2021: Ο πλανήτης και οι περιφέρειες σε πλήρη στρατηγική μετάβαση

Οι ΗΠΑ και το πολυπολικό διεθνές σύστημα.
|
Open Image Modal
laymul via Getty Images

Οι εξελίξεις στις ΗΠΑ γύρω από τις προεδρικές εκλογές και τα πρωτόγνωρα γεγονότα που συμβολίζει η εισβολή στο Καπιτώλιο αναλύθηκαν ήδη εδώ. Τα γεγονότα αυτά εν πολλοίς αφορούν τους Αμερικανούς πολίτες και το πώς θα εξελιχθεί το Αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Αυτά τα γεγονότα, όμως, λογικό είναι να μην επισκιάζουν το γεγονός ότι οι ΗΠΑ όχι μόνο είναι μια υπερδύναμη αλλά και το συντριπτικά ισχυρότερο κράτος της Μεταψυχροπολεμικής εποχής. Διαθέτει κουλτούρα μεγάλης δύναμης που αποκτήθηκε κατά την διάρκεια των έξη μεταπολεμικών δεκαετιών και έχει ισχυρούς θεσμούς και πανίσχυρα κρατικά επιτελεία. Ότι και να συμβεί εσωτερικά αυτά πιθανότατα δεν θα διαταραχθούν και ως μεγάλη δύναμη θα χαράσσει μακροπρόθεσμα στρατηγικά σχέδια τα οποία θα εκπληρώνονται με την εφαρμογή βραχυχρόνιων και μεσοπρόθεσμων στρατηγικών αποφάσεων. Επιπρόσθετα, πολλοί στρατηγικοί προσανατολισμοί και πολλά στρατηγικά σχέδια θα είναι ίδια ή παρόμοια για όλες τις αναδυόμενες μεγάλες δυνάμεις. Πρωταρχικά, αφορούν τη διασφάλιση της κατά το δυνατό μέγιστης ισχύος, τον έλεγχο των ανακατανομών θέσης και ρόλων στις περιφέρειες και τα συμπαρομαρτούντα ζητήματα που αφορούν τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους. 

Το αναδυόμενο πολυπολικό διεθνές σύστημα

Υπό αυτό το πρίσμα, εισερχόμενοι στην δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα και τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ένα το είναι σημαντικότερο ζήτημα της διεθνούς πολιτικής: Το πώς διαμορφώνεται το ολοένα και πιο ορατό αναδυόμενο πολυπολικό διεθνές σύστημα και ποιες είναι οι προεκτάσεις για τις μεγάλες δυνάμεις και τα περιφερειακά κράτη. Το πώς εξελίσσεται το πολυπολικό πλέον διεθνές σύστημα επηρεάζει τις πλανητικές ισορροπίες ισχύος και συμφερόντων των ηγεμονικών δυνάμεων και τις περιφερειακές ισορροπίες ισχύος και συμφερόντων και τις ανακατατάξεις συνόρων στις περιφέρειες. Αναπόφευκτα η τροχιά του διεθνούς συστήματος κυρίως λόγω οικονομικών και κοινωνικοπολιτικών προεκτάσεων επηρεάζεται δραστικά από την επιδημία του κορονοιού.

Η Ευρωπαϊκή περιφέρεια ήδη από το 1990 βρίσκεται σε μετάβαση. Αλλαγές όσον αφορά την ΕΕ συντελούνται ούτως ή άλλως εμπράγματα αλλά το πώς και που θα κατασταλάξει εξαρτάται από την δυνατότητα συμπεφωνημένων νομικών-οικονομικών μεταρρυθμίσεων.

Σε ένα άλλο επίπεδο στο οποίο εμπλέκονται ευθέως και καθοριστικά οι ΗΠΑ, οι τυχόν μεταρρυθμίσεις της ΕΕ απαιτούν στρατηγικό προσανατολισμό προς ένα νέο Ευρωατλαντικό στρατηγικό modus vivendi αλλά και ενός Ευρωστρατηγικού modus vivendi των μεγάλων Ευρωπαϊκών δυνάμεων, δηλαδή της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Μεγάλης Βρετανίας, πλέον και της Ρωσίας.

Όπως πάντα ίσχυε μεταπολεμικά, σε πολύ μεγάλο βαθμό η σταθεροποίηση του Ευρωστρατηγικού modus vivendi συνδέεται με τα πλανητικά στρατηγικά δρώμενα και τον έλεγχο της Περιμέτρου της Ευρασίας. Ο νέος μεγάλος στρατηγικός παράγοντας και η μεγαλύτερη πρόκληση σχετίζεται με την άνοδο της οικονομικής και στρατηγικής ισχύος της Κίνας που ήδη όπως πολλοί υποστηρίζουν διαφαίνεται ότι επηρεάζεται από την πανδημία. Υπογραμμίζεται επίσης ότι ενώ αυτοί οι συλλογισμοί αναφορικά με τις γεωπολιτικές και στρατηγικές ισορροπίες είναι γνωστοί και πανομοιότυποι με ότι ίσχυε μεταπολεμικά στην Ευρώπη και στον κόσμο, ένα κριτήριο καθίσταται ολοένα και περισσότερο σημαντικό: Η αγωνία ότι η επιτάχυνση πολλών εξελίξεων ενδέχεται να προκαλεί στρατηγικό ανορθολογισμό και να αυξάνει τον κίνδυνο πυρηνικού πολέμου που εξαρχής τονίζεται θα σήμαινε ολοκληρωτική καταστροφή του πλανήτη. Αυτή είναι μια πολύ σημαντική παράμετρος στον βαθμό και στην έκταση που μεταθέτει με πιο οξύ τρόπο το κέντρο βάρους της ηγεμονικής διαπάλης στις περιφέρειες. 

Επιτάγχυνση λόγω πανδημίας

Σε αναφορά με τα προαναφερθέντα τις τελευταίες δεκαετίες στις υψηλής κλάσης αναλύσεις της στρατηγικής θεωρίας και προβάλλοντας τους δείχτες ισχύος ουκ ολίγοι επισήμαναν ότι όσο προχωράμε βαθύτερα στον 21ο αιώνα τρία μεγάλα στρατηγικά ζητήματα κινούνται αστάθμητα και απρόβλεπτα. Εν τούτοις, ενδέχεται λόγω επιδημίας το 2021 οι εξελίξεις και η ανάγκη στρατηγικών αποφάσεων να επιταχυνθούν. Τα συνοψίζουμε:

1) Η προαναφερθείσα αναζήτηση πλανητικού modus vivendi νέας ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ των ηγεμονικών δυνάμεων,

2) η συνεχής διαμόρφωση νέων ισορροπιών στις περιφέρειες και

3) η στρατηγική θέση της Γερμανίας στο αναδυόμενο πολυπολικό σύστημα όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και πλανητικά.

Ο δράκος και ο αετός

 

Open Image Modal
farosofa via Getty Images

Κατά πρώτον, ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία για την ανάδυση της Κίνας ως ολοένα και πιο ισχυρής στρατηγικής δύναμης δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ποιοι συμμαχικοί συνδυασμοί θα την εξισορροπήσουν και ποιες θα είναι οι προεκτάσεις στην διεθνή οικονομία, στις ροές και στον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πόρων. Το συνεκτικό, ιεραρχημένο και πειθαρχημένο κινεζικό πολιτικοοικονομικό σύστημα, πάντως, δείχνει να είναι ανθεκτικό. Οι πνευματικές αμφιταλαντεύσεις γύρω από θεωρήματα και ιδεολογήματα στα δυτικά κυρίως κράτη, αλλά και εν μέρει και στην Ρωσία, δεν φαίνεται να υπάρχουν στα πεδία του πανίσχυρου κινεζικού έθνους. Κανείς δεν πρέπει να υποτιμά αυτό τον παράγοντα, καθότι η ισχύς και η δυνατότητα βιώσιμης πολιτικοοικονομικής οργάνωσης εξαρτάται ευθέως από την πολιτισμική και εν γένει κοινωνικοπολιτική συνοχή. Οι υλικοί παράγοντες και η οικονομική ευημερία συντείνουν αλλά η πνευματική και κοσμοθεωρητική ευρωστία στα θεμέλια μιας πολιτείας αποτελεί το κύριο κριτήριο κοινωνικοπολιτικής συνοχής και κρατικής βιωσιμότητας.

Για πολλά επερχόμενα χρόνια ή ακόμη και δεκαετίες το αντίβαρο και ο εξισορροπητής της Κίνας δεν μπορεί παρά να είναι οι ΗΠΑ. Επί μακρόν ακόμη οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παραμείνουν η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη με πανίσχυρη ναυτική παρουσία στις θάλασσες και με στρατιωτικές βάσεις ή διευκολύνσεις σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης. Δύο καίρια και άγνωστης κύμανσης ζητήματα είναι αφενός η νομισματική κυριαρχία της και αφετέρου η εσωτερική κοινωνική συνοχή και η νομιμοποίηση του κράτους. Ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το καθεστώς της έμμεσης αντιπροσώπευσης των ΗΠΑ κινείται προς έμμεση δημοκρατία όσο κανένα άλλο κράτος της Δύσης –με θετικούς όρους καθότι οι παραδοσιακοί δαιδαλώδεις «έλεγχοι και εξισορροπήσεις» (checks and balances) φαίνεται να είναι ακόμη ισχυρή πολιτική παράδοση–, είναι πλέον ολοφάνερο σε όλους ότι μετά από δύο αιώνες ύπαρξης στο εσωτερικό των ΗΠΑ αναπτύσσονται διαιρετικές τάσεις. Όμως, όπως ήδη γράψαμε εδώ, είναι σημαντικό ότι δεν πρέπει να αναμένεται σεισμός, κατακλυσμός και καταποντισμός λόγω προβλημάτων σε αναφορά με τις προεδρικές εκλογές. Σε ποιο βαθμό αναπτύσσονται και πόσο είναι επικίνδυνες για την Αμερικανική ομοσπονδία είναι αδύνατο να εκτιμηθεί αλλά βραχυχρόνια και μεσοπρόθεσμα το σημαντικότερο ερώτημα είναι εάν και πως θα επηρεαστούν οι στρατηγικές της αποφάσεις. 

Περιφερειακές και ανερχόμενες περιφερειακές δυνάμεις

Το πώς θα ανακατανεμηθούν και αναδιαταχθούν οι πόροι, η ισχύς και τα συμφέροντα πλανητικά σχετίζεται ευθέως και με τις πολιτικές που ακολουθούν τα περιφερειακά κράτη και κυρίως οι ανερχόμενες περιφερειακές δυνάμεις όπως η Τουρκία, το Ιράν και η Ινδία. Απαιτείται να συνεκτιμούνται τα εξής:

α) για την χάραξη των νέων Ευρασιατικών ισορροπιών το Λονδίνο είναι ξανά σημαντικός σύμβουλος της Ουάσιγκτον για τα περιφερειακά ζητήματα,

β) η Γερμανία είναι οικονομικά πανίσχυρη επειδή δεν εκτιμήθηκε τι σημαίνει ΟΝΕ χωρίς πολιτική ένωση,

γ) οι ΗΠΑ παρακολουθώντας και διαρκώς σταθμίζοντας και εκτιμώντας το πώς εξελίσσεται η Κίνα, εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα όσον αφορά την Ρωσία και άλλες πιθανές συμμαχικές συγκλίσεις όπως πχ η Ινδία, και

δ) η Γαλλία όπως πάντα ρητά και δημόσια ίσχυε θεωρεί την Γερμανία ως το μεγαλύτερο μακροχρόνιο ζήτημα της Ευρώπης. Αυτά και πολλά άλλα κριτήρια και παράγοντες του ρευστού Μεταψυχροπολεμικού συστήματος επηρεάζουν καθοριστικά την Αμερικανική στρατηγική. Ανεξαρτήτως προέδρου –όπως γνωρίζουμε τα κρατικά επιτελεία του Πενταγώνου αδιάλειπτα χαράσσουν εναλλακτικά στρατηγικά σχέδια– οι ΗΠΑ έχουν ήδη χαράξει μεσοπρόθεσμα και μακροχρόνια σχέδια και στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας ο εκάστοτε πρόεδρος ανά πάσα στιγμή επιλέγει μια από τις πολλές εναλλακτικές αποφάσεις ανάλογα με το πώς είναι, πως εξελίσσονται και πως εκτιμάται ότι διαμορφώνονται οι ισορροπίες και τα συμφέροντα.

Το Γερμανικό ζήτημα

Το διεθνές σύστημα ποτέ δεν είναι αδιατάρακτο και γραμμικά κινούμενο. Τοπικά, περιφερειακά και πλανητικά συχνά με συνδεδεμένο τρόπο πολλές και ρευστές μεταβλητές μεγάλης κύμανσης διαμορφώνουν και αναδιαμορφώνουν τις ισορροπίες και επηρεάζουν τα συμφέροντα των εμπλεκομένων κρατών. Τα επιτελεία των μεγάλων δυνάμεων αλλά και κάθε άλλου κράτους δεν λειτουργούν με όρους φίλων και εχθρών, καλών και κακών αλλά με όρους συμφερόντων και πως αυτά επηρεάζονται. Υπό αυτό το πρίσμα ένα σημαντικός παράγων είναι το «Γερμανικό ζήτημα». Μπορεί στο Σύνταγμα της Γερμανίας να μπήκε ρήτρα για τα πυρηνικά όπλα αλλά ιστορία δείχνει πως ποτέ μια μεγάλη δεν φρόντισε να αποκτήσει ένα συντελεστή ισχύος που κατέχουν οι άλλες μεγάλες δυνάμεις (John Mearsheimer) και δεύτερον, παρά τις σφοδρές αντιρρήσεις ως προς αυτό των άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων μεταπολεμικά οι ΗΠΑ για λόγος που αφορούν τις ισορροπίες στην Ευρασία φλέρταραν με μια πυρηνική Γερμανία. Ενώ ένας τέτοιος προσανατολισμός θα οδηγήσει σε μεγάλες ανακατατάξεις των σχέσεων και των θεσμών που θα αλλάξουν τελείως την μεγάλη μεταπολεμική εικόνα –ίσως και σε επικίνδυνη κρίση όπως είχαμε την περίοδο 1989-1992–, στον ρευστό πολυπολικό κόσμο οι αποφάσεις θα εξαρτηθούν από πολλούς παράγοντες που ίσως γνωρίζουν τα επιτελεία των μεγάλων δυνάμεων αλλά δεν είναι ευρύτερα γνωστοί.

Με το βλέμμα στην Ευρασία

Αναμφίβολα στα κρατικά επιτελεία συνεκτιμούνται δεόντως η άνοδος της κινεζικής ισχύος και η πιθανή διείσδυσή της πάνω στην Περίμετρο της Ευρασίας κάτι που θα επηρεάσει δραστικά την θέση και τον ρόλο άλλων μεγάλων και μεσαίων δυνάμεων όπως η Γερμανία, η Ρωσία αλλά και περιφερειακές δυνάμεις όπως τα Αραβικά κράτη, η Ινδία και οπωσδήποτε η Τουρκία ανεξάρτητα ποιος βρίσκεται στην εξουσία. Κανείς για να κατανοήσει την σημασία αυτών των επισημάνσεων θα πρέπει να κατανοήσει την μεγάλη μεταπολεμική εικόνα της Ευρώπης ως προς δύο στοιχεία.

Όταν οι ΗΠΑ πήραν τη σκυτάλη από τη Μεγάλη Βρετανία

Οι ΗΠΑ μετά το 1947 αντικατέστησαν την Μεγάλη Βρετανία ως η ηγέτιδα ναυτική δύναμη ιδρύοντας συμμαχίες μεταξύ των οποίων και η Ατλαντική Συμμαχία. Δεύτερον, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και όπως υπερβολικά ονομάστηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) είναι ένας πολιτικός-στρατηγικός νάνος και ένας νομικός γίγαντας που εκκολάφθηκε μέσα στο Αμερικανικό στρατηγικό θερμοκήπιο του Ψυχρού Πολέμου το οποίο εδώ και πολλές δεκαετίες έπαψε να υπάρχει λόγω πτώσεως της ΕΣΣΔ. Το 1996 η ανανέωση της Ατλαντικής Συμμαχίας έγινε αφενός για να αποθαρρύνει τους Ευρωπαίους να εισέλθουν σε συγκρουσιακή τροχιά και αφετέρου για να συνεχίσει να είναι ενταγμένες στον ΝΑΤΟ οι Γερμανικές Ένοπλες Δυνάμεις. Το αντίτιμο ήταν τα Ευρωπαϊκά κράτη να γίνουν «αρωγοί» των Αμερικανικών Μεταψυχροπολεμικών επεμβάσεων.

Ελλάδα, ΟΝΕ και οι ελπίδες «εξευρωπαϊσμού» της Τουρκίας

Με δεδομένα τα πιο πάνω πασίγνωστα γεγονότα και στρατηγικές ανακατατάξεις, θα ήταν περιττό να σχολιαστούν εκτεταμένα πολλές εκ μέρους της Ελλάδας άτοπες και εκτός πραγματικότητας προσεγγίσεις της Ευρώπης. Η πλέον λανθασμένη απόφαση ήταν όταν παρότι η Ελλάδα ήταν πλήρες μέρος της ΕΕ, εν τούτοις άσκοπα, άκαιρα, απροετοίμαστα και αποδεδειγμένα θανατηφόρα εντάχθηκε στην ΟΝΕ. Κάλλιστα θα μπορούσε να ενταχθεί αργότερα όταν θα ήταν οικονομικά ανταγωνιστική. Σε κάθε περίπτωση όχι μόνο δεν συνεκτιμήθηκαν δεόντως οι ατέλειες της ΟΝΕ αλλά ωραιοποιήθηκε εξωπραγματικά. Επίσης, είχαμε κατευνασμό της Τουρκίας με φλούδες ελπίδες «εξευρωπαϊσμού» αντί αποτροπή και μη εκμετάλλευση του νομικού κεκτημένου της ΕΕ ως αμετάθετης διαπραγματευτικής θέσης για το κυπριακό τουλάχιστον μετά την πλήρη ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η τυφλή υπακοή στους τεχνοκράτες των Βρυξελλών για τα μνημόνια, επίσης, κατάδειξε το έλλειμμα γνώστης του πως λειτουργεί το Κοινοτικό σύστημα, ποιες είναι οι αδυναμίες του και πως κανείς μπορεί να εκμεταλλευτεί ευκαιρίες που ενισχύουν ένα μέλος διαπραγματευτικά. Ως προς αυτό δεν πρέπει να λησμονούμε πως όπως και οι ίδιοι ομολόγησαν ξανά και ξανά δημόσια οι πιέσεις και οι ζημιές που προκλήθηκαν εις βάρος της Ελλάδας αφορούσαν πρωτίστως την διάσωση των τραπεζών των μεγάλων κυρίως μελών. Ενώ λογικά μιλώντας κανείς δεν θα υποστήριζε η Ελλάδα να μην συμμετέχει στους Ευρωπαϊκούς θεσμούς, το βάρος της Ελληνικής στρατηγικής λογικά θα μπορούσε να είναι η εδραίωση συναλλαγών με τις ΗΠΑ αλλά και τα ευρωπαϊκά κράτη αυστηρά στην βάση των Εθνικών συμφερόντων. Προηγείται βέβαια ο ακριβής ορισμός των ιεραρχημένων εθνικών συμφερόντων.

Από το παρελθόν στο αβέβαιο σήμερα

Επανερχόμενοι στο ευρύτερο διεθνές σύστημα μερικές καταληκτικές επισημάνσεις θα βοηθούσαν να καταλάβουμε τις τάσεις ενώ μεταβαίνουμε από το 2020 στο 2021. Κατά πρώτον, οι διεθνείς θεσμοί, η διεθνής τάξη και κατά κάποιο τρόπο το διεθνές δίκαιο που απορρέει από το καθεστώς του ΟΗΕ είναι σε πλήρη μετάβαση και λογικά εν δυνάμει σε τροχιά ανασχηματισμών και μεταρρυθμίσεων. Ενώ η μόνη ρεαλιστική και ορθολογιστική στρατηγική για τις μεγάλες δυνάμεις θα ήταν η ενίσχυση ή και η ίδρυση νέων διακυβερνητικών θεσμών αυτό δεν είναι σίγουρο γιατί η κάθε μεγάλη δύναμη αναμενόμενα –και αυτό άρχισε από καιρό– επιχειρεί να συσπειρώσει τα κράτη της περιφέρειάς της γύρω από τα δικά της συμφέροντα και με αυτό ως βάση να διεισδύσει και σε άλλες περιφέρειες. Όσον αφορά τους διεθνικούς δρώντες, τέλος, υπάρχει κάτι ακόμη μεγαλύτερης σημασίας. Ενώ συχνά οι μεγάλες δυνάμεις χρησιμοποιούν εργαλειακά (soft power) διεθνικούς δρώντες κάθε είδους –τρομοκράτες, λαθρέμπορους, κατασκόπους, κερδοσκόπους, τοκογλύφους– όλα τα κράτη έχουν κοινό συμφέρον να υπάρχουν επαρκείς διακυβερνητικοί έλεγχοι των δραστηριοτήτων τους. Μπορεί περιστασιακά να είναι «χρήσιμοι» αλλά στο τέλος όλοι οι διεθνικοί δρώντες εάν δεν ελέγχονται κοινωνικοπολιτικά ή διακυβερνητικά βλάπτουν όλα τα κράτη. 

Η Ελλάδα ανάμεσα σε συμπληγάδες 

Open Image Modal
John Kolesidis / Reuters

Ενώ η περιγραφή που έγινε πιο πάνω για τις στρατηγικές τάσεις όπως εισερχόμαστε στο 2021 και τις εν εξελίξει στρατηγικές ανακατατάξεις είναι σημαντικές, εντός αυτής της προβληματικής υπάρχει κάτι ακόμη που αφορά ζωτικά την Ελλάδα: Είναι η θέση και ο ρόλος των περιφερειακών δυνάμεων χαρακτηριστικό παράδειγμα των οποίων είναι η Τουρκία. Όπως έχουμε ξανά γράψει κατά κάποιο τρόπο επανέρχεται το δόγμα Νίξον, δηλαδή η προσπάθεια εξοικονόμησης πόρων αλλά και κινδύνων απευθείας σύγκρουσης μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων με την ανάδειξη «τοπικών παρατηρητών». Δεν μιλάμε καν για συμμαχίες με την τυπική νομική έννοια αλλά για την ικανότητα ενός κράτους να ασκεί στρατηγική εποπτεία στην περιφέρειά του ή να διαδραματίζει στρατηγικό ρόλος οπότε οι σχέσεις του με τις μεγάλες δυνάμεις εντάσσονται στην λογική ψυχρών και ρευστών συναλλαγών στην βάση των εθνικών συμφερόντων. Εάν σταθούμε στην Τουρκία μπορεί να μην συμπαρασύρει όλα τα ισλαμικά κράτη στα ηγεμονικά της σχέδια αλλά υπάρχουν αρκετά μικρά που προσχωρούν και μεγάλα όπως το Πακιστάν. Τυχόν μεγάλη κρίση στις σχέσεις με την Ουάσιγκτον, εξάλλου, υπάρχει και η δυνατότητα ανοιγμάτων προς την Κίνα που θα είναι λιγότερο επισφαλή από τα ανοίγματα με την Ρωσία.

Στρατηγικοί προσανατολισμοί για Ελλάδα, Κύπρο, Ε.Ε.

Με δεδομένες τις πιο πάνω τάσεις που ενόσω προχωρούμε στον 21ο αιώνα γίνονται ολοένα και πιο ισχυρές, για περιφερειακά κράτη όπως η Ελλάδα ο στρατηγικός της προσανατολισμός που τα καθιστά βιώσιμα είναι μονόδρομος:

α) Όχι μόνο αναπτύσσει όση αποτρεπτική απαιτεί η εθνική της ασφάλεια αλλά εάν δεχθεί επίθεση διαθέτει επαρκεί ισχύ να ακυρώσει την Τουρκία ως περιφερειακό δρώντα και τοποτηρητή της μιας ή άλλης μεγάλης δύναμης.

β) Αναπτύσσει συμμαχικές συναλλαγές με ορθολογισμό και μοναδικό κριτήριο τα εθνικά συμφέροντα, κάτι που απαιτεί μηδενικό συναισθηματισμό και μηδενικές ιδεολογικές επήρειες.

γ) Κύριο κράτος στρατηγικών και συνεννοήσεων είναι οι ΗΠΑ με τις οποίες όμως αφήνει πίσω το «πάρε τα όλα» και αλλάζει παράδειγμα κάνοντας συναλλαγές με όρους συμφερόντων.

δ) Όσον αφορά την ΕΕ πέραν της κατανόησης του γεγονότος ότι βρίσκεται σε μετάβαση 1) εκμεταλλεύεται στο έπακρο την ισότιμη συμμετοχή της ως κυρίαρχο κράτος 2) ακολουθεί πολιτικές σύγκλισης με άλλα ευρωπαϊκά κράτη όπως την Γαλλία και λέει όχι στα υπόγεια παιχνίδια της Γερμανίας μάλιστα ορθώνοντας άρνηση σε πιέσεις κάτι το οποίο η Γερμανία δεν μπορεί να αντέξει και 3) μετά και τις ομολογίες για τον λόγο που επιβλήθηκαν από τους τεχνοκράτες τα μνημόνια ζητά ανένδοτα και με όλα τα μέσα που διαθέτει όχι μόνο ακύρωσή τους αλλά και ακύρωσης των συνεπειών.

ε) Τέλος, εκτός από την αυτονόητη ακλόνητη εμμονή πλήρους εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου στο Αιγαίο, μια ριζικά νέα στρατηγική στο κυπριακό είναι μείζον ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Σε αντίθετη περίπτωση η Ελλάδα αυτοκαταστρέφεται χωρίς λόγο:

1) «Λύση» είναι μόνο η πλήρης αποκατάσταση της ΚΔ στην βάση της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας.

2) Ποτέ δεν καταλύεται η ΚΔ και αφού καλυφθεί πλήρως στρατηγικά από την Ελλάδα μένει «όσο χρειαστεί» αλύτρωτο το παράνομα κατεχόμενο.

3) Επίγνωση του γεγονότος ότι τυχόν Τουρκική επικυριαρχία με μη βιώσιμες διευθετήσεις γιγαντώνει γεωπολιτικά την Τουρκία και εκμηδενίζει γεωπολιτικά και στρατηγικά την Ελλάδα.

4) Η στρατηγική ομηρία εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων στην Κύπρο σημαίνει αβάστακτη στρατηγική παγίδευση της Ελλάδας.