Θέατρο, «Συγκρουόμενα»: Συζήτηση με τη σκηνοθέτη Εύα Βλασσοπούλου

Το χειροποίητο αυτό έργο, ανεξάρτητης παραγωγής, διαποτίζει η εφηβική αφέλεια, με την οποία διαχειρίζεται γεγονότα, που έχουν χαραχτεί στην παιδική μνήμη, και ακολουθούν τον άνθρωπο ως το τέλος του. Έτσι, ξεδιπλώνεται ως ανεπιτήδευτη δράση και ειλικρινή αντίδραση δύο αδελφών, απέναντι σε συγκεκριμένες συνθήκες, μέσα από την απλότητα και την υποκριτική ικανότητα, με την οποία οι ηθοποιοί μάς μεταφέρουν στον κόσμο του και εκεί, μάς γνωρίζουν τους χαρακτήρες. Αυτό το υπέροχο θεατρικό παιχνίδι, μάς παρασύρει στην εναλλαγή της κυριολεξίας με την φαντασία, ενώ ήδη γνωρίζουμε ότι -επί σκηνής- παίζεται κάτι, που τελειώνει μόλις κλείσει η αυλαία.
|
Open Image Modal
pinelopi gerasimou

Οι μέρες μας, που πλέον φαντάζουν σαν κομμένες γραμμές οριζόντων, ξεφυλλίζουν τα ημερολόγιά τους, αναζητώντας κάποια ακτίνα φωτός, σε τούτη την περίοδο κοινωνικού σκοταδισμού που διανύουμε. Σε κάποια από τις σελίδες τους, σημειώνουν μορφές «αντίστασης», εναντίον του θηρίου της ανθρώπινης κτηνωδίας, οι οποίοι, όμως, εκπορεύονται από εμάς τους ίδιους ανθρώπους! Ό,τι λειαίνει την ασυγχώρητη επιπολαιότητά μας, στα χρόνια αυτά της «Χολέρας», όπως τα αποκαλούσε ο Νίκος Νικολαΐδης, είναι η αντανάκλασή τους επάνω στην τέχνη.

Τα «Συγκρουόμενα», μια θεατρική παράσταση, που άνοιξε την αυλαία του μικρού θεάτρου του Νέου Κόσμου, στις 30 Νοεμβρίου, συμπυκνώνει τη συνύπαρξη δύο αδελφών, τη θέση τους στην οικογένεια, τα όσα ποτέ δεν είπαν μεταξύ τους και περίμεναν να ιστορηθούν, μέσα από το καλειδοσκοπικό πρίσμα ενός παιχνιδιού. Η σκηνοθέτης και συγγραφέας του έργου, Εύα Βλασσοπούλου, συζητεί, αναλύει και μάς γνωρίζει τις προθέσεις αυτού του πρώτου ολοκληρωμένου σκηνοθετικού της εγχειρήματος.

«Η παράσταση με έχει κάνει να συνειδητοποιήσω πιο πολύ, ότι τις σχέσεις πρέπει να τις προσέχουμε, να τις αγαπάμε και να τις διεκδικούμε με υγιή τρόπο, γιατί μόνοι μας δεν υπάρχουμε», λέει.

Αν και η ίδια σπούδασε υποκριτική στο Λονδίνο, εν τούτοις, στην ενασχόλησή της με τη σκηνοθεσία, αρχικά ως βοηθός σκηνοθέτου και τώρα ως σκηνοθέτης η ίδια, επικεντρώνει τη δημιουργικότητά της. «Από παλιά φαινόταν ότι μπορεί να με ενδιαφέρει η σκηνοθεσία, εξ άλλου η υποκριτική αποτελεί σωστές σπουδές, ως βάση, γι' αυτήν», λέει.

Η αδελφική σχέση των δύο χαρακτήρων του έργου «Συγκρουόμενα» και οι επιδράσεις που αλληλο-υφίστανται μέσα σ' αυτήν, αποτελούν την απαρχή ενός καθορισμού συμπεριφορών, οι οποίες, θα μπορούσα να πω, εντάσσουν το άτομο στα κοινωνικά σύνολα. Η εσωτερική ανασκόπηση που οδηγεί στην σύγκρουση των Α και Β, με την εξωτερίκευση των παιδικών τους βιωμάτων, μάς φέρνει αντιμέτωπους με προσωπικές μας αναμνήσεις, θυμίζοντας με ευχάριστο και γλαφυρό τρόπο, εκείνα που κατοικούν απομονωμένα στο συλλογικό μας ασυνείδητο.

«Έγραψα αυτό το έργο σε μια φάση εσωτερικής αναζήτησης. Δεν το έγραψα θεωρητικά, αλλά παρακολουθώντας ανθρώπους, των οποίων η σχέση, πιστεύω, ότι είναι δυσλειτουργική. Ή είναι αυτή που αναπτύχθηκε για να είναι», προσθέτει.

Ο κόσμος του έργου αντικατοπτρίζει τη μικρογραφία ενός μεγαλύτερου κόσμου, του πραγματικού. Εκεί, οι πρωταγωνιστές επιστρέφουν στα χρόνια μιας παιδικής αθωότητας, την οποία μάς κοινωνούν, ενώ συζητούν, μαλώνουν, ζηλεύουν, ειρωνεύονται ο ένας τον άλλον, γελούν, διεκδικούν, μέσω του θεατρικού παιχνιδιού.

«Ήθελα να φτιάξω έναν κόσμο, όπου επιτρέπονται για κάποιο λόγο, όλα τα αρνητικά συναισθήματα, τα οποία, για να συμβιώσουμε όλοι μαζί, πρέπει να καταπιέσουμε. Και καταλήγουμε -δυστυχώς- να ενοχοποιούμε. Συναισθήματα όπως ο θυμός, η βία, η ζήλεια, η ανταγωνιστικότητα, η κακία», λέει η σκηνοθέτης.

Οι θεατές βλέπουμε μια μέρα από την ζωή των χαρακτήρων, οι οποίοι περιμένουν με αγωνία την «μυστηριώδη ξαδέλφη», τον τρίτο χαρακτήρα του έργου, ο οποίος ενεργοποιεί την μνήμη, και οδηγεί στην σύγκρουση. Ο «μοχλός» αυτός «πίεσης» κατευθύνει τους ήρωες προς την συνειδητοποίηση ενός «προβλήματος ή ελαττώματος», της -μεταξύ τους- σχέσης.

Η εσωτερική τους αφύπνιση πραγματώνεται μέσα σε μια κανονικότητα. Η διάχυτη παιδικότητα, που πολλές φορές προκαλεί το γέλιο, εικονοποιεί μικρά μυστικά που όλοι -σαν παιδιά- έχουμε κρύψει και που -τίνι τρόπω- αποτελούν πηγή «δυσλειτουργικών» συμπεριφορών. «Κατά την γνώμη μου, μερικές φορές, οι πιο περίπλοκοι μηχανισμοί άμυνας δημιουργούνται σε άτομα, τα οποία, φαινομενικά, προέρχονται από μια φυσιολογικότητα. Και είναι πιο δυσδιάκριτοι εκεί, παρά σε πιο ακραίες καταστάσεις, που είναι και πιο εύκολο να τους καταλάβουμε», προσθέτει η Εύα Βλασσοπούλου.

Μέσα από τους πλούσιους διαλόγους του έργου, η ζωηρή επιθυμία της αποδοχής ανακύπτει, ενώ οι πρωταγωνιστές «παλεύουν» να την κορέσουν. «Οι ήρωες έχουν μεγάλη ανάγκη για αποδοχή. Απλά, ο τρόπος διεκδίκησης της αποδοχής του άλλου πραγματοποιείται μέσω της επιθετικότητας, αντί μέσα από την αποδοχή πρώτα του ίδιου τους του εαυτού, ύστερα του άλλου, αλλά και εκείνου που δημιουργείται μεταξύ τους», λέει.

Οι χαρακτήρες, χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και υπό την έλλειψη πραγματικής ταυτότητας, μας κάνουν να τους αγαπήσουμε και εν μέρει, να ταυτιστούμε μαζί τους. «Δεν ήθελα να έχουν παραπάνω χαρακτηριστικά, όπως αυτά που θα τους έδινε ένα όνομα», επισημαίνει η σκηνοθέτης. Κάτι το οποίο, τους κάνει οικουμενικούς και οικείους, απευθυνόμενους σε όλους εμάς.

Κι ενώ η ίδια η επιθυμία του να «ανήκεις» κάπου, μπορεί να φαντάζει και να είναι «εγκλωβιστική», το έργο ωστόσο, τοποθετεί τους χαρακτήρες σε μια «απομονωμένη» από τον έξω κόσμο «κρυψώνα», όπου η μουσική σιωπά κι ο Λόγος εκφέρεται με μουσικότητα. Μέσα στο σπίτι τους, οι ίδιοι αισθάνονται απελευθερωμένοι, παίζοντας το παιχνίδι της αλήθειας τους. «Αυτοί οι άνθρωποι θέλουν να ανήκουν κάπου, που τους επιτρέπει να βγάλουν πράγματα. Αυτό που είναι εγκλωβιστικό, για τους χαρακτήρες, έχει να κάνει με το ότι αυτό που τους βγάζει οικειότητα δεν μεταφράζεται εύκολα, έξω από το σπίτι τους», λέει.

Το χειροποίητο αυτό έργο, ανεξάρτητης παραγωγής, διαποτίζει η εφηβική αφέλεια, με την οποία διαχειρίζεται γεγονότα, που έχουν χαραχτεί στην παιδική μνήμη, και ακολουθούν τον άνθρωπο ως το τέλος του. Έτσι, ξεδιπλώνεται ως ανεπιτήδευτη δράση και ειλικρινή αντίδραση δύο αδελφών, απέναντι σε συγκεκριμένες συνθήκες, μέσα από την απλότητα και την υποκριτική ικανότητα, με την οποία οι ηθοποιοί μάς μεταφέρουν στον κόσμο του και εκεί, μάς γνωρίζουν τους χαρακτήρες. Αυτό το υπέροχο θεατρικό παιχνίδι, μάς παρασύρει στην εναλλαγή της κυριολεξίας με την φαντασία, ενώ ήδη γνωρίζουμε ότι -επί σκηνής- παίζεται κάτι, που τελειώνει μόλις κλείσει η αυλαία.

Εξ άλλου, όπως η Εύα Βλασσοπούλου συμπληρώνει, «το θέατρο είναι μια κατασκευή, ψεύτικη, και η λειτουργία του είναι να παραμυθιάζει. Μου αρέσει, λοιπόν, να υπάρχει η επιλογή του "πείθομαι", από κάτι, που ξέρω ότι δεν είναι αληθινό».

*Το θεατρικό έργο «Συγκρουόμενα» ανοίγει τις πόρτες του κάθε Δευτέρα & Τρίτη, στο Μικρό Θέατρο του Νέου Κόσμου (Αντισθένους 7 & Θαρύπου), στις 21:15 το βράδυ, μέχρι τις 16 Ιανουαρίου 2016.

Συντελεστές της παράστασης είναι οι:

Σκηνοθεσία - Συγγραφή: Εύα Βλασσοπούλου

Ηθοποιοί: Στέλλα Βογιατζάκη, Παναγιώτης Εξαρχέας, Αλεξάνδρα Χασάνι

Σκηνικά-Κοστούμια: Κλειώ Μπομπότη

Φωτισμοί: Μαριάντζελα Σεφαριάν

Μακιγιάζ: Ιωάννα Λυγίζου

Βοηθός σκηνοθέτη: Θοδωρής Τριφύλλης

Βοηθός Σκηνογραφίας/ Ενδυματολογίας: Στεφανία Ηλέκτρα Πανταβού / Δάφνη Μαλέα