθωσπρεπισμό κι άλλο να είσαι καθώς πρέπει, όπως ήταν οι ρεμπέτες.

Τα ελληνικά τους είχαν κι ένα αλλοεθνές λεξιλόγιο. Τούρκικο για τον σεβντά, φράγκικο για τη φιγούρα, γενικώς. Ο γραμματισμένος Έλληνας ιδρώνει όταν έρθει η στιγμή της ερωτικής εξομολόγησης. Ο ρεμπέτης ακριβολογεί. Και είχε αυτό, που πολλοί δεν έχουν, το φιλότιμο. Τον λόγο τιμής, που ο ρεμπέτης το έλεγε με το αρβανίτικο «μπέσα». Τώρα που δεν υπάρχουν πια ολα αυτά, πού να τους βρούμε τους ρεμπέτες; Και πες πως του βρήκαμε, τι τραγούδια θα μας πουν;