Η αριστουργηματική «Αμίλητη»

Τα τραύματα της βίας στα σώματα, των ανθρώπων και της Ιστορίας...
|
Open Image Modal
Η «Αμίλητη» στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ
Huffpost GR

Δέκα ηθοποιοί, επτά άντρες και τρεις γυναίκες, αρχίζουν σιγά – σιγά να γεμίζουν την σκηνή. Ολοι και όλες ντυμένοι/ες στα μαύρα εκτός από την κοπέλα στο κέντρο της σκηνής η οποία φοράει ένα ολόλευκο φόρεμα. Μερικοί από τους άντρες της φέρνουν λίγα ακόμα λευκά τμήματα για να συμπληρώσει την ενδυμασία της ενώ δύο μόνο μουσικοί κάθονται στα όργανα τους στο ένα υπερυψωμένο άκρο της σκηνής. Η παράσταση αρχίζει...

Η σιωπή του θανάτου και η σιωπή που σκοτώνει

Αφετηρία, βάση και έμπνευση της – αλλά μόνον εν μέρει – μια αληθινή ιστορία που συνέβη γύρω στο 1850 σε ένα ορεινό χωριό της Μάνης. Μια κοπέλα, η Μηλιά, έχει μια σύντομη ερωτική σχέση με έναν περαστικό ξένο. Οταν λίγο καιρό αργότερα παντρεύεται, ένας γάμος καθορισμένος από πολύ πριν όπως συνηθιζόταν τότε, ο σύζυγος της ανακαλύπτοντας το πρώτο βράδυ ότι δεν είναι παρθένα την επιστρέφει στον πατέρα της. Για να ξεπλύνουν την ανείπωτη για τα δεδομένα της εποχής ντροπή αρχικά οι τέσσερις από τους πέντε αδελφούς της και στη συνέχεια πείθοντας/παρασύροντας και τον πατέρα τους και τον, απρόθυμο και ενάντιο μέχρι το τέλος, μικρότερο αδελφό αποφασίζουν ότι πρέπει να πεθάνει και μάλιστα με έναν φριχτό τρόπο. Την θάβουν ζωντανή μέχρι το λαιμό σε ένα λάκκο με πέτρες απαγορεύοντας σε οποιονδήποτε – και πριν από όλους στην άβουλη και ανήμπορη να αντιδράσει μητέρα τους – να της πάει φαγητό και νερό, ακόμα και να της μιλήσει. Από χρονικής πλευράς η παράσταση εξελίσσεται παράλληλα με την τελευταία νύχτα της Μηλιάς στον λάκκο πριν πεθάνει από δίψα, πείνα, το κρύο και την εξάντληση.

Το γεγονός αυτό είναι αδιανόητο για τα σημερινά δεδομένα, πιθανόν ακόμα και για τα τότε αλλά όχι και εκτός της καθημερινής πραγματικότητας της εποχής και αυτό είναι ένα από τα σημεία που εκκινεί και εστιάζει το έργο. Μέσα από την δομή του που είναι πρώτιστα και πάνω από όλα φωνητική – ενσωματώνοντας με τον πιο ευρηματικό τρόπο σε ένα ενιαίο όλο ένα πολύ μεγάλο τμήμα της ελληνικής δημοτικής μουσικής παράδοσης, από την ηπειρώτικη πεντατονική πολυφωνία μέχρι προφανώς την δωρική «αυστηρή» μονοφωνία των μανιάτικων μοιρολογιών και την βυζαντινή μουσική αλλά και με ευφυή δάνεια από άλλες φωνητικές παραδόσεις όπως την αναγεννησιακή και την εκκλησιαστική δυτική μουσική - αφηγείται και παρουσιάζει ένα αναμφισβήτητο αλλά απολύτως νομιμοποιημένο για τότε έγκλημα με δράστες μεν έξι άντρες αλλά ηθικούς αυτουργούς ένα ολόκληρο χωριό και ουσιαστικά μια πολύ συγκεκριμένη νοοτροπία και «ηθική», αυτή που τίθεται υπεράνω όλων, ακόμα και της ίδιας της ανθρώπινης ζωής. Κανόνας και κριτής της ζωής πανάρχαιοι νόμοι και κώδικες που δεν είναι γραμμένοι σε χαρτί αλλά, όπως λέγεται σε ένα σημείο της παράστασης, «σε πέτρες, αυτές των τάφων».

Η λιτότητα της φόρμας του έργου εμπεριέχει και παραπέμπει διαρκώς στη σιωπή γιατί είναι δομικό στοιχείο αυτού που θέλει να εκφράσει. Η Μηλιά είναι αμίλητη, σιωπηλή μέσα στον τάφο όπου θάφτηκε πριν ακόμα πεθάνει καταρχήν γιατί δεν έχει κανέναν να μιλήσει και μετά γιατί χάνει διαρκώς τις δυνάμεις της. Το ίδιο φυσικά και οι εκτελεστές της, τα τέσσερα αδέλφια και ο πατέρας της. Σιωπηλή και η υποταγμένη όλη την ζωή της στα αρσενικά και τρομοκρατημένη μητέρα της, ο μικρότερος αδελφός της με τον οποίο είχε μιαν ιδιαίτερη σχέση και πολλή αμοιβαία αγάπη, ακόμα και ο ξένος που ο έρωτας της για αυτόν είναι η αφορμή για την οποία πεθαίνει και παρακολουθεί κρυμμένος, φοβισμένος και βουβός αυτόπτης μάρτυρας τον βασανιστικό, μαρτυρικό θάνατο της.

Σιωπηλοί όμως είναι και όλοι και όλες οι κάτοικοι του χωριού, μικρογραφίας ολόκληρης της κοινωνίας της εποχής, άφωνοι/ες στην θέα της απάνθρωπης φρικαλεότητας που συντελείται μπροστά στα μάτια τους και συμμέτοχοι σε αυτήν, συνένοχοι και μάρτυρες ταυτόχρονα. Και η σιωπή όλων τους κάνει ακόμα πιο εκκωφαντικά εύγλωττη εκείνη της Μηλιάς...Για αυτό, αν και το έργο χαρακτηρίζεται από την δημιουργό του σύγχρονο χορικό, χορός – που υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν οι κάτοικοι του χωριού – δεν υπάρχει. Τον αποτελούν τα ίδια τα πρόσωπα του δράματος,, οι ηθοποιοί που υποδύονται τους χαρακτήρες.

Ο θρήνος σαν θεραπεία του πόνου

Οι αδελφοί απαγορεύουν στην μητέρα να θρηνήσει, να μοιρολογήσει την κόρη της, δεν την κρίνουν άξια ούτε καν για αυτό, είναι μέρος της τιμωρίας της. Με τον τρόπο αυτό υποβάλλουν την Μηλιά σε μια δεύτερη θανάτωση, χειρότερη και ακόμα πιο επώδυνη από την σωματική, την ψυχική. Η ψυχολογική έμφυλη βία, τότε αλλά ακόμα και τώρα, είναι άλλωστε πολύ πιο συχνή από την σωματική και έχει πολύ πιο βαθιές και μακρόχρονες συνέπειες, για κάποιες γυναίκες ήδη από την παιδική ηλικία τους. Είναι η πρωτόγονη έμφυτη σκληρότητα του ανθρώπινου (ανδρικού) όντος όταν δεν έχει δαμασθεί, ως θα όφειλε, από τον ανθρωπισμό που μόνον η παιδεία και ο αληθινός πολιτισμός προσδίδουν.

Open Image Modal
Η «Αμίλητη» στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ
Huffpost GR

 

Η απαγόρευση του θρήνου, του κλάματος, δηλαδή η μη εξωτερίκευση του πόνου κάνει τα τραύματα να παραμένουν ανεπούλωτα και τον πόνο αντί να απαλύνεται να αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου. Ενα από τα χειρότερα είδη ψυχολογικής βίας που προκαλεί αφόρητες «υπόγειες», εσωτερικές εντάσεις, τόσο σε αυτούς οι οποίοι την δέχονται όσο όμως και σε εκείνους οι οποίοι την ασκούν. Σε πολύ μεγάλο βαθμό προκύπτουν από την «αγάπη στον πόνο, πιο ακατανόητη και πολύ πιο δυσβάστακτη από τον ίδιο τον πόνο», όπως λέγεται χαρακτηριστικά σε ένα σημείο.

Στο έργο οι εντάσεις αυτές δίνονται μέσα από το ακόμα πιο λιτό από το φωνητικό ενορχηστρωτικό και οργανικό τμήμα. Τόσο από τους οξείς ήχους ή και θορύβους του βιολοντσέλου και της άρπας που συνοδεύουν τα φωνητικά μέρη όσο και πολύ περισσότερο με τα σύντομα οργανικά μέρη που η τολμηρή, καινοτόμα ατονικότητα τους – με ειδικά την άρπα να έχει στιγμές σπάνιας φαντασίας, πρωτοτυπίας μα και ομορφιάς – έρχεται σε ηθελημένα κραυγαλέα αντίθεση με την απόλυτη και μετρημένη τονικότητα των φωνητικών. Τα νταούλια που παίζουν οι πέντε αδελφοί όχι μόνο τονίζουν ακόμα περισσότερο όταν χρειάζεται το ρυθμικό στοιχείο – το οποίο έτσι και αλλιώς διατρέχει όλο το έργο – αλλά και προσδίδουν τον τελετουργικό χαρακτήρα. Τέλος θιβετιανά κρουστά και ένα γκονγκ χρησιμοποιούνται σε ένα σημείο για να καταδείξουν την αδυναμία του μεμονωμένου ανθρώπου να αντισταθεί στους «άγραφους νόμους» που κανείς όμως δεν ξέρει πότε και από ποιους θεσπίστηκαν. Σίγουρα πάντως δεν το έμαθε ποτέ η Μηλιά που πεθαίνει χωρίς καν να συνειδητοποιήσει ότι τα λίγα παρήγορα λόγια που ακούει και το χέρι που της έφερε πολύ αργά λίγο νερό για να βρέξει τα χείλη της είναι του μικρότερου αδελφού της, σταλμένου από την μητέρα τους γιατί μόνος του δεν θα είχε ποτέ το θάρρος να το κάνει όπως ομολογεί ντροπιασμένος.

Ο άνθρωπος ως ζων φορέας της Ιστορίας 

Open Image Modal
Η «Αμίλητη» στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ
Huffpost GR

Από μια στιγμή και μετά το έργο, απολύτως ομαλά και δίχως να το «φωνάζει», μεταφέρεται σε ένα χρονικό διηνεκές και θα μπορούσα να πω ότι γίνεται ακόμα και παγκόσμιο. Σε αυτό βοηθούν πολύ το αφαιρετικό, σχεδόν γυμνό σκηνικό και οι υποβλητικοί όσο πρέπει φωτισμοί αλλά και ένας εκτός σκηνής αφηγητής ο οποίος, όπως θα φανεί σύντομα, είναι ο μάντης Τειρεσίας, ένας αναχρονισμός ο οποίος συνδέει ακόμα πιο άμεσα το έργο με την μακρινή δημιουργική μήτρα του, την αρχαία τραγωδία. Ενα ανάλογο περιστατικό θα μπορούσε πολύ ωραία να έχει συμβεί την ίδια ή και μεταγενέστερη εποχή στην Κρήτη όπου επίσης η «τιμή» ορίζει τις ζωές των ανθρώπων. Πολύ διαφορετικά μεν αλλά με ακριβώς την ίδια πάντα αιτία - το ανδρικό πρότυπο που δεν λυγίζει ποτέ, δεν πονάει, δεν κλαίει αλλά μόνο προκαλεί πόνο στις γυναίκες όταν «πρέπει» χρησιμοποιώντας, αν το κρίνει απαραίτητο, διαφόρων ειδών βία και φτάνοντας ακόμα και να σκοτώσει – περιστατικά συνέβησαν και συμβαίνουν πάρα πολλά και σήμερα, σε τριτοκοσμικές αφρικανικές χώρες, σε περισσότερο ή λιγότερο φονταμενταλιστικές μουσουλμανικές κοινωνίες της Ασίας, στην πολιτισμένη Δύση, ακόμα και δίπλα μας, συχνά βλέπουμε και ακούμε για αυτά στις ειδήσεις.

Με εξαιρετική ευφυία το κείμενο συνδέει – αδιόρατα σχεδόν – αυτό το πρότυπο ανδρικής ταυτότητας με πάρα πολλά άλλα και καθόλου θετικά πράγματα, εστιάζοντας μεν στην Ελλάδα αλλά αναπόφευκτα κάνοντας αναγωγές και σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Η πατριαρχία, η οικογένεια όχι ως η φυσική δομή για να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί ένας άνθρωπος αλλά στην παρεκτροπή της σε μηχανισμό καταστολής και περιορισμού της ελευθερίας της προσωπικότητας, οι σχέσεις κτητικότητας υλικών αγαθών αλλά ακόμα και ανθρώπων που στο τέλος μετατρέπονται πάντα σε δομές εξουσίας, κατά κανόνα λίγων και αντρών πάνω σε πολλούς/ές, θίγονται έμμεσα αλλά και με σαφήνεια ώστε το έργο καταλήγει απολύτως πολιτικό και μάλιστα με ξεκάθαρο και ανεξίτηλο προοδευτικό πρόσημο, με την πιο αυθεντική έννοια της λέξης. Γιατί, ακόμα και μέσα από «μικρά» περιστατικά της καθημερινότητας όπως αυτό, αναδεικνύεται η πολύ μεγάλη αλήθεια του «δεν έμαθαν και δεν κατενόησαν την Ιστορία αλλά έπρεπε να την υποστούν».

Ενα αριστουργηματικό – χρησιμοποιώ τη λέξη χωρίς κανένα δισταγμό! – έργο σύγχρονου μουσικού θεάτρου, ένα αληθινό σύγχρονο ορατόριο όπως πολύ σωστά το χαρακτήρισε ενθουσιασμένος καλός φίλος (και άριστος σύγχρονος συνθέτης) το οποίο σε άφηνε γνήσια συγκινημένο, γεμάτο από συναισθήματα και έχοντας σου δώσει πάρα πολλή τροφή για σκέψη. Ενα έργο που αποδεικνύει πέραν πάσης αντιρρήσεως πόσο άρρηκτα συνδεδεμένα είναι το προσωπικό με το συλλογικό/κοινωνικό, όπως βέβαια και το αντίστροφο και, αν και ο κεντρικός χαρακτήρας – που του δίνει και τον τίτλο – του είναι γυναίκα, στην πραγματικότητα έχει για θέμα μόνο τους άντρες, τους μαυροντυμένους που η λευκοντυμένη ηρωίδα θρηνεί, πενθεί πεθαίνοντας αντί να συμβεί το αντίθετο. Δείγματα δηλαδή ενός συγκεκριμένου και κατασκευασμένου ανδρικού προτύπου που ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία του σύγχρονου κόσμου είναι ότι δυστυχώς εξακολουθεί να κρατάει τα ηνία και να τον ορίζει.

Αν και όμως, όταν είχα ρωτήσει την δημιουργό του στη συνέντευξη της, για το αν επέρχεται κάθαρση όπως στις αρχαίες τραγωδίες απέφυγε – υπέρ του δέοντος σεμνή όπως πάντα – να μου απαντήσει θεωρώ ότι και αυτό ακόμα πραγματοποιείται. Η τελευταία λέξη που ακούγεται είναι αγάπη, η αληθινή αγάπη που οφείλει να έχει κάθε άνθρωπος πριν από όλους για τον εαυτό του/της και, διαμέσου αυτής, για τους συνανθρώπους του. Η αγάπη που οδηγεί στη συγχώρεση, του εαυτού μας για τα λάθη μας και των άλλων για όσα, κατά λάθος ή και ηθελημένα, μας έκαναν. Το να συγχωρούμε δεν σημαίνει όμως και να ξεχνάμε γιατί τότε τα λάθη, τα άδικα και τα κακά της ανθρωπότητας δεν θα πάψουν ποτέ να επαναλαμβάνονται...

Open Image Modal
Η «Αμίλητη» στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ
Huffpost GR

 

Σύλληψη, μουσική και σκηνοθετική επιμέλεια η συνθέτιδα (και καθηγήτρια θεωρητικών και σύνθεσης στο Ιόνιο πανεπιστήμιο) Δήμητρα Τρυπάνη η οποία εμπιστεύθηκε – και απολύτως δικαιολογημένα! – τον δημοσιογράφο, ποιητή και συγγραφέα Παντελή Μπουκάλα για να γράψει το τόσο ουσιώδες και όμορφο ποιητικό κείμενο που της επέτρεψε να ολοκληρώσει με κυριολεκτικά ιδανικό τρόπο ένα δωδεκαετή δημιουργικό κύκλο στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται ακριβώς η πλήρης κατάλση των ορίων μουσικής και κειμένου. Σκηνικά Κάθριν Γουάις, φωτισμοί Βαλεντίνα Ταμιωλάκη και ενδυματολογία/σκηνικά Νίκος Κόκκαλης. Η αληθινά εξαίρετη Σοφία Κετεντζιάν στον ρόλο της Μηλιάς, Αντώνης Βασιλειάδης, Αλέξανδρος Ψυχράμης, Γιώργος Κασαβέτης, Ραφαήλ Κριτούλης και Νίκος Ζιάζιαρης – ο δεύτερος επίσης και ως Ξένος – σε αυτούς των αδελφών της, Γιώργος Νικόπουλος, και Βασίλης Πελαντάκης από κοινού ως πατέρας και αντίστοιχα Αλίκη Σιούστη και Γεωργιάνα Φιλιππάκη από κοινού ως μητέρα, Γωγώ Ξαγαρά άρπα (και, ως ηθοποιός, μάντης Τειρεσίας) και Δημήτρης Τραυλός βιολοντσέλο, συνολικά μια υπέροχη ομάδα.

Η «Αμίλητη» παίχτηκε για πρώτη φορά στο εφετινό Φεστιβάλ Παξών του οποίου αποτελούσε παραγγελία και δυστυχώς για τρεις μόνο παραστάσεις στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ. Τουλάχιστον έχει ήδη εκδοθεί σε βιβλίο με τον τίτλο «Μηλιά Μου Αμίλητη» (εκδ. Άγρα) το θαυμάσιο κείμενο του Π. Μπουκάλα το οποίο μπορεί να δώσει μιαν ιδέα σε όσους/ες δεν την παρακολούθησαν.