Η (μουσική) λογοκρισία πριν, νυν και αεί

Η κατασταλτική λογοκρισία την εποχή της επταετίας επιβαλλόταν από καραβανάδες που είχαν τοποθετηθεί στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση και από εκεί κινούσαν τα νήματα. Τα κριτήρια του τι επιτρεπόταν να μεταδοθεί και τι όχι ήσαν απρόβλεπτα και ανεξήγητα. Αξιοσημείωτος ήταν ο τρόπος με τον οποίο εφάρμοζαν τις αποφάσεις τους. Για να προλάβουν την κατά λάθος ή «κατά λάθος» μετάδοση ενός κατ' αυτούς επικίνδυνου τραγουδιού, δεν περιορίζονταν στο σφράγισμα των ανεπιθύμητων δίσκων (εξώφυλλα, θήκες και ετικέτες) με τη σφραγίδα «Απαγορεύεται» - σε κάποιες περιπτώσεις η λέξη αυτή ήταν χειρόγραφη.
|
Open Image Modal
monemvasitis

Η άσκηση της λογοκρισίας ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει. Βρίσκει βεβαίως πρόσφορο έδαφος σε περιόδους πολιτικών ανωμαλιών και απολυταρχικών καθεστώτων και σε αυτές τις περιπτώσεις εντείνεται. Η λογοκρισία εστιάζει κυρίως στις τέχνες. Και εκείνη η οποία υφίσταται, περισσότερο από τις άλλες, το μένος των λογοκριτών είναι η μουσική, αφενός μεν γιατί εμπεριέχει την πλέον επικοινωνιακή και δημοφιλή μορφή τέχνης, που είναι το τραγούδι, αφετέρου δε γιατί χρησιμοποιεί ως μέσο προβολής και επικοινωνίας το ραδιόφωνο, το οποίο μεταφέρει άκοπα και αδάπανα τα μηνύματα παντού και εις πάντες.

Στη χώρα μας, όπου στη διάρκεια του 20ού αιώνα υπήρξαν περίοδοι είτε ανελευθερίας (Κατοχή) είτε δικτατορίας (Μεταξική, Χουντική), τα κρούσματα της λογοκρισίας ήσαν πολλά και σχεδόν συνεχή, αφού και στις ενδιάμεσες περιόδους παρατηρήθηκαν και παρατηρούνται επεμβάσεις, συχνά παράλογες.

Το ρεμπέτικο βίωσε για τα καλά τις συνέπειες της λογοκρισίας σε όλη τη διάρκεια της δημιουργικής του ακμής και όχι μόνον επειδή κάποια τραγούδια του είχαν «ακατάλληλους» στίχους (χασικλίδικους κ.λ.π.), αλλά επειδή ήταν μια μουσική έκφραση του περιθωρίου. Και το περιθώριο για τους κρατούντες ταυτίζεται με την ανηθικότητα. Μόνο μετά τη Μεταπολίτευση του 1974, άρχισε το ρεμπέτικο να τραγουδιέται και να μεταδίδεται από το ραδιόφωνο ελεύθερα. Και αν αυτή η απαγόρευση είναι κατά κάποιο τρόπο κατανοητή, άλλες είναι εντελώς ακατανόητες. Αντιλαμβάνεται κανείς γιατί την περίοδο της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών είχε απαγορευτεί το τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι «Τα παιδιά του Πειραιά» ερμηνευμένο από τη Μελίνα Μερκούρη. Δυσκολεύεται, όμως, να αντιληφθεί γιατί κατά την ίδια περίοδο είχε απαγορευτεί το τραγούδι του Γιώργου Κριμιζάκη, σε στίχους Σώτιας Τσώτου, «Στέλλα», τραγουδισμένο μάλιστα από τον Κώστα Βενετσάνο, που σίγουρα δεν ήταν από αυτούς που αντιστάθηκαν στη Χούντα. Πρέπει να σκεφτεί κανείς διαστροφικά για να καταλάβει την αιτία της απαγόρευσης. Στέλλα-ταινία-Μελίνα. Ιδού η εξήγηση.

Είχαν επινοήσει διάφορους απίστευτους τρόπους: χάραζαν τους δίσκους με καρφίτσες ή πρόκες, κολλούσαν στην ενεργό ηχητική επιφάνειά τους μονωτικές ταινίες ή τσιρότα-λευκοπλάστ ή έβαφαν την επιφάνεια αυτή χιαστί με πυκνή μπογιά. Αν αυτά δεν αποτελούν ορισμό της διαστροφής, τότε τι άραγε;

Έτσι λειτουργούσαν οι φωστήρες, οι οποίοι αποφάσιζαν -και διέτασσαν - ποια τραγούδια μπορούσαν να μεταδοθούν από τους κρατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς - δεν υπήρχαν δα και άλλοι εκείνη την εποχή. Αυτή ήταν η κατασταλτική μορφή άσκησης της λογοκρισίας. Γιατί υπήρχε και η προληπτική. Αυτή εφαρμοζόταν από επιτροπή του Υπουργείου Προεδρίας, η οποία αποφάσιζε ποια τραγούδια μπορούσαν να δισκογραφηθούν και ποια όχι. Συχνά δε, για να επιτρέψει τη δισκογράφηση κάποιου τραγουδιού απαιτούσε αλλαγές στους στίχους του. Οι δημιουργοί διαισθανόμενοι την τύχη που θα είχαν κάποια τραγούδια τους με επίμαχο στιχουργικό περιεχόμενο, δεν έμπαιναν καν στον κόπο να τα υποβάλουν για έγκριση στην αρμόδια επιτροπή. Η οποία, επιτροπή, δεν ήταν γέννημα της Χούντας, αλλά προϋπήρχε αυτής, υπήρχε, δυστυχώς, και μετά από αυτήν.

Open Image Modal

Η κατασταλτική λογοκρισία την εποχή της επταετίας επιβαλλόταν από καραβανάδες που είχαν τοποθετηθεί στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση και από εκεί κινούσαν τα νήματα. Τα κριτήρια του τι επιτρεπόταν να μεταδοθεί και τι όχι ήσαν απρόβλεπτα και ανεξήγητα. Αξιοσημείωτος ήταν ο τρόπος με τον οποίο εφάρμοζαν τις αποφάσεις τους. Για να προλάβουν την κατά λάθος ή «κατά λάθος» μετάδοση ενός κατ' αυτούς επικίνδυνου τραγουδιού, δεν περιορίζονταν στο σφράγισμα των ανεπιθύμητων δίσκων (εξώφυλλα, θήκες και ετικέτες) με τη σφραγίδα «Απαγορεύεται» - σε κάποιες περιπτώσεις η λέξη αυτή ήταν χειρόγραφη. Είχαν επινοήσει διάφορους απίστευτους τρόπους: χάραζαν τους δίσκους με καρφίτσες ή πρόκες, κολλούσαν στην ενεργό ηχητική επιφάνειά τους μονωτικές ταινίες ή τσιρότα-λευκοπλάστ ή έβαφαν την επιφάνεια αυτή χιαστί με πυκνή μπογιά. Αν αυτά δεν αποτελούν ορισμό της διαστροφής, τότε τι άραγε;

Εκατοντάδες δίσκοι στη δισκοθήκη-αρχείο της ΕΡΤ επιβεβαιώνουν τη βαναυσότητα και την ασυδοσία της εποχής. Η εποχή εκείνη πέρασε, ευτυχώς. Η λογοκρισία όμως, έστω και σε πιο ήπιες μορφές, ζει, δυστυχώς, και βασιλεύει.

Tο κείμενο αποτελεί μέρος εισήγησης που θα πραγματοποιηθεί στα πλαίσια του συνεδρίου «Λογοκρισίες στην Ελλάδα», στις 17-19 Δεκεμβρίου. Δείτε αναλυτικά το πρόγραμμα στην ιστοσελίδα του Συνεδρίου.