Οι μηχανές του νέου Ψυχρού Πολέμου

Και το σημαίνον ερώτημα είναι αν τυχόν νίκη των Ρεπουμπλικανών θα έχει συνέπειες στον πόλεμο της Ουκρανίας.
Open Image Modal
wenjin chen via Getty Images

Με τις δημοσκοπήσεις να επιβεβαιώνουν όλο και περισσότερο το εκλογικό κύμα υπέρ των Ρεπουμπλικανών, η ώρα της δοκιμασίας για τον πρόεδρο Μπάιντεν πλησιάζει. Ακόμη κι αν οι Δημοκρατικοί κατορθώσουν με κάποιον τρόπο να συγκρατήσουν τις 50 έδρες τους στη Γερουσία, η ρεπουμπλικανική πλειοψηφία στην Κάτω Βουλή θα προξενήσει ομοβροντία κανονική εξεταστικών και προανακριτικών επιτροπών κατά του νυν ενοίκου του Λευκού Οίκου και της πολιτικής του, μη αποκλειομένης ακόμη και της παραπομπής του με το ερώτημα της καθαίρεσης. (Και ήδη υπάρχουν φωνές που τη ζητούν.) 

Θέματα υπάρχουν άφθονα: η μεταναστευτική πλημμυρίδα, η νίλα του Αφγανιστάν, το ρεκόρ στον πληθωρισμό και η ήδη αισθητή ύφεση, οι αποκαλύψεις για το «Russiagate», κυρίως όμως τα σκάνδαλα του υιού Μπάιντεν και η σύντονη προσπάθεια του βαθέος κράτους και των ΜΜΕ να τα αποσιωπήσουν.  

Το σημαίνον ερώτημα όμως είναι αν τυχόν νίκη των Ρεπουμπλικανών θα έχει συνέπειες στον πόλεμο της Ουκρανίας. Ότι ο πόλεμος αυτός ενδεχομένως δεν θα γινόταν καθόλου αν ο Τραμπ παρέμενε πρόεδρος, το εικάζουν σήμερα και παρατηρητές κάθε άλλο παρά τραμπικοί, όπως ο Νόαμ Τσόμσκυ και ο Νιλ Φέργκιουσον. Οι προειδοποιήσεις του ίδιου του Μπάιντεν ότι ένα ελεγχόμενο από τους Ρεπουμπλικανούς Κογκρέσσο θα έβαζε νερό στο κρασί της τυφλής κλιμάκωσης, αντικατοπτρίζουν την βαθύτατη ανησυχία του βαθέος κράτους, του ”διπλωματικού-κατασκοπικού συμπλέγματος”, για να παραφράσω τη διάσημη διατύπωση του Άικ, ότι θα χάσει από τα χέρια του το πηδάλιο με το οποίο κατευθύνει την εξωτερική πολιτική της Ουάσιγκτον. 

Για τον λόγο αυτόν, οι προσεχείς εβδομάδες ή μήνες ώς τον Ιανουάριο, που θα αναλάβουν οι νέοι βουλευτές και γερουσιαστές, είναι πολύ επικίνδυνοι. Μια δραματική όξυνση στην Ουκρανία θα έδενε τα χέρια της νέας πλειοψηφίας, ή του τμήματός της έστω που θέλει να κρατήσει ανοιχτό τον δίαυλο της επικοινωνίας με την Μόσχα. Και είναι ενδεχόμενο να εκβιαστεί με κάθε κόστος. 

Από την άλλη πλευρά, στο ανοιχτό μέτωπο προς την Κίνα αυτή τη στιγμή συμπίπτουν όλοι στην Ουάσιγκτον. Έχει μάλιστα πολύ ενδιαφέρον να δει κανείς πώς τα συστημικά ΜΜΕ της Δύσης καλύπτουν πλέον το ζήτημα. 

Ώς το καλοκαίρι του 2018, όταν κάποια από αυτά ανακάλυψαν αίφνης τους Ουιγούρους και τις διώξεις τους, η ειδησεογραφία ήταν αν όχι θετική, πάντως πολύ προσεκτική. Οι Κινέζοι ήλεγχαν την εικόνα τους με πολλούς τρόπους. Μέσω των επενδύσεών τους στη Δύση, μέσω των διαφημίσεων στον Τύπο, μέσω χορηγιών και εμπορικών συμφωνιών και, φυσικά, μέσω φίλα προσκείμενων πολιτικών, προσώπων και θεσμών, που κήρυτταν το ευαγγέλιο των ανοιχτών συνόρων και των αγαθών της παγκοσμιοποίησης. Όπως και εδώ σε μας μετά τον ερχομό της COSCO στον Πειραιά, τα κριτικά για την Κίνα κείμενα στον Τύπο του mainstream σπάνιζαν.  

Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο συμβάν. Όταν ο ιδιοκτήτης της ομάδας μπάσκετ των Μάβερικς του Ντάλλας επέκρινε προ ετών το καθεστώς για την ανελευθερία του, οι Κινέζοι διέκοψαν από τη μια στιγμή στην άλλη την κάλυψη των αγώνων του NBA και την –άκρως προσοδοφόρα για την αμερικανική λίγκα– συμφωνία και απαίτησαν από τους ιθύνοντες του σπορ δημόσια συγγνώμη. Την οποία εμμέσως έλαβαν, αν αναλογιστεί κανείς ότι ακόμη και ο σπουδαίος ΛεΜπρόν Τζέημς, καλαθοσφαιριστής γνωστός για τις παρεμβάσεις του υπέρ των μειονοτήτων, επέλεξε να τονίσει τα οικονομικά οφέλη της σινοαμερικανής σύμπραξης και δεν ακούστηκαν φωνές συμπαράστασης για τον Τεξανό παράγοντα.  

Ισχύει βεβαίως ότι ο Τραμπ και η κυβέρνησή του επέκριναν διαρκώς την Κίνα μετά το 2017. Όμως στα ΜΜΕ η εικόνα ήταν διαφορετική και τα δασμολογικά μέτρα, λ.χ., του Τραμπ συναντούσαν ισχυρότατες αντιστάσεις . Ακόμη και όταν ξεκίνησε η πανδημία, και έγινε προφανές ότι οι Κινέζοι αποσιωπούσαν την σοβαρότητά τη ή και ότι διέσπειραν παγκοσμίως τον κίνδυνο (ενώ είχαν διακόψει την αεροπορική σύνδεση Πεκίνου-Γιουχάν λ.χ., οι πτήσεις από τη Γουχάν προς την Ευρώπη συνεχίζονταν κανονικά),το μεγαλύτερο μέρος των ΜΜΕ αλλά και ο ίδιος ο Μπάιντεν, ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών και άλλοι Δυτικοί πολιτικοί (εδώ σε μας ο Άδωνις Γεωργιάδης), κατέβαλαν προσπάθειες να κρατούσουν το Πεκίνο στο απυρόβλητο.    

Γιατί είναι αξιοσημείωτα όλα αυτά; Διότι πλέον στα κατεστημένα δυτικά ΜΜΕ περίπου όλα τα δημοσιεύματα για την Κίνα είναι κατακεραυνωτικά. Η ευθυγράμμιση είναι πράγματι εντυπωσιακή. Ουσιαστικά, τα σχόλια συναγωνίζονται σε επιθετικότητα τα σχόλια κατά της Ρωσσίας ή του Ιράν, η Κίνα περιγράφεται ως τρομερή απειλή κατά του “ελεύθερου κόσμου”, ο Σι δαιμονοποιείται ως ανενδοίαστος δικτάτωρ κ.ο.κ. Και στον αντισινισμό πρωταγωνιστούν ενίοτε ονόματα έως πρότινος θεωρούμενα μετριοπαθή.  

Η γενική παρατήρηση είναι ότι οι μηχανές του νέου πολυμέτωπου Ψυχρού Πολέμου αυτή τη στιγμή δουλεύουν στο φουλ. Και ότι κατασκευάζουν μιαν αντίστοιχα ψυχροπολεμική, δηλαδή ασπρόμαυρη και μανιχαϊστική, εικόνα για την σύνθετη πραγματικότητα που μας περιβάλλει.