Προδημοσίευση: «Φλεγόμενα κορίτσια» της Σι Τζέι Τιούντορ

Μία μικρή πόλη κι ένα σκοτεινό παρελθόν που κινδυνεύει να αποκαλυφθεί.
Open Image Modal
Pawel Wewiorski via Getty Images

Το Τσάπελ Κροφτ είναι ένα γραφικό βρετανικό χωριό στην περιοχή του Σάσεξ. Η ζωή εκεί κυλάει ήρεμα, φαινομενικά, αλλά πίσω από τη βουκολική γαλήνη και τις τοπικές παραδόσεις κρύβεται μια κοινωνία καταπιεσμένη, διεστραμμένη, κλεισμένη στη σιωπή, με πολλά ένοχα μυστικά. Σ’ αυτό το περιβάλλον εγκαθίσταται, με δυσμενή μετάθεση, η ιερέας Τζακ Μπρουκς με την έφηβη κόρη της, τη Φλο.

Η Τζακ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ενορία της στο Νότιγχαμ έπειτα από ένα τραγικό συμβάν. Από την πρώτη στιγμή της έλευσής τους στο χωριό, μάνα και κόρη αντιμετωπίζουν παράξενες καταστάσεις, από ατυχήματα μέχρι απειλές για τη ζωή τους.

Το σκοτεινό παρελθόν της Τζακ έρχεται ξανά στο προσκήνιο, όταν η Τζακ πληροφορείται πως ο καταδικασμένος για τον φόνο του άντρα της αδερφός της, πρόκειται να αποφυλακιστεί. Πτώματα ξεθάβονται, άνθρωποι που θεωρούνταν εξαφανισμένοι αποδεικνύεται ότι έχουν δολοφονηθεί και το άγνωστο σκοτεινό παρελθόν της Τζακ κινδυνεύει να αποκαλυφθεί.

Open Image Modal

Η Σι Τζέι Τιούντορ, συγγραφέας των μπεστ σέλερ «Ο Άνθρωπος Κιμωλία» και «Η Αρπαγή της Άνι Θορν» μας ταξιδεύει με το τέταρτο βιβλίο της στο Τσάπελ Κροφτ. Μία μικρή κοινότητα στοιχειωμένη από θανάτους, εξαφανίσεις και σκοτεινά μυστικά. Αυτός είναι ο καμβάς πάνω στον οποίον πλέκει την ιστορία της, ένα ψυχολογικό θρίλερ παράλληλων αφηγήσεων (δύο κορίτσια που εξαφανίστηκαν πριν από τριάντα χρόνια χωρίς ίχνος, έξι προτεστάντες που κάηκαν στην πυρά πεντακόσια χρόνια πριν κι ένας ιερέας που αυτοκτόνησε μερικές εβδομάδες προτού η Τζακ και η κόρη της φτάσουν στο Τσάπελ Κροφτ), για το οποίο ο μετρ Στίβεν Κινγκ έγραψε: «Αν σας αρέσουν τα βιβλία μου, θα το λατρέψετε». 

Το νέο μυθιστόρημα της Βρετανίδας συγγραφέα με τίτλο «Φλεγόμενα Κορίτσια» (εκδόσεις Κλειδάριθμος, μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου) κυκλοφορεί στις 17 Νοεμβρίου

Η HuffPost προδημοσιεύει απόσπασμα

Η Τζόαν Χάρτμαν μένει σ’ ένα γραφικό ασπρισμένο σπιτάκι στο τέρμα ενός στενού αγροτικού δρόμου που χωράει ίσα ίσα ένα αυτοκίνητο. Ευτυχώς, διασταυρώνομαι μονάχα με μια οικογένεια φασιανών που αγριοκοιτάζουν το αυτοκίνητο με τα λαμπερά πορτοκαλί μάτια τους κι έπειτα συνεχίζουν σεινάμενοι και κουνάμενοι τον περίπατό τους προς τους θάμνους.

 

  «Τι τα ’χετε τα φτερά; Ο Θεός σας έδωσε φτερά!» μουρμουρίζω.

 

   Σταματάω έξω από το σπιτάκι και κατεβαίνω από το αμάξι μου κρατώντας το πανωφόρι της Τζόαν. Η εξώπορτα βρίσκεται στην πλαϊνή πλευρά του σπιτιού. Σπρώχνω την αυλόπορτα και διασχίζω ένα μονοπάτι περιστοιχισμένο από λούπινα και δεντρομολόχες. Συνήθως, οι ηλικιωμένοι ενορίτες μού ανοίγουν μετά το τρίτο δυνατό χτύπημα. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, η πόρτα ανοίγει προτού προλάβω να σηκώσω το χέρι.

 

  Η Τζόαν Χάρτμαν με κοιτάζει μισοκλείνοντας δυο μάτια θολά από τον καταρράκτη. Είναι κοντούλα, γύρω στο ένα πενήντα, με αραιά κατάλευκα μαλλιά, φοράει μοβ φουστάνι και στηρίζεται σε μπαστούνι.

  «Χαίρετε», λέω και, για να φρεσκάρω τη μνήμη της, προσθέτω: «Είμαι η…»

  «Το ξέρω», μου λέει. «Ήλπιζα ότι θα ερχόσουν.»

  Κάνει μεταβολή και κατευθύνεται προς το βάθος του σπιτιού.

  Το εκλαμβάνω ως πρόσκληση για να περάσω μέσα. Την ακολουθώ κλείνοντας την πόρτα πίσω μου.

   Μέσα, το σπίτι είναι σκοτεινό και ευχάριστα δροσερό. Έχει μικρά παράθυρα χωρισμένα σε τετραγωνάκια και χοντρούς πέτρινους τοίχους. Η εξώπορτα οδηγεί κατευθείαν στην κουζίνα. Το κεφάλι μου αγγίζει τα χαμηλά και πετσικαρισμένα δοκάρια της οροφής. Το πάτωμα είναι στρωμένο με πλακάκια από τερακότα. Διακρίνω μια παλιά ηλεκτρική κουζίνα κι ένα μαδημένο καλάθι όπου κοιμάται η απαραίτητη γάτα.

   Η Τζόαν διασχίζει την κουζίνα σέρνοντας τα βήματά της και κατεβαίνει το σκαλοπάτι που οδηγεί στο σαλόνι. Ο χώρος είναι εξίσου χαμηλοτάβανος, καταλαμβάνει όλο το πλάτος της πίσω πλευράς του σπιτιού, με τις μπαλκονόπορτες να οδηγούν έξω στον κήπο. Ο ένας τοίχος καλύπτεται από πάνω ως κάτω από μια βιβλιοθήκη ασφυκτικά γεμάτη με φθαρμένους τόμους. Τα μοναδικά έπιπλα, εκτός από τη βιβλιοθήκη, είναι ένας βουλιαγμένος καναπές, μια καρέκλα με ψηλή ράχη κι ένα μακρουλό χαμηλό τραπεζάκι ανάμεσά τους. Πάνω στο τραπεζάκι είναι αφημένο ένα μπουκάλι σέρι και δύο ποτήρια. Όχι ένα, δύο.

  Ήλπιζα ότι θα ερχόσουν.

  Η Τζόαν κάθεται στην καρέκλα με την ψηλή ράχη. Κοντοστέκομαι αμήχανα, εξακολουθώντας να κρατάω το πανωφόρι.

«Με συγχωρείς για την ενόχληση, αλλά ξέχασες αυτό στην εκκλησία.»

«Σ’ ευχαριστώ, καλή μου. Άφησέ το όπου να ’ναι. Θα μου κάνεις τη χάρη να μου σερβίρεις ένα σέρι; Βάλε και σ’ εσένα.»

«Καλοσύνη σου, αλλά οδηγώ.»

Γεμίζω το ποτήρι της Τζόαν και της το προσφέρω.

«Κάθισε», λέει δείχνοντας τον βουλιαγμένο καναπέ.

Κοιτάζω το μαλακό βελούδο. Παρόλο που είμαι σίγουρη ότι, αν καθίσω, δεν θα καταφέρω να ξανασηκωθώ, κάθομαι στον καναπέ. Τα γόνατά μου φτάνουν στο πιγούνι.

Η Τζόαν ρουφάει μια γουλιά σέρι. «Πώς σου φαίνονται λοιπόν τα μέρη μας;»

«Ε, μια χαρά. Όλοι με υποδέχτηκαν με εγκαρδιότητα.»

«Ήρθες από το Νότιγχαμ;»

«Ακριβώς.»

«Θα πρέπει να είναι μεγάλη αλλαγή.»

Ο καταρράκτης δεν κρύβει το ανακριτικό βλέμμα της. Αλλάζω γνώμη σχετικά με το σέρι. Σκύβω μπροστά –με δυσκολία– και σερβίρω λίγο στο ποτήρι μου.

«Είμαι βέβαιη ότι θα συνηθίσω.»

«Σου μίλησαν για τον αιδεσιμότατο Φλέτσερ;»

«Ναι. Είναι πολύ λυπηρό.»

«Ήταν φίλος μου.»

«Λυπάμαι πολύ.»

Γνέφει καταφατικά. «Πώς σου φαίνεται η εκκλησία;»

«Είναι πολύ διαφορετική από την προηγούμενη ενορία μου», λέω διστακτικά.

«Έχει παλιά ιστορία.»

«Όπως οι περισσότεροι παλιοί ναοί.»

«Έχεις ακούσει για τους Μάρτυρες του Σάσεξ;»

«Έχω διαβάσει σχετικά.»

Η Τζόαν συνεχίζει απτόητη: «Έξι προτεστάντες, άντρες και γυναίκες, μαρτύρησαν στην πυρά. Δύο κοριτσάκια, η Άμπιγκεϊλ και η Μάγκι, κρύφτηκαν μέσα στον ναό. Όμως κάποιος τις πρόδωσε. Τις έπιασαν και τις σκότωσαν ακριβώς έξω από την εκκλησία, αφού πρώτα τις βασάνισαν.»

«Τι τραγική ιστορία!»

«Έχεις δει τις κούκλες από κλαδιά δίπλα στο μνημείο;»

«Ναι. Τις φτιάχνουν οι ντόπιοι για να τιμήσουν τους μάρτυρες.»

Τα μάτια της λάμπουν. «Όχι ακριβώς. Η ιστορία λέει ότι τα φαντάσματα της Άμπιγκεϊλ και της Μάγκι στοιχειώνουν το παρεκκλήσι και εμφανίζονται σε όσους κινδυνεύουν. Όποιος αντικρίσει τα φλεγόμενα κορίτσια, κάτι κακό θα του συμβεί. Γι’ αυτό οι χωρικοί έφτιαχναν αρχικά τις κούκλες. Πίστευαν ότι έτσι θα έδιωχναν τα εκδικητικά πνεύματα των κοριτσιών.»

Ανακάθομαι αμήχανα στο μαλακό κάθισμα. Η πλάτη μου έχει αρχίσει να ιδρώνει.

«Κάθε εκκλησία έχει ανάγκη από μια καλή ιστορία με φαντάσματα.»

«Δεν πιστεύεις στα φαντάσματα;»

Θυμάμαι τη μορφή που νόμισα πως είδα. Τη μυρωδιά του καμένου.

Ήταν μονάχα ένα παλτό. Ήταν μονάχα η φαντασία μου.

Κουνάω το κεφάλι με σιγουριά. «Όχι. Κι έχω περάσει μεγάλο μέρος της ζωής μου σε κοιμητήρια.»

Η Τζόαν γελάει σιγανά. «Η ιστορία αυτή είχε γοητεύσει τον αιδεσιμότατο Φλέτσερ. Είχε αρχίσει να ερευνά την ιστορία του χωριού. Κάπως έτσι άρχισε να ενδιαφέρεται για τα άλλα κορίτσια.»

«Ποια άλλα κορίτσια;»

«Αυτά που εξαφανίστηκαν.»

«Ορίστε;» Την κοιτάζω επίμονα, σαστισμένη από τον καταιγισμό των ερωτήσεων και τις ξαφνικές αλλαγές στην κουβέντα της.

«Η Μέρι και η Τζόι», συνεχίζει. «Δεκαπέντε ετών. Επιστήθιες φίλες. Εξαφανίστηκαν χωρίς να αφήσουν κανένα ίχνος, πριν από τριάντα χρόνια. Η αστυνομία αποφάνθηκε ότι το έσκασαν. Ορισμένοι διατηρούσαν τις αμφιβολίες τους, όμως τα κορίτσια δεν βρέθηκαν ποτέ, επομένως δεν έχει αποδειχτεί τίποτα.»

Ο ιδρώτας έχει αρχίσει να τρέχει στην πλάτη μου. «Δεν θυμάμαι την υπόθεση.»

Η Τζόαν γέρνει το κεφάλι στο πλάι σαν πουλί. «Μα εσύ θα ήσουν πολύ μικρή τότε. Εκείνα τα χρόνια δεν μεταδίδονταν ειδήσεις όλο το εικοσιτετράωρο, ούτε υπήρχαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.» Χαμογελάει λυπημένα. «Ο κόσμος ξεχνάει.»

«Όμως εσύ όχι;»

«Όχι, δεν ξεχνάω. Για την ακρίβεια, θα πρέπει να είμαι από τους τελευταίους ανθρώπους που θυμούνται τα γεγονότα. Η μητέρα της Τζόι, η Ντορίν, πάσχει από άνοια. Η μητέρα και ο αδερφός της Μέρι εξαφανίστηκαν. Έφυγαν, χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους.»

«Σίγουρα η θλίψη ωθεί τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται παράξενα.»

Ακουμπάω στο τραπέζι το ποτήρι του σέρι. Το έχω αδειάσει. Ώρα να πηγαίνω.

«Ευχαριστώ πολύ για το ποτό, Τζόαν, αλλά πρέπει να επιστρέψω στην κόρη μου.»

Καταβάλλω προσπάθεια να σηκωθώ από τον καναπέ.

«Δεν θέλεις να μάθεις για τον αιδεσιμότατο Φλέτσερ;»

«Ίσως κάποια άλλη…»

«Πίστευε ότι ήξερε τι συνέβη στη Μέρι και στην Τζόι.» Καθώς είμαι διπλωμένη στα δύο, μαρμαρώνω. «Αλήθεια;

Και τι συνέβη;»

«Δεν ήθελε να μου πει. Μα ό,τι κι αν ήταν, τον είχε ταράξει.»

«Πιστεύεις ότι αυτό τον οδήγησε στην αυτοκτονία;»

«Όχι.» Τα θολά μάτια της αστράφτουν και αντιλαμβάνομαι δύο πράγματα: ότι η Τζόαν δεν άφησε κατά λάθος το παλτό της στην εκκλησία και ότι διατρέχω μεγαλύτερο κίνδυνο απ’ όσο είχα φανταστεί.

«Πιστεύω ότι γι’ αυτό τον σκότωσαν.»

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα  

Η Σι Τζέι Τιούντορ γεννήθηκε στο Σόλσμπερι και μεγάλωσε στο Νότινχαμ, όπου ζει με τον σύντροφό της και τη μικρή τους κόρη. Παράτησε το σχολείο στα δεκαέξι και καταπιάστηκε με διάφορες δουλειές.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 βρέθηκε να δουλεύει ως παρουσιάστρια της κινηματογραφικής εκπομπής Moviewatch στο βρετανικό Channel 4.

Το πρώτο της βιβλίο «Ο άνθρωπος Κιμωλία», έλαβε το βραβείο Dead Good και ήταν υποψήφιο για το CWA Dagger, ενώ μεταφράστηκε σε περισσότερες από 40 χώρες και εξασφάλισε τηλεοπτικά δικαιώματα.