Ελληνική διπλωματία και η ανάγκη συντονισμού για την αντιμετώπιση των τουρκικών προκλήσεων

Η θεσμοθέτηση ενός συντονιστικού οργάνου της ελληνικής διπλωματίας μπορεί να προσφέρει τα μέγιστα, στην άσκηση μιας συλλογικής και αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής
Open Image Modal
Costas Baltas / Reuters

Η περίπτωση της υπογραφής μνημονίου μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης για την οριοθέτηση θαλάσσιων συνόρων, αναδεικνύει για μια ακόμη φορά τις χρόνιες παθογένειες της ελληνικής διπλωματίας, που εντοπίζονται σε θέματα συντονισμού, πληροφοριών και επικοινωνίας.

Το υπουργείο Εξωτερικών αντέδρασε και κατάγγειλε την υπογραφή του μνημονίου, εξαντλώντας όλα τα διπλωματικά μέσα. Ωστόσο, η ελληνική διπλωματία αν και εκπροσωπείται από το ΥΠΕΞ, έχει και άλλες μορφές, μυστική, οικονομική, στρατιωτική, διπλωματία «των πόλεων», πολιτιστική, εκκλησιαστική και δημόσια διπλωματία, που απαιτούν συντονισμό για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων.

Συντονισμός

Το γεγονός ότι η ελληνική διπλωματία γνώριζε από τον Ιούλιο τις κινήσεις της Τουρκίας για την υπογραφή του μνημονίου με τη Λιβύη, εγείρει κάποια ερωτήματα, για το συντονισμό και την επικοινωνιακή στρατηγική.

To έλλειμμα συντονισμού της ελληνικής διπλωματίας τείνει να εκπέμπει διαφορετικά μηνύματα προς την Τουρκία, όταν τοπικοί άρχοντες ενεργούν αυτόνομα σε περιόδους κλιμάκωσης της τουρκικής ρητορικής επιθετικότητας, στο πλαίσιο μορφών εκκλησιαστικής και πολιτιστικής διπλωματίας.

Το Νοέμβριο του 2019, ο Μητροπολίτης Δράμας Παύλος συμμετείχε σε δεξίωση για την γιορτή της Δημοκρατίας στην Τουρκία, που διοργάνωσε το τουρκικό προξενείο Κομοτηνής. Ένα μήνα πιο πριν, ο δήμαρχος Ξάνθης Μανώλης Τσέπελης, παραβρέθηκε στα εγκαίνια του τοπικού παραρτήματος του «Συλλόγου Επιστημόνων Μειονότητας Δυτικής Θράκης», παρουσία του προξένου της Τουρκίας στην Κομοτηνή.

Η αυξανόμενη τουρκική διείσδυση στη Θράκη επιβάλλει συντονισμό των τοπικών και εκκλησιαστικών αρχών, με το ΥΠΕΞ. Η Υπηρεσία Πολιτικών Υποθέσεων Ξάνθης του ΥΠΕΞ, θα πρέπει στο πλαίσιο αυτό, να ενεργοποιείται άμεσα και να λειτουργεί ως σύνδεσμος του ΥΠΕΞ με τις τοπικές αρχές, για να αποφεύγονται μεμονωμένες κινήσεις που ενδεχομένως εκμεταλλεύεται, η Τουρκία σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων.

Η γραφειοκρατική δομή του ΥΠΕΞ, θεωρείται μια ακόμη παθογένεια όλων των κυβερνήσεων, που απαιτεί επίλυση, ιδιαίτερα μετά την ένταξη νέων διευθύνσεων (οικονομικής διπλωματίας, διεθνούς επικοινωνίας, Γραφεία Τύπου και Επικοινωνίας Εξωτερικού). Τα στελέχη της Διπλωματικής Ακαδημίας, οι οικονομικοί ακόλουθοι, οι ακόλουθοι Τύπου, τα γραφεία Τύπου, οι αναλυτές, προέρχονται από διαφορετικό επιστημονικό αλλά και πολιτικό υπόβαθρο και πρέπει να συντονιστούν ώστε να παράγουν συλλογικό έργο, με στόχο την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων.

Η συλλογή και αξιολόγηση πληροφοριών αποτελεί άλλη μια σημαντική παράμετρος, για την άσκηση της ελληνικής διπλωματίας, που με τη κατάλληλη διαχείριση, ενδέχεται να προβλέπει ενδεχόμενες κρίσεις. Ο ρόλος των πρεσβειών πρέπει σε αυτόν τον τομέα να ενισχυθεί καθώς οι διπλωματικές παρατηρήσεις και αναφορές, η ανάλυση περιεχομένου των διεθνών ΜΜΕ με τη σωστή αξιολόγηση, είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Οι αναφορές των πρεσβειών σε συνδυασμό με πληροφορίες που προέρχονται και από την κοινότητα των υπηρεσιών πληροφοριών, θα βελτιώσουν τη λήψη αποφάσεων της ελληνικής διπλωματίας.

Επικοινωνιακή στρατηγική

Η ελληνική διπλωματία εμφανίζει σοβαρό έλλειμμα επικοινωνίας, που μπορεί να βελτιωθεί μόνο εάν η Ελλάδα υιοθετήσει μια ενιαία στρατηγική Δημόσιας Διπλωματίας. Ο συγκεκριμένος όρος παραπέμπει σε μια μορφή σύγχρονης διεθνής πολιτικής επικοινωνίας που επιδιώκει να επηρεάσει τη ξένη κοινή γνώμη με στόχο την ενίσχυση του διεθνούς προφίλ μιας χώρας.

Διαφέρει από την παραδοσιακή διπλωματία καθώς απευθύνεται εκτός από τους κρατικούς φορείς σε μη κρατικούς φορείς, σε ΜΜΕ, σε social media και ακολουθεί μια προσέγγιση «two-way communication». H ελληνική διπλωματία για να είναι αποτελεσματική πρέπει οπωσδήποτε να αντιλαμβάνεται τις διεθνείς και ευρωπαϊκές εξελίξεις μέσα στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, της επικοινωνίας και της IT.

Η άσκηση της ελληνικής Δημόσιας Διπλωματίας πρέπει να επικεντρωθεί:

α. στη δημιουργία ενός αρμόδιου φορέα που να συντονίζει τις προσπάθειες όλων των άλλων φορέων (κρατικών και μη κρατικών) με στόχο, τη διαμόρφωση διεθνής επικοινωνιακής στρατηγικής.

β. στη θεσμοθέτηση μια ανοιχτής και διαρκής συζήτησης στο πλαίσιο ανάπτυξης της στρατηγικής για μια διεθνή επικοινωνιακή πολιτική. H δημόσια συζήτηση πρέπει να εστιαστεί στην αλληλεπίδραση κυβερνητικών φορέων, μη κυβερνητικών οργανώσεων και εκπροσώπων από τα εγχώρια και διεθνή ΜΜΕ.

γ. στην ιεράρχηση στόχων και στο διαχωρισμό καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μεταξύ κράτους και μη κρατικών φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί όσον το δυνατόν καλύτερος συντονισμός.

Προτάσεις

Οι τουρκικές προκλήσεις σε Αιγαίο και ανατολική Μεσόγειο, οι μεταναστευτικές ροές και η διείσδυση στη Θράκη, απαιτούν από την ελληνική διπλωματία να είναι σε συνεχή επαγρύπνηση. Το Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής θεωρείται μια φιλότιμη προσπάθεια για την επίτευξη εθνικής στρατηγικής, που αναμένεται να κριθεί στο άμεσο μέλλον για την αποτελεσματικότητα του.

Ωστόσο, η θεσμοθέτηση ενός συντονιστικού οργάνου της ελληνικής διπλωματίας μπορεί να προσφέρει τα μέγιστα, στην άσκηση μιας συλλογικής και αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής, κυρίως προς την Τουρκία. Ένα τέτοιο συντονιστικό όργανο θα πρέπει:

(α) να συντονίζει τα υπουργεία που έχουν τη δυνατότητα να λειτουργήσουν επικουρικά στην άσκηση της εξωτερικής

(β) να εποπτεύει όλους τους εμπλεκομένους φορείς που ασκούν μορφές άμεσης αλλά και έμμεσης διπλωματίας.

(γ) να έχει διαρκής επικοινωνία με τις πρεσβείες και να αξιολογεί τις αναφορές τους.

(δ) να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες και να τις αξιολογεί ώστε να προβλέπει καταστάσεις.

(ε) να έχει επικοινωνία με το σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας του πρωθυπουργού.

(στ) να αναφέρεται στο Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΣΕΠ).