Γλωσσική ακαταστασία: ανθρώπινο δικαίωμα;

Οι λόγοι για τους οποίους οι κοινωνίες διχάζονται ή κατακερματίζονται ποικίλλουν μέσα στον ιστορικό χρόνο.
Open Image Modal
asafta via Getty Images

Errare humanum est, τόνιζε ο μεγάλος διανοούμενος του Χριστιανισμού της Δύσης Αυγουστίνος, επαναλαμβάνοντας σκέψεις των φιλοσόφων της αρχαίας Ρώμης. Με την πρόταση αυτή ήθελε να διαστείλει το πεπερασμένο των δυνατοτήτων του ανθρώπου έναντι εκείνων του δημιουργού: μόνον ο Θεός δεν σφάλλει, είναι σαν να έλεγε. Αν κάποιος, όμως, ψιθύριζε στον Αυγουστίνο (ή στον Σενέκα και τους άλλους) ότι το ζήτημα δεν είναι τόσο αν το σφάλλειν είναι ανθρώπινο (και η επιμονή στο πλανάσθαι διαβολικό), αλλά αν υφίσταται η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του εσφαλμένου και του ορθού, και ο Αυγουστίνος έδινε βαρύτητα στα λόγια αυτά του υποβολέα, λογικά θα έπρεπε να αποσύρει το απόφθεγμα, που από την ρωμαϊκή αρχαιότητα μέχρι σήμερα μας συνοδεύει, ως άσχετο.

Το ρήμα errare προϋποθέτει όντως μια διαχωριστική γραμμή – από εδώ τα ορθά, από εκεί τα εσφαλμένα – και μάλιστα όχι σε ατομικό επίπεδο (όπου ο καθένας θεωρεί ό,τι αυτός νομίζει και επιθυμεί «ορθό» ή «εσφαλμένο») αλλά κοινά αποδεκτή. Όπως δεν μπορεί να υπάρχουν ατομικές γλώσσες, το ίδιο δεν μπορούν να υπάρχουν ατομικές νόρμες και ατομικοί κώδικες. Μέσα στην ίδια τη λέξη «γλώσσα», όπως και στη λέξη «κανόνας» (ή νόρμα), κρύβεται η κοινωνική τους διάσταση. Το «ορθό» και το «εσφαλμένο» καθρεφτίζουν τις στάσεις μιας κοινότητας απέναντι σε σχέδια, δραστηριότητες και καταστάσεις. Και η συνέχεια της κοινωνικής συναίνεσης που δηλώνει η λέξη «στάση» από γενιά σε γενιά δημιουργείται με τη διαμεσολάβηση κάποιων προσώπων, των παιδαγωγών, ανάμεσα στην κοινότητα και στα νέα μέλη της, τα παιδιά.

Τα πράγματα δυσκολεύουν, όταν η κοινότητα διχάζεται ή κατακερματίζεται ως προς του κώδικές της και τις «γλώσσες» της, όταν τα μέλη της έχουν αμοιβαία την αίσθηση ότι ο «απέναντι» μιλά άλλη «γλώσσα», ότι δεν αποδέχεται τις δικές του τοποθετήσεις – που μέχρι χθες ήταν κοινές - περί του «ορθού» και του «εσφαλμένου». Οι λόγοι για τους οποίους οι κοινωνίες διχάζονται ή κατακερματίζονται ποικίλλουν μέσα στον ιστορικό χρόνο.

Την τελευταία περίοδο η αποδυνάμωση των μέχρι χθες θεωρούμενων ενιαίων κωδίκων περί του «ορθού» και του «εσφαλμένου» έχει σχέση με την ιδεολογία των λεγόμενων “ανθρωπίνων δικαιωμάτων” και του “πολυπολιτισμού”, δηλαδή την ιδεολογία περί της αναγκαιότητας της αποδέσμευσης του ατόμου από ενιαίους, κοινωνικά κυρωμένους, πολιτισμικούς κώδικες (όχι μόνον κώδικες ηθικής, αλλά ακόμη και γλώσσας) και την ίδρυση και αναγνώριση νέων που θα αντικαταστήσουν τους πρώτους. Η ιδεολογία αυτή, που αποκρούει τον (άτυπο) κοινωνικό έλεγχο σε συμπεριφορές του μέλους της κοινότητας εν ονόματι της ελευθερίας του ατόμου να ζει ευτυχισμένο με βάση τις δικές του αντιλήψεις (ή τις αντιλήψεις του μικρόκοσμου στον οποίο ανήκει) περί ευτυχίας, έχει ήδη λάβει θεσμικό ένδυμα, έχει αποκρυσταλλωθεί στην ισχύουσα νομοθεσία σε αρκετές χώρες στον δυτικό κόσμο, και φυσικά και στην Ελλάδα.

Σε παλαιότερες εποχές, όταν κάποιος πιεζόταν να εξηγήσει γιατί κάνει κάτι που δεν ενέκρινε μεν η κοινωνική ηθική, αλλά εκείνος επέμενε, κατέφευγε σε έναν ιδιότυπο, αλλά ενοχικό ατομικισμό εκστομίζοντας προς τον άτυπο ελεγκτή της συμπεριφοράς του εκείνο το αγέρωχο «έτσι θέλω». Ήταν η υπογράμμιση του προσωπικού Εγώ απέναντι στον κοινωνικό Εαυτό, για να θυμηθούμε τη διάκριση του G. H. Mead. Σήμερα το «έτσι θέλω» συνεχίζει ως στάση να υπάρχει, ξανά αγέρωχο και θεσμικά νομιμοποιημένο, αλλά καθόλου ενοχικό. Απλώς η έκφραση έχει κάπως διαφοροποιηθεί: λέγεται πια «επειδή έτσι μου/μας αρέσει» ή «δικαίωμά μου».

Η φράση αυτή δεν αφορά μόνον γεύσεις, ενδυματολογικές προτιμήσεις ή ερωτικές επιλογές. Πολύ φοβούμαι ότι βαθμιαία επεκτείνεται και σε πιο κεντρικά θέματα για τη συνοχή μιας κοινότητας, όπως η γλώσσα. Πάει καιρός τώρα που μάθαμε ότι υπάρχει τουλάχιστον ένα πρόσωπο στην ελληνόφωνη κοινότητα που γράφει τη λέξη Γιάννης προγραμματικά ανορθόγραφα, σε αντίθεση με όλους τους άλλους που την γράφουν επίσης με ένα «ν», αλλά επειδή δεν γνωρίζουν τους κανόνες ορθής γραφής. Όμως η απόφαση κάποιου να μην δεσμεύεται από τον συγκεκριμένο ορθογραφικό κανόνα δεν παραπέμπει σε αδυναμία τήρησής του, αλλά σε αμφισβήτηση και υποκατάστασή του από έναν εναλλακτικό. Δεν έτυχε να μάθω το σκεπτικό του συγκεκριμένου Γιάννη γιατί προτιμά το λανθασμένο «Γιάνης» αντί του ορθού «Γιάννης», καθώς επίσης αν ο δικός του νέος κανόνας αφορά όλους τους Γιάννηδες ή μόνον τον εαυτό του. Υποθέτω, όμως, ότι δεν βρίσκει μόνον στο δικό του όνομα περιττό το δεύτερο «ν».

Το ζήτημα δεν είναι τόσο ιδιοσυγκρατικό και καινοτόμο, όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Όχι μόνον επειδή στον ελληνικό γραπτό λόγο συνυπάρχουν παράλληλα ορθογραφικά συστήματα – αρκεί μια πρόχειρη ματιά στις εφημερίδες για να διαπιστώσει κανείς αυτή τη ρευστότητα – αλλά κυρίως επειδή το ίδιο το σχολείο δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για την εμπέδωση ενός ενιαίου ορθογραφικού κώδικα, παρότι διανέμει στους μαθητές Γραμματική που τον υποστηρίζει. Το να ασχολείται ο δάσκαλος, και αργότερα ο καθηγητής, με ορθογραφικά ζητήματα θεωρείται πλέον «ξεπερασμένο» μπροστά στις επικοινωνιακές προσεγγίσεις της γλωσσικής διδασκαλίας και στις αναλύσεις του λόγου - καθόλα σεβαστές και αξιόλογες μεν, όχι όμως εις βάρος των στοιχειωδών γλωσσικών γνώσεων και ικανοτήτων.

Το πρόβλημα δεν είναι πως όταν τα παιδιά έρχονται στα πανεπιστήμια εκεί που παλαιότερα διόρθωνες δυο τρία ορθογραφικά σφάλματα σε τέσσερις σελίδες, τώρα αυτά έχουν γίνει 10 με 20, αλλά ότι ο φοιτητής δεν καταλαβαίνει γιατί διορθώνεις τα λάθη αυτά. Το περιεχόμενο μετράει, σου λέει, όχι η ορθογραφική τάξη. Είναι δικαίωμά μου να γράφω τη λέξη όπως εγώ νομίζω, ποιο είναι το πρόβλημα; Και να φανταστεί κανείς ότι αργότερα οι φοιτητές αυτοί μπορεί να διδάσκουν στο σχολείο το γλωσσικό μάθημα.

Πίσω, λοιπόν, από την γραφή της λέξης “Γιάννης” με ένα «ν» κρύβεται μια συγκεκριμένη άποψη για τους γλωσσικούς κανόνες και για το κατά πόσο αυτοί μας δεσμεύουν ως μέλη της ελληνικής γλωσσικής κοινότητας όταν γράφουμε. Δεν έχει σχέση ούτε με την συνειδητή παραβίαση των ορθογραφικών κανόνων για την παραγωγή σάτιρας, όπως στην περίπτωση του θρυλικού Μποστ, ούτε με τις προτάσεις των δημοτικιστών για απλοποίηση της ορθογραφίας. Προς το παρόν η άποψη αυτή αφορά την ορθογραφία και τα Ελληνοαγγλικά στον επίσημο και ανεπίσημο γραπτό λόγο, αλλά κατά κάποιον τρόπο ανάγει τη γλωσσική ακαταστασία σε «ανθρώπινο δικαίωμα»: δικαίωμα ατομικής απαλλαγής από την δέσμευση του γλωσσικού κανόνα.

Παλαιότερα, όταν μιλούσα με συναδέλφους από το Βερολίνο και με ρωτούσαν αν τα πράγματα στην Ελλάδα είναι ακόμη «chaotisch», απαντούσα κάπως θυμωμένα ότι η Ελλάδα είναι ευρωπαϊκή χώρα και έχει το χάος που της αναλογεί, ό,τι έχουν και όλες οι υπόλοιπες. Τώρα, όμως, αρχίζω να τους καταλαβαίνω κάπως καλύτερα…