«Ο Μίκης Θεοδωράκης και η Κρήτη»: Η σχέση του κορυφαίου συνθέτη με τη νήσο και το πνεύμα της

Το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες και περιλαμβάνει τέσσερα κείμενα.
Open Image Modal
Eurokinissi

«Ο Μίκης Θεοδωράκης έδειξε στην πράξη ότι είναι ένας μεγάλος Κρητικός, ένας θαρραλέος μαχητής και πρωτοπόρος καλλιτέχνης. Η εξέγερσή και η επανάσταση, η ανατροπή και η αντίσταση ήταν στο αίμα του, από την Κρητική του ρίζα...»

Το βιβλίο «Ο Μίκης Θεοδωράκης και η Κρήτη», των Γιώργου Αγοραστάκη, Τατιάνας Παπαγεωργίου, Ερατοσθένη Καψωμένου, που κυκλοφόρησε λίγες ημέρες πριν από τον θάνατο του κορυφαίου συνθέτη, από τις εκδόσεις ΠΕΚ-Πυξίδα της Πόλης, την Κοινωφελή Επιχείρηση Πολιτισμού και Περιβάλλοντος Δήμου Χανίων-Κέντρο Αρχιτεκτονικής της Μεσογείου και τον Παγκρήτιο Σύλλογο «Φίλοι Μίκη Θεοδωράκη», αποτυπώνει την σχέση του Μίκη με την Κρήτη και το πνεύμα της.

Όπως αναφέρεται στην εισαγωγή, το βιβλίο αποτελείται από τέσσερα κείμενα, τα οποία υπογράψουν τρεις διαφορετικοί συγγραφείς με κοινό τους στοιχείο τη μελέτη του Θεοδωράκη από διαφορετικές οπτικές γωνίες.

Τα δύο πρώτα ανήκουν στον Γιώργο Αγοραστάκη, πρόεδρο του Παγκρητίου Συλλόγου «Φίλοι Μίκη Θεοδωράκη» και έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες μελετητές του έργου του.

«... Του ταιριάζει η κρητική μαντινάδα από τον Ερωτόκριτο [253] που λέει:
Ήταν «εκείνο το πουλί που στη φωτιά σιμώνει
καίγεται, κι άθος γίνεται, και πάλιν ξανανιώνει»
Όταν η ιστορία τον χρειάζεται είναι εκεί και με το ντουφέκι και με τη λύρα στο χέρι. Ηγετικός, μαχητής της πρώτης γραμμής, δεν υποστηρίζει από απόσταση τον αγώνα των άλλων, δεν είναι των μετόπισθεν, δεν είναι ποτέ ένας παρατηρητής κι ένας κατήγορος της κοινωνικής και πολιτικής αδικίας, αλλά ένας μαχητής για την αλλαγή, πρώτα των συνειδήσεων και μετά των καταστάσεων. Μ’ αυτή την έννοια δεν μοιάζει με κανένα άλλο μεγάλο συνθέτη στον κόσμο.
Και στην Τέχνη σκέφτεται και ενεργεί με τον ίδιο τρόπο, όπως και στην ζωή. Ο στόχος του είναι μέσω της μουσικής του να αναδημιουργήσει την πραγματικότητα, για να την αλλάξει. Δεν αρκείται να γράψει τραγούδια και μουσική, αλλά επιχειρεί να αλλάξει την ελληνική μουσική και τα καταφέρνει.
Ως μαρξιστής φαίνεται να έχει ασπασθεί την ενδέκατη αρχή του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ (Ludwig von Feuerbach).  Δεν προσπαθεί μόνο να εκφράσει και να ερμηνεύσει τον κόσμο, αλλά και να τον αλλάξει.
Γι’ αυτό και οι ιδιότητες που προσδίδει στον εαυτό του, του Επαναστάτη και του Μουσικού, είναι αλληλένδετες και ισοδύναμες». «Με το ντουφέκι και με τη λύρα», Ο Γιώργος Αγοραστάκης για τον Μίκη Θεοδωράκη, απόσπασμα.

Στο πρώτο από αυτά, με τίτλο «Ο Κρητικός Μίκης Θεοδωράκης», ο Αγοραστάκης παρουσιάζει τη γενεαλογία του Μίκη, τη διαπαιδαγώγησή του, τη σχέση του με την Κρήτη και με την κρητική μουσική, αποδεικνύοντας ότι η κρητική ταυτότητα του συνθέτη δημιουργήθηκε και σμιλεύτηκε από τα μικράτα του και είναι ισχυρή στη προσωπικότητα και το έργο του. «Η ”άνω Κρήτη”», γράφει, «είναι η ”έσω φωνή” του Θεοδωράκη, που δουλεύει μέσα του ως ”κατηγορηματική προσταγή”, που τον ωθεί στο κοινωνικό, πολιτικό, καλλιτεχνικό, κι εθνικό πεδίο και του υπαγορεύει το αγωνιστικό ”χρέος”...».

Το δεύτερο είναι μια μελέτη πάνω στο πλέον εμβληματικό έργο του νεοελληνικού πολιτισμού, με παγκόσμια απήχηση, στον «Ζορμπά» και τα διαφορετικά πρόσωπα που αυτός παρουσιάζει ως φυσική παρουσία, ως ήρωας του Καζαντζάκη, ως κινηματογραφικός ήρωας και τέλος ως «ο Μουσικός Ζορμπάς του Μίκη Θεοδωράκη», εκεί όπου ο ήρωας μετατρέπεται από τον συνθέτη στον φορέα ενός κρητικού κι ελληνικού ύμνου στη χαρά της ζωής.

Open Image Modal
United Archives via Getty Images

Το τρίτο κείμενο ανήκει στην Τατιάνα Παπαγεωργίου. Η Παπαγεωργίου, διδάκτωρ Μουσικολογίας με ερευνητικό θέμα τη μουσική του Θεοδωράκη, έχοντας στο ενεργητικό της αρκετές συναυλίες στις οποίες ήταν σολίστ στο πιάνο και ο Μίκης διηύθυνε την ορχήστρα, με τη μουσικολογική της ανάλυση «Κρήτη & Ελληνικότητα στο Μουσικό Έργο του Μίκη Θεοδωράκη», αναδεικνύει την ελληνική μουσική παράδοση, την ελληνική αισθητική, την κρητική μουσική, που βρίσκονται πίσω από τις νότες των μουσικών δημιουργιών του, δίνοντάς τους το δικό τους ιδιαίτερο χρώμα. «Ο Θεοδωράκης», γράφει η Παπαγεωργίου, «πρωτίστως στοχεύει να ανακαλύψει, να αποκωδικοποιήσει και στη συνέχεια να μεταλαμπαδεύσει τα ”συστατικά” του ελληνικού πνεύματος και της ελληνικής ψυχής, όπως διατηρήθηκαν σε αυτή την κληρονομιά από γενιά σε γενιά μέσα στους αιώνες...», θεωρώντας ότι «η μουσική αποτελεί ένα ισχυρό διαχρονικό μέσο για την προώθηση και την διαχρονική επιβίωση του πνεύματος του ελληνικού πολιτισμού».

Τέλος, το τέταρτο κείμενο υπογράφει ο καθηγητής Ερατοσθένης Καψωμένος, επιστήμονας με μεγάλο έργο στον τομέα της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας και Θεωρίας της Λογοτεχνίας. Ο Καψωμένος ερευνά και καταγράφει μέσα από όλα τα είδη κειμένων που έχει συγγράψει ο Μίκης, τα πολιτικά, τα μουσικά, τα πολιτιστικά και τα λογοτεχνικά, τις αξίες που συνιστούν τη νεοελληνική πολιτισμική παράδοση, διαπιστώνοντας ότι ο Θεοδωράκης τις κουβαλά μέσα του, κι έτσι γίνεται «κυριολεκτικά μια ζωντανή συνείδηση της Ρωμιοσύνης».

Οι αρχές και οι αξίες, τα πρότυπα που συγκροτούν την κρητική και την ελληνική ταυτότητα πραγματώνονται από τον Μίκη Θεοδωράκη, τόσο στο έργο του, όσο και στη ζωή του. Και όπως γράφει και πάλι ο Καψωμένος, «με αυτά τα πρότυπα και με αυτές τις αξίες το έργο του Μίκη Θεοδωράκη κέρδισε την παγκόσμια αποδοχή. Ο Μίκης έγινε οικουμενικός με το μόνο τρόπο που μπορεί κανείς να το πετύχει: υλοποιώντας στη ζωή και στην τέχνη του, με τρόπο αυθεντικό, τις αρχές και τις αξίες που συνιστούν την τοπική και εθνική ταυτότητα και ιδιοσυστασία».