Άλλο στρατηγική, άλλο τακτικισμοί

H ελληνική διπλωματία πρέπει να κινηθεί με λογική “out of the box”
Open Image Modal
.
Eurokinissi

Στο τέλος του προηγούμενου άρθρου μου, το οποίο αφορούσε στη στρατιωτική διάσταση της τρέχουσας ελληνοτουρκικής κρίσης, σημείωσα ότι σε επόμενο άρθρο θα ασχοληθώ με τη διπλωματική διάσταση των γεγονότων. Ήρθε η ώρα.

Σημειώνεται ότι την ώρα που γράφεται και αυτό το άρθρο το τουρκικό ερευνητικό πλοίο Oruc Reis παραμένει στην περιοχή της ελληνικής υφαλοκρηπίδας νοτίως του Καστελόριζου, συνοδευόμενο από τουρκικά πολεμικά πλοία. Η κατάσταση μοιάζει σαν όλοι να αναμένουν τη συμπλήρωση της χρονικής περιόδου της παράνομης τουρκικής navtex, η οποία εκπνέει στις 23 Αυγούστου, προκειμένου αμέσως μετά να ξεκινήσει μία νέα φάση. Ποια φάση όμως;

Πριν αναφερθούμε στα αμιγώς διπλωματικά ζητήματα, πρέπει να υπογραμμίσουμε ορισμένα γεγονότα των τελευταίων ημερών που έχουν τη δική τους σημασία. Η πρόσφατη παραίτηση του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας του πρωθυπουργού, κ. Αλέξανδρου Διακόπουλου, φανερώνει ένα βαθύ πρόβλημα εντός της κυβέρνησης. Μία δήλωση («ας μην κοροϊδευόμαστε, οι Τούρκοι κάνουν έρευνες»), μία «αναγκαστική» διόρθωση και μία παραίτηση. Ουδείς είναι σε θέση να πει τι ακριβώς έχει συμβεί, μολονότι όλοι δικαιούμαστε να έχουμε προσωπική άποψη. Η διαχείριση της τρέχουσας κρίσης, όμως, που ξεκίνησε από τις 10 Αυγούστου επί του πεδίου, με το τουρκικό πλοίο να «οργώνει» την ελληνική υφαλοκρηπίδα εναλλάξ με την κυπριακή ΑΟΖ, φαίνεται ότι, εκτός από «ήπια» επιχειρησιακή αντίδραση (απόρροια πολιτικής απόφασης και όχι στρατιωτικής αδυναμίας, όπως ήδη σημειώθηκε στο προηγούμενο άρθρο), χαρακτηρίζεται τώρα και από μία, αν μη τι άλλο, ατυχή επικοινωνιακή διαχείριση από την πλευρά της κυβέρνησης.

Πέραν τούτου, τις τελευταίες ημέρες ξεκίνησε μία φιλολογία περί προσπαθειών για έναρξη «διαλόγου» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η πρωτοβουλία ανήκει κατά κύριο λόγο στη Γερμανία και μάλιστα έχει προσδιοριστεί και το χρονικό περιθώριο για μία «αποκλιμάκωση» της κατάστασης. Αυτό οριοθετείται από τις 23 Αυγούστου, που λήγει η ισχύουσα παράνομη τουρκική navtex, μέχρι τις 24-25 Σεπτεμβρίου, που θα λάβει χώρα ειδική Σύνοδος Κορυφής των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με θέμα τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο.

Παράλληλα, η Γαλλία ενδιαφέρεται για την περιοχή μας από στρατηγικής άποψης και στην παρούσα φάση τα συμφέροντά της ταυτίζονται με τα ελληνικά, κάτι που φυσικά δεν ισχύει για τη Γερμανία, η οποία διατηρεί ευρύτατες εμπορικές και άλλες σχέσεις με την Τουρκία και εξ αυτού του λόγου αδυνατεί να λάβει μία θέση σαφώς καταδικαστική των τουρκικών ενεργειών εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου.

Τα ανωτέρω είναι σημαντικά προκειμένου ο μέσος αναγνώστης να γνωρίζει ότι δεν υπάρχουν σε καμία περίπτωση και ειδικά στις διεθνείς και πολυμερείς σχέσεις «ουδέτεροι τρίτοι» που θα δράσουν εκ του μηδενός ως «έντιμοι διαμεσολαβητές».

Στην ουσία τώρα, η ελληνική διπλωματική πολιτική έναντι Τουρκίας και εταίρων χαρακτηρίζεται μέχρι σήμερα από τακτικές κινήσεις, άλλοτε σωστές και άλλοτε όχι. Επιβάλλεται όμως οι κινήσεις αυτές να μεταφραστούν σε μία συνολική ενεργητική στρατηγική. Η Ελλάδα απάντησε στην τουρκική έμπρακτη αμφισβήτηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων με μία διπλωματική δραστηριοποίηση (τίτλοι όπως «διπλωματική αντεπίθεση» ή «διπλωματικός μαραθώνιος» είναι τουλάχιστον… αδόκιμοι) εξ αντανακλάσεως. Η ορθή επιλογή της κινητοποίησης, για να έχει αποτέλεσμα, πρέπει να απευθύνεται κυρίως σε όσους έχουν ταυτισμένα συμφέροντα με τα ελληνικά και όχι σε όσους θεωρούνται απλώς μεγάλοι παίκτες ή ακόμη χειρότερα, σε όσους δεν επιθυμούμε να δυσαρεστήσουμε με τις ενέργειές μας και για τον λόγο αυτό τους ενημερώνουμε διαρκώς για αυτές.

Εν προκειμένω, η ελληνική διπλωματία πρέπει να κινηθεί με λογική “out of the box” και να προσανατολιστεί στη σύναψη στρατηγικής σχέσης με τη Γαλλία (με σύναψη της «παγωμένης» συμφωνίας αμυντικής συνεργασίας), καθώς και στην ενταντικοποίηση των σχέσεων με το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και ενδεχομένως άλλες δυνητικά φιλικές χώρες του Αραβικού Κόσμου.

Εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν πρέπει να παραβλέπεται η θετική για την Ελλάδα και σαφώς αντιτουρκική προσέγγιση κρατών όπως η Αυστρία και η Κροατία (εξαιρείται φυσικά η αυτονόητη σύμπλευση με την Κυπριακή Δημοκρατία), σε αντίθεση με χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία, που για ιδιαίτερους λόγους δεν επιθυμούν τη δεδομένη στιγμή να συμπράξουν σε κυρώσεις κατά του τουρκικού καθεστώτος.

Κλείνοντας, αξίζει να καταγραφούν κάποιες σκέψεις για το κύριο «επίδικο». Ως γνωστόν, η Ελλάδα αναγνωρίζει ως μοναδική διαφορά της με την Τουρκία την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών (υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ) στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Προκειμένου να ξεκινήσει ένας διάλογος επ’ αυτού και μόνον επ’ αυτού του ζητήματος, η Αθήνα έχει θέσει ως προϋπόθεση την παύση των προκλητικών ενεργειών της Τουρκίας με την παρουσία ερευνητικών και πολεμικών πλοίων σε ύδατα ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Ωστόσο, πρέπει εδώ να γίνει σαφές το εξής: Η Ελλάδα προχώρησε σε συμφωνία με την Αίγυπτο, αποδεχόμενη μειωμένη επήρεια της Κρήτης και μερική οριοθέτηση, με τη ρητή πρόβλεψη η οριοθέτηση να ολοκληρωθεί σε μέλλοντα χρόνο και ανατολικά του 28ου μεσημβρινού.

Ωστόσο, αν η χώρα μας θέλει να έχει μία συνεκτική στρατηγική, οφείλει να εξακολουθήσει και να επαυξήσει τη ρητορική της περί πλήρους επήρειας όλων των νησιών που έχουν στοιχειώδη οικονομική δραστηριότητα, με σαφείς αναφορές στο σύμπλεγμα του Καστελόριζου. Σε διαφορετική περίπτωση και καθώς οι τουρκικές προκλητικές ενέργειες αναμένεται να ενταθούν το επόμενο διάστημα, τουλάχιστον μέχρι τις αμερικανικές εκλογές του Νοεμβρίου, η Αθήνα κινδυνεύει να βρεθεί εκ νέου σε θέση παθητικού αντιδρώντος, γεγονός που αργά ή γρήγορα θα παγιώσει μία κατάσταση παράνομων τετελεσμένων στην περιοχή, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για μία μελλοντική - εντελώς υποθετική - από κοινού προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Τέλος, η ελληνική στρατηγική έχει (πρέπει να έχει) πάντα στη φαρέτρα της τα «όπλα» της κήρυξης ΑΟΖ με την Κύπρο (σε συμφωνία και με τρίτες χώρες ίσως) και της επέκτασης των χωρικών υδάτων παντού στη θαλάσσια επικράτειά της και όχι μόνο στο Ιόνιο ή νοτίως της Κρήτης, όπως προτείνεται από κάποιους. Μία επέκταση μόνο σε κάποιες περιοχές θα σήμαινε αυτομάτως ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει επισήμως την ύπαρξη διαφορετικών συνθηκών π.χ. στο Ιόνιο και την Κρήτη και διαφορετικών στο Αιγαίο, γεγονός που θα μπορούσε να αποβεί καταστροφικό για τα ελληνικά συμφέροντα στο άμεσο μέλλον.

Εν κατακλείδι, η κατάσταση που διαμορφώνεται στον άμεσο περίγυρό μας είναι αναμφίβολα δύσκολη. Αντί επιλόγου όμως θα προτιμήσω να κλείσω με μία φράση ενός παλαιότερου άρθρου μου που, κατ’ εμέ, χαρακτηρίζει απολύτως τη φάση στην οποία βρισκόμαστε και το τι ακριβώς απαιτείται για να ανατρέψουμε την επιχειρούμενη από την Τουρκία προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων: Προσεκτικοί χειρισμοί και αλλαγή δόγματος.