Το 2023 ήταν η χειρότερη χρονιά των τραπεζών από την κρίση του 2008

Αμερικανικές και Ευρωπαικές τράπεζες κατέρρευσαν με τις ρυθμιστικές αρχές να διαπιστώνουν ότι το τείχος προστασίας είναι σαν «ελβετικό τυρί».
Open Image Modal
VIEW press via Getty Images

Το 2023 ήταν μια δύσκολη χρονιά για τις τράπεζες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Ήταν η πρώτη χρονιά μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, που τραπεζικοί κολοσσοί σε ΗΠΑ και Ευρώπη χρεοκόπησαν ή οδηγήθηκαν σε εξαγορά εν μία νυκτί, για να αποφευχθεί μια νέα τραπεζική καταστροφή.

Το 2023, όπως όλα δείχνουν θα μείνει στην «ιστορία» ως η χρονιά με τις μεγαλύτερες χρεοκοπίες τραπεζών, τα τελευταία 15 σχεδόν χρόνια.

Το πρώτο εξάμηνο, αμερικανικές περιφερειακές τράπεζες όπως οι Silvergate, Silicon Valley Bank, Signature bank και First Republic κατέρρευσαν, καθώς τα αυξανόμενα επιτόκια μείωσαν την αξία των περιουσιακών στοιχείων τους, προκαλώντας απώλειες 684 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην αμερικανική τραπεζική αγορά.

Εκατομμύρια δολάρια έκαναν φτερά σε λίγες ημέρες και μεταφέρθηκαν σε πιο αξιόπιστους ανταγωνιστές τους, καθώς οι καταθέτες φοβήθηκαν ότι θα έχαναν τα χρήματα τους ενώ οι οίκοι αξιολόγησης, υποβάθμισαν αρκετές από τις τράπεζες, με την υποσημείωση ότι «δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη στους πελάτες τους».

Στην Ευρώπη, ηχηρή ήταν η πτώση του ελβετικού κολοσσού Credit Suisse, που αποκάλυψε ότι το τείχος προστασίας που έχουν ορθώσει οι ρυθμιστικές αρχές είναι σας «ελβετικό τυρί». 

Πώς η JP Morgan κέρδισε το στοίχημα

Ωφελημένοι από την τραπεζική τρικυμία, βγήκαν οι τραπεζικοί κολοσσοί με την JP Morgan να καταγράφει το μεγαλύτερο ετήσιο κέρδος στην ιστορία των Αμερικανικών τραπεζών.

Open Image Modal
Οι CEO της Wells Fargo, Bank of America, JPMorgan, Citigroup, Goldman Sachs και Morgan Stanley.
Tom Williams via Getty Images

Περισσότερα από 50 δισεκατομμύρια δολάρια μπήκαν στα ταμεία της, με τα στελέχη της να βλέπουν τα καθαρά έσοδα από τόκους – τη διαφορά μεταξύ του τι κερδίζει μια τράπεζα από τα δάνεια και αυτών που πληρώνει στους αποταμιευτές – να τετραπλασιάζονται και να δημιουργούν «υπερκέρδος».

Από τους πρώτους εννέα μήνες, η τράπεζα διένυε την δεύτερη καλύτερη χρονιά στην ιστορία της, με τους αναλυτές να εκτιμούν ότι η χρονιά θα κλείσει με το ετήσιο καθαρό εισόδημά της 36% υψηλότερο από πέρυσι, όταν τα συνδυασμένα κέρδη των πέντε μεγαλύτερων αμερικανικών τραπεζών αυξήθηκαν μόλις 1%.

Η μετοχή της JP Morgan εκτινάχθηκε σε επίπεδα ρεκόρ, κερδίζοντας 26% το 2023, ξεπερνώντας κάθε σημαντικό ανταγωνιστή της.

Καθοριστικό ρόλο στην επικράτησή της έπαιξε το γεγονός ότι η JPMorgan έσπευσε να εξαγοράσει την First Republic όταν κατέρρευσε, μια τακτική που είχε εφαρμόσει και στην κρίση του 2008.

Τότε που το «μεγάλο αφεντικό» της JP Morgan, Dimon εξαγόρασε τη Bear Stearns και την Washington Mutual, προσθέτοντας ένα βουνό περιουσιακών στοιχείων, ίσο σε μέγεθος με την Wells Fargo & Co., η οποία είναι η τέταρτη μεγαλύτερη τράπεζα των ΗΠΑ.

Οι επιτυχημένες επιλογές του Dimon έχουν αναγνωριστεί ακόμη και από τους σκληρούς του αντιπάλους, με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Morgan Stanley, James Gorman, να τον επαινεί πρόσφατα ως το καλύτερο τραπεζικό στέλεχος στον κόσμο.

Η πτώση της Credit Suisse

Στην Ευρώπη, η κατάρρευση του ιστορικού ελβετικού κολοσσού Credit Suisse, προκάλεσε πανικό σε παγκόσμιο επίπεδο καθώς υπήρχε ο κίνδυνος ενός μεγάλου τραπεζικού ντόμινου. Οι ρυθμιστικές αρχές διαπίστωναν παράλληλα, ότι το τείχος προστασίας που είχαν δημιουργήσει το 2008 στις τράπεζες, δεν ήταν πολύ σταθερό.

Open Image Modal
Arnd Wiegmann via Getty Images

Η ελβετική κυβέρνηση ενέκρινε με διαδικασίες fast truck την εξαγορά της τράπεζας από την ανταγωνιστικής της UBS, δημιουργώντας πολιτικό τσουνάμι λόγω της στήριξης που παρείχε με οικονομικές εγγυήσεις 120 δισεκ δολαρίων.

Το αποτέλεσμα, ήταν η UBS να μετατραπεί σε παγκόσμιο γίγαντα με ισολογισμό 1,6 τρισεκατομμυρίων δολαρίων και το ελβετικό τραπεζικό σύστημα να δεχθεί μεγάλο πλήγμα καθώς οι μέτοχοι της Credit «πλήρωσαν την νύφη».

Η κατάρρευση ενός μύθου

Το 2023, εκτός από τις δεκάδες τράπεζες, κατέρρευσε κι ένας «αστικός μύθος» που ήθελε τους τραπεζικούς κολοσσούς να μην χρεοκοπούν ποτέ.

«Στην πραγματικότητα δεν ξέρω πια τι σημαίνει «πολύ μεγάλος για να αποτύχει»», διερωτάται η Sandy Pierce, η οποία διετέλεσε ανώτατο στέλεχος της Huntington Bancshares Inc. για 45 χρόνια συμπεριλαμβανομένων τριών δεκαετιών στην JP Morgan. 

Εκτός από τις τράπεζες που χρεοκόπησαν, υπήρξαν κι αυτές που βρέθηκαν σε δεινή θέση.

Η Bank of America είναι αντιμέτωπη με ένα βουνό ζημιών σε περιουσιακά στοιχεία χαμηλού επιτοκίου που μπορεί να επιβαρύνουν τα κέρδη της για τα επόμενα χρόνια, ενώ η Citigroup και η Wells Fargo & Co. αναγκάστηκαν να ενισχύσουν τους εσωτερικούς ελέγχους τους για να αντιμετωπίσουν τις ανησυχίες των ρυθμιστικών αρχών για την φερεγγυότητα τους. 

Κι ενώ οι μικρότερες τράπεζες βλέπουν τα καθαρά τους έσοδα να περιορίζονται και το χάσμα με τους γίγαντες της βιομηχανίας να επεκτείνεται, ο τραπεζικός κλάδος βάλλεται από δικαστικές έρευνες για σκάνδαλα και παρατυπίες που απειλούν την δύναμή του.

Σκάνδαλα και δικαστικές περιπέτειες

Η Citigroup ήταν η μεγαλύτερη τράπεζα στις ΗΠΑ μέχρι την οικονομική κρίση, όταν κατέληξε να στηρίζεται στο κρατικό πακέτο διάσωσης ενώ η Wells Fargo, ήταν η πιο πολύτιμη τράπεζα στις ΗΠΑ μέχρι το 2016, όταν μια σειρά σκανδάλων την έβαλε στο στόχαστρο των ρυθμιστικών αρχών.

Στην Ευρώπη, η γερμανική Deutsche Bank, βρέθηκε στο στόχαστρο εισαγγελέων και της οικονομικής ρυθμιστικής αρχής BaFin, με την τράπεζα να συνδέεται με  νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Τον Ιούνιο, οι Αμερικανικές ρυθμιστικές αρχές της επέβαλαν πρόστιμο 186 εκατ. δολάρια με την κατηγορία ότι κινήθηκε πολύ αργά για να ελέγξει το ξέπλυμα χρήματος για το οποίο είχε καταδικαστεί το 2015 και το 2017. 

Η γαλλική Credit Agricole αναγκάστηκε να πληρώσει πρόστιμο 787 εκατ. δολάρια στις αμερικανικές αρχές, για να σταματήσει έρευνα σχετικά με χρήματα που κατηγορείται πως μετέφερε παράνομα μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος των ΗΠΑ, παραβιάζοντας τις κυρώσεις κατά του Ιράν, του Σουδάν, της Μιανμάρ και της Κούβας από το 2003 έως το 2008.

Παρόμοιες δικαστικές περιπέτειες έχει και η JPMorgan καθώς εντοπίστηκαν μελανά σημεία στα αρχεία της. Το Δεκέμβριο, η JPMorgan έχασε μια προσφυγή στο δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που της επιδίκασε πρόστιμο 337,2 εκατομμυρίων ευρώ για νοθεία του δείκτη αναφοράς Euribor.

Τον περασμένο μήνα, ένας δικαστής ενέκρινε τον διακανονισμό 290 εκατομμυρίων δολαρίων της JPMorgan με τα θύματα του Jeffrey Epstein. Αυτή ήταν μία από τις δύο συμφωνίες που κατέληξε η εταιρεία φέτος για να επιλύσει τους ισχυρισμούς ότι αγνόησε την καταδίκη του για σεξουαλικά εγκλήματα συνεχίζοντας να παρέχει οικονομικές υπηρεσίες.

(με πληροφορίες από Bloomberg, Reuters, New York Times)