Σχετικά με το πείραμα της Δημοτικής και μονοτονικού. Καιρός να το ξανασκεφτούμε. Δεν είναι ντροπή ένα αποτυχημένο πείραμα... μου συμβαίνει τακτικότατα στο εργαστήριο!
Open Image Modal
.
EUROKINISSI/ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΣΩΤΗΡΗΣ

Προσφάτως είδαμε εκπαιδευτικούς να περιφέρουν πανό, στο οποίο είχαν μπερδέψει την προστακτική «απόσυρε» με τον αόριστο/παρατατικό «απέσυρε». Μου θύμισε το «απέκρουση!» που φωνάζαμε παιδιά όταν παίζαμε μπάλα. Δεν ξέρω αν ήταν το σφάλμα αυτό καθαυτό, ή το ότι διεπράχθη από εκπαιδευτικούς, όμως όσοι το σχολίασαν ήταν σαν να έπεσαν από τα σύννεφα. Εγώ διέκρινα συνομηλίκους μου και αναγνώρισα με μεγάλη οικειότητα την γλωσσική αναπηρία της γενιάς μου.

Στην Γ’ Λυκείου, ως τελειόφοιτος της Α’ Δέσμης, συνειδητοποιώντας πόσο τα μαθηματικά που διδασκόμουν άλλαζαν τις νοητικές μου διεργασίες, είχα φτάσει να αναρωτιέμαι: «Πώς ζούσα προτού μάθω παραγώγιση και ολοκλήρωση;». Το ίδιο περίπου συναίσθημα θυμάμαι και από την, έστω και όψιμη και σύντομη, διδασκαλία των Αρχαίων ελληνικών.

“Μείζον πρόβλημα της Δημοτικής είναι πολύ συχνά η ασάφεια.”

Σκαρφαλώνοντας ένα βουνό, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος που μας περιμένει να εξερευνήσουμε, και όσο μαθαίνουμε τόσο συναισθανόμαστε την έκταση της άγνοιάς μας. Ως τέκνο της μεταπολιτευτικής εκπαίδευσης, είχα μεγαλώσει μαθαίνοντας Δημοτική και γράφοντας στο μονοτονικό. Διδασκόμενος, έστω και εν συντομία, κάποια στοιχεία Αρχαίων ελληνικών ένιωσα να ανοίγει ένας τεράστιος κόσμος μπροστά μου. Είναι αντιφατικό, αλλά όσο αισθάνθηκα μικρός στις γνώσεις μου, άλλο τόσο η Δημοτική που ήδη μιλούσα ξαφνικά έγινε υπερβολικά στενή για να εκφράζω κάποιες σκέψεις και έννοιες. Έκτοτε, κουτσά-στραβά και αυτοδίδακτος, πάλευα με αυτούς τους ασφυκτικούς γλωσσικούς περιορισμούς.

Προβλήματα Δημοτικής (για δυνατούς λύτες)

Πολύ προσφάτως έπεσε στα χέρια μου ένα ανώνυμο βιβλιαράκι που προέβαλλε σημεία στα οποία η διδασκαλία και η χρήση της Δημοτικής είναι εξαιρετικώς προβληματική, και κωδικοποιούσε σκόρπιους προβληματισμούς που μου είχαν δημιουργηθεί κατά καιρούς.

Πράγματι, οι κανόνες και εξαιρέσεις της Δημοτικής προκαλούν ζάλη: π.χ., αντί των δύο άρθρων αιτιατικής της Αρχαίας (τον, την) έχουμε τέσσερα στην Δημοτική (το, τον, τη, την), και επιπλέον κανόνες να μας λένε πότε μπαίνει το «ν», αναλόγως με το πρώτο γράμμα της επόμενης λέξης.

Αντί να εφαρμόζεται χωρίς εξαίρεση η αύξηση παρατατικού και αορίστου, πρέπει να θυμόμαστε επιπλέον κανόνες για το πότε εφαρμόζεται: Τονίζεται; Είναι εσωτερική; Σε ποιο πρόσωπο, αριθμό και φωνή αντιστοιχεί; Ο Τζάρτζανος εξηγεί τους κανόνες αύξησης των Αρχαίων σε δύο μόλις σελίδες (98 και 100-101), ενώ ο Τριανταφυλλίδης χρειάζεται παρόμοιο χώρο (σελ. 320-322) για να παραθέσει μια μακροσκελή (και ατελή) σειρά εξαιρέσεων των αντιστοίχων κανόνων της Δημοτικής, τους οποίους ειλικρινώς (ή ειλικρινά;) αδυνατώ να συγκρατήσω.

Για να μπορούμε να συνεχίσουμε να λέμε εφαπτομένη ευθεία και ταυτοχρόνως προστατευόμενη μάρτυς, αλλά χωρίς να κάνουμε λόγο για μακρά λήγουσα (θου Κύριε!), πρέπει να θυμόμαστε άλλον έναν κανόνα για ουσιαστικοποιημένες μετοχές (σελ. 375).

Όλη η γραμματική του Τζαρτζάνου είναι μόλις 200 σελίδες, ενώ του Τριανταφυλλίδη ξεπερνά τις 440!

Και έστω ότι αποστηθίσαμε τους κανόνες και ότι αντί για επετέθην θα πούμε επιτέθηκα. Στο παρατατικό θα πούμε επετιθέμην ή επιτιθιόμουν (ή επιτιθιόμουνα); Για το εκλέγω τι θα πούμε; Έκλεξα ή εξέλεξα; Έκλεγα ή εξέλεγα; Αν η πρώτη απόδοση φαίνεται αρχαιοπρεπής, η δεύτερη τραυματίζει τα αυτιά ακόμη και ενός αγνού τέκνου του Δημοτικισμού. Ίσως η αισθητική είναι υποκειμενική και θέμα συνήθειας, αλλά δεν είναι ασήμαντη. Όντως λέμε ακόμα συνεβλήθη και όχι συμβλήθηκε, αν και το επιβλήθηκε έχει καταστεί πιο «εύπεπτο». Αλλά αν το ραδιόφωνο παίζει ένα τραγούδι σε λούπα, πρέπει οπωσδήποτε να μας αρέσει;

Συμφωνώ ότι η πολυτυπία της Δημοτικής εκτός από πρόβλημα είναι και πλούτος: άλλη έννοια παίρνει το έμπλεξα, άλλη το «ταυτόσημο» ενέπλεξα. Πολυτυπία υπάρχει και στα συνηρημένα της Αρχαίας: άλλη αίσθηση δίνει το αγαπώ, άλλη το αγαπάω. Το ορώ έχει παραδοθεί με πολλούς τύπους (ὄρημι/ὁρῶ/ὁράω/ὁρόω/ὁρέω), ενώ το Ευαγγελικό: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς˙ οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λούκ. 23,34), δεν θα ήταν σωστό στην Αττική διάλεκτο (θα ήταν ἴσασι). 

“Θυμάμαι ακόμα ατάκα φίλης φιλολόγου σε διένεξη με ταξιδιωτικό πράκτορα: «Εψεύσθητε δις, κύριε Πολυχρονόπουλε»! Θα μπορούσε να πει «είπατε ψέμματα δυο φορές», αλλά πρέπει να ομολογήσουμε ότι η λακωνικότητα έχει την δική της ισχύ.”

Μείζον πρόβλημα της Δημοτικής είναι πολύ συχνά η ασάφεια. Τι σημαίνει το καλά; Είναι επίθετο, ή το επίρρημα καλώς; Το έκανα είναι παρατατικός (εποίουν/ποιούσα) ή αόριστος (εποίησα/ποίησα); Γιατί λέμε γράφανε (Τριανταφυλλίδης σελ. 319), αλλά λέμε έδεναν (σελ. 326); Πώς θα εξηγούσα την Δημοτική σε έναν ξένο, με τόσες εξαιρέσεις;

Αλλά και η διατύπωση ορισμένων εννοιών γίνεται προβληματική. Διαμαρτυρόταν ο Κ. Καστοριάδης ότι δεν μπορείς να κάνεις φιλοσοφία χωρίς απαρέμφατο, και να που το ακρωτηριάζουμε στην γλώσσα του Πλάτωνα! Αλλά και οι ενεργητικές μετοχές (π.χ. τρέχων-τρέχουσα-τρέχον) κατά τον Τριανταφυλίδη διαγράφονται (σελ. 373-376), και αντικαθίστανται από έναν τύπο (τρέχοντας) που αντιστοιχεί στο γερούνδιο. Όχι ότι η εισαγωγή ενός νέου γλωσσικού τύπου είναι προς αποφυγήν, αλλά πώς θα εκφράσουμε έννοιες όπως το τρέχον έτος, ο πάσχων οργανισμός, η φέρουσα κατασκευή, η ανιούσα αορτή αν λογοκρίνουμε τις ενεργητικές μετοχές; Αν η «αναλυτικότερη σύνταξη», δηλαδή το έτος που τρέχει, ο οργανισμός που πάσχει, κλπ, είναι η «ορθόδοξη» απάντηση της Δημοτικής, τότε η «Αρχαία» παρουσιάζει μια ελκυστική οικονομία λέξεων. Θυμάμαι ακόμα ατάκα φίλης φιλολόγου σε διένεξη με ταξιδιωτικό πράκτορα: «Εψεύσθητε δις, κύριε Πολυχρονόπουλε»! Θα μπορούσε να πει «είπατε ψέμματα δυο φορές», αλλά πρέπει να ομολογήσουμε ότι η λακωνικότητα έχει την δική της ισχύ.

“Εντατική γλωσσική εξάσκηση σε μικρή ηλικία δίνει περισσότερες προοπτικές υψηλών επιδόσεων στην ενηλικίωση, όπως ακριβώς χτίζεται και το κορμί του πρωταθλητή από τα παιδικά χρόνια.”

Έστω και για να μιλήσουμε την Δημοτική πρέπει να αναφερόμαστε στην Αρχαία, έστω και υπορρήτως. Αν ο άνθρωπος γίνεται του ανθρώπου στην γενική, πώς το δικαιολογούμε αν δεν μιλήσουμε για μακρά λήγουσα; Αν λέμε εφαρμόζω και όχι επαρμόζω, πώς το ερμηνεύουμε χωρίς να εξηγήσουμε ότι η λέξη ἁρμός δασύνεται; Πώς εξηγούμε τις λέξεις τετελεσμένα και δεδομένα χωρίς να αναφερθούμε στον αναδιπλασιασμό;

Η όλη σύγκριση μου θυμίζει τις ασκήσεις μαθηματικών της Γ’ Λυκείου (το μακρινό 1993-94), τις οποίες οι τεταρτοδεσμίτες δένονταν σε κόμπους να λύσουν χωρίς παραγώγους, και τις οποίες οι πρωτοδεσμίτες λύναμε σε δυο γραμμές.

Ας ξεκαθαρίσω ότι δεν είμαι γλωσσολόγος, φιλόλογος, λογοτέχνης, ή εκπαιδευτικός. Πλήρεις απαντήσεις δεν διαθέτω. Γράφω ως το εξάχρονο παιδί που ξεκίνησε το 1982 να μαθαίνει την Δημοτική σε μονοτονικό. Αν η καθιέρωση της Δημοτικής επί Γ. Ράλλη (1976) και του μονοτονικού επί Λ. Βερυβάκη (1982) είχαν ως σκοπό την απλοποίηση της διδασκαλίας και την διευθέτηση των αντιφάσεων καθαρεύουσας-Δημοτικής, το πείραμα είναι, επιεικώς, εν εξελίξει. Μιλώντας για λογαριασμό μου, διανύοντας την πέμπτη δεκαετία της ζωής μου αισθάνομαι ελλιπής ως προς την εκπαίδευση που έλαβα, ημιμαθής και αβέβαιος. 

“Ένα σφαιρικά γυμνασμένο γλωσσικό όργανο, που πατάει στέρεα στην Αρχαία, ίσως καταφέρει να διορθώσει τις ασυνέπειες της Δημοτικής με οργανικό τρόπο, και όχι τεχνητό και κακόηχο.”

Προφανώς, δεν θα λύσω σε λίγες γραμμές το γλωσσικό μας πρόβλημα, απλώς θα αναδείξω ότι αν αυτό θεωρείται λυμένο, είναι διότι: (α) έχει περιορισθεί δραστικά το τι θεωρείται λύση, και (β) διότι έχει γίνει μια τραγική σύγχυση μεταξύ επιλογής επίσημης γλώσσας και διδασκαλίας των παλαιών μορφών. 

Γλωσσική γυμναστική

Γλωσσολόγοι όπως ο Νόαμ Τσόμσκι και οι Anderson & Lightfoot διατύπωσαν την υπόθεση ότι η γλώσσα (language, εδώ με μικρό «γ») είναι ένα γενετικώς κληρονομούμενο όργανο, όπως τα χέρια και τα πόδια. Αν αυτό ισχύει, η εκμάθηση μιας συγκεκριμένης Γλώσσας (με κεφαλαίο «γ») αντιστοιχεί με την εκγύμναση του γλωσσικού οργάνου σε κάποιο συγκεκριμένο άθλημα. Μαθαίνοντας ελληνικά, ή γαλλικά, αναπτύσσουμε διαφορετικά το γλωσσικό μας όργανο, όπως αναπτύσσουν διαφορετικά τα σώματά τους οι γυμναστές και οι μαραθωνοδρόμοι. Επιπλέον, ο Lenneberg διατύπωσε την Υπόθεση της Κρίσιμης Περιόδου, κατά την οποία το όργανο αυτό καλλιεργείται καλύτερα σε μικρότερες ηλικίες, όπως διαπιστώνουμε όσοι προσπαθούμε να μάθουμε ξένες γλώσσες ως ενήλικες. Σε ακραίες περιπτώσεις, όπως της μικρής Genie, όταν η γλώσσα δεν διδαχθεί καθόλου στην παιδική ηλικία, η εκμάθηση Γραμματικής καθίσταται αδύνατη: ελλείψει εκγύμνασης, το γλωσσικό όργανο ατονεί όπως οι αδρανείς μύες, ή όπως απασβεστοποιούνται τα οστά των αστροναυτών σε μηδενική βαρύτητα. Εντατική γλωσσική εξάσκηση σε μικρή ηλικία δίνει περισσότερες προοπτικές υψηλών επιδόσεων στην ενηλικίωση, όπως ακριβώς χτίζεται και το κορμί του πρωταθλητή από τα παιδικά χρόνια. 

“Ως Έλληνες, είμαστε στην προνομιακή θέση να κατανοούμε από το πρωτότυπο ότι το «ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμών”

Θα μπορούσαμε να εικάσουμε ότι αυτή η γραμματική (και λεξιλογική) γυμναστική, είναι απαραίτητη για μια ευρεία υφολογική ανάπτυξη της γλώσσας. Όπως το τρέξιμο, ο χορός και η άρση βαρών χαρακτηρίζονται από ξεχωριστή κινησιολογία και απαιτούν εκγύμναση διαφορετικών μυικών ομάδων, έτσι και η γλώσσα έχει ξεχωριστό ύφος σε διάφορες εκφορές του προφορικού και γραπτού λόγου: συζήτηση μεταξύ φίλων, δοκίμιο, μυθιστόρημα, αγόρευση, τεχνικό κείμενο, συμβόλαιο, ποίημα, απαιτούν ξεχωριστό ύφος και λεξιλόγιο, ξεχωριστό «ντύσιμο». Η ανταπόκρισή μας στις απαιτήσεις καθενός απαιτεί σφαιρικώς ανεπτυγμένους γλωσσικούς μύες, άρα μεγάλη «γκαρνταρόμπα». Όπως θα ήταν αφύσικο να πανηγυρίζουμε την τερματάρα, ή να απαγγέλλουμε «ότε λάβεις την άγουσαν δι’ Ιθάκην», σαν τον Καθηγητὴ Κατακουζηνό που κορόιδευε η Ράντου, άλλο τόσο προβληματικό θα ήταν να μιλάμε για την πηγαινσιμότητα του πηγαίντη (αγωγιμότητα του αγωγού) ή για σπάσιμο καλαμιού (κάταγμα κνήμης).

Αλλά και μια πλήρως «καθαρή» Δημοτική να θέλαμε, ξένοι επιστήμονες φρόντισαν να το αποκλείσουν. Δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να μάθουμε το ρήμα εἷμι (κατά το «Ἴτε παῖδες Ἑλλήνων») που έδωσε τα ανιόντα και τα κατιόντα, όπως πρότεινε ο Whewell στον Faraday. Μήπως να τα μεταφράζαμε σε σωστή Δημοτική σε πανωπηγαίνοντα και κατωπηγαίνοντα; Αντιστοίχως, εξαιτίας του Christian G. Ehrenberg (1828) και του Roger Stanier (1970) είμαστε υποχρεωμένοι να μιλάμε για κυανοβακτήρια και όχι για γαλαζομπάστουνα, και να μάθουμε τους αρχαίους τύπους κυανοῦς (γαλάζιος) και βακτηρία (μπαστούνι).

Παρότι η Δημοτική αποτελεί τμήμα της πολιτισμικής μας κληρονομιάς και γλωσσσικής συνέχειας, η «πούρα» Δημοτική δεν είναι παρά μικρό υποσύνολο της ελληνικής γλώσσας, τόσο γραμματικώς όσο και λεξιλογικώς. Εν τέλει η ερώτηση είναι: τι θέλουμε από το γλωσσικό μας όργανο; Μας αρκεί να κινούμαστε μονότονα και επαναληπτικά, κάνοντας τις ίδιες κινήσεις κάθε μέρα; Ή θέλουμε να μπορούμε πότε-πότε να χορέψουμε έναν όμορφο χορό, να τρέξουμε γρήγορα, να πηδήξουμε ψηλά, να κάνουμε ένα μακροβούτι; Αν θέλουμε το δεύτερο, χρειαζόμαστε μια σφαιρική γνώση της ελληνικής γλώσσας, από το πρωτότυπο. Στους φιλολόγους και εκπαιδευτικούς εναπόκειται να εκπονήσουν ένα πρόγραμμα, αλλά γιατί να μην διδασκόμαστε κείμενα από την Ομηρική, την Αττική, την Ελληνιστική Κοινή την Βυζαντινή και την Καθαρεύουσα; Ίσως και κάποια ενδεικτικά ευρήματα από την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’; 

“Είναι αλήθεια ότι η Χούντα μαγάρισε όσες πολύτιμες έννοιες άγγιξε...Αλλά γιατί αυτό να μας καθορίζει; Θα εκχωρήσουμε τον Αμάραντο, τον Επιτάφιο Θρήνο και τα απαρέμφατα στον Γεώργιο Παπαδόπουλο;”

Ένα σφαιρικά γυμνασμένο γλωσσικό όργανο, που πατάει στέρεα στην Αρχαία, ίσως καταφέρει να διορθώσει τις ασυνέπειες της Δημοτικής με οργανικό τρόπο, και όχι τεχνητό και κακόηχο. Αν και δεν προτείνω αυτήν καθεαυτήν την επαναφορά της Καθαρεύουσας, η τελευταία αποτελεί πολιτιστική κληρονομιά που δεν μπορεί να εξοβελισθεί στο πυρ το εξώτερον. Στους λογίους της καθαρεύουσας οφείλει η Δημοτική την διεύρυνση του λεξιλογίου της με χιλιάδες νέες λέξεις, και χωρίς τους οποίους θα λέγαμε ακόμα φιρμάνι αντί διάταγμα. Η εντατική διδασκαλία των Αρχαίων (και άλλων μορφών) θα ανέπτυσσε το γλωσσικό όργανο των νέων γενιών. Και αυτό δεν εξειδικεύεται σε όσους μελλοντικά επιλέξουν γλωσσικώς απαιτητικά επαγγέλματα (νομικούς, μεταφραστές, λογοτέχνες, κλπ). Είναι μια γυμναστική που αφορά σε όλους, όπως η σωματική άθληση αφορά σε όλους και όχι μόνον στους επαγγελματίες αθλητές. 

Πολιτιστική συνέχεια

Αν και το παραπάνω σκεπτικό θα αρκούσε για έναν οποιονδήποτε άλλο λαό, οι Έλληνες αποτελούμε ιστορικό Έθνος, του οποίου η ύπαρξη περνάει μέσα από σειρά λογοτεχνικών, φιλοσοφικών, ιστορικών, επιστημονικών και ιερών κειμένων, πολλά εκ των οποίων αποτελούν τμήμα του παγκόσμιου πολιτισμού. Η γνώση της γλώσσας τους μας δίνει προνομιούχο πρόσβαση στην πρωτογενή πληροφορία, στο κλίμα της κάθε εποχής, στο ιδιαίτερο ύφος του κάθε συγγραφέα.

Ως Έλληνες, είμαστε στην προνομιακή θέση να κατανοούμε από το πρωτότυπο ότι το «ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμών» αφορούσε αρχικώς στην διαγραφή χρηματικών οφειλών. Όμως για τους αγγλοσάξωνες, που διαβάζουν την μετάφραση «forgive us our sins» (ή τους γαλλόφωνους που διαβάζουν «pardonne-nous nos offenses») ο Michael Hudson έπρεπε να εξηγήσει επί μακρόν ότι η φράση αυτή της Κυριακής Προσευχής αναφέρεται στους Ιωβηλαίους της Μ. Ανατολής και στην τακτική διαγραφή χρεών. Αντιστοίχως, με ελάχιστο κόπο μπορούμε να διαβάσουμε από το πρωτότυπο τα Στοιχεία του Ευκλείδη (pdf), θεμέλιο της σύγχρονης γεωμετρίας, ή την Ψηφοφορία κατ’ Ινδούς του Μάξιμου Πλανούδη, μια από τις πρώτες Βυζαντινές πραγματείες για το σύγχρονο σύστημα αρίθμησης.

Αλλά και για την γνώση της ιστορίας μας, πώς να κατανοήσουμε τον Παπαρρηγόπουλο χωρίς κατανόηση της καθαρεύουσας; Στην λογοτεχνία μας, γιατί να διαβάζουμε Παπαδιαμάντη σε «μεταγλώττιση»; Ο άνθρωπος μπορούσε να γράψει στην Δημοτική αν ήθελε, αλλά δεν το έκανε! Ο ίδιος ο Βλαχογιάννης είχε τον σεβασμό και την λεπτότητα να αφήσει ανέγγιχτη την ζωντανή και ακατέργαστη γλώσσα των απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη, αν και έγραψε την εισαγωγή του στην Καθαρεύουσα. Γιατί ο Παπαδιαμάντης να υφίσταται τέτοια μεταχείριση; 

Πολιτική και Γλώσσα (...και μπίρα και ποδόσφαιρο)

Δυστυχώς το γλωσσικό ζήτημα πάντοτε μετετράπη σε πολιτικό, με την «Δίκη των τόνων» (1942) να αποτελεί ένα χτυπητό παράδειγμα. Ο Ν. Λυκιαρδόπουλος έκανε ένα πολύ ισορροπημένο σχόλιο στην «πολεμική» αυτή, η οποία φαίνεται να είναι ελάττωμα της φυλής: στην Κύπρο, οι δεξιοί του ΔΗΣΥ υποστηρίζουν ΑΠΟΕΛ και πίνουν Carlsberg, ενώ οι αριστεροί του ΑΚΕΛ υποστηρίζουν «Ομόνοια» και πίνουν ΚΕΟ!

“Τελικά κέρδισαν οι «προοδευτικοί», αλλά με ποιο κόστος; Μετράει κανείς τι χάσαμε; Για να είμαστε δίκαιοι, το πείραμα της Δημοτικής και μονοτονικού το υποστήριξαν γνώστες της Αρχαίας, γαλουχημένοι στην Καθαρεύουσα και στο πολυτονικό...”

Όταν ερεύνησα τι ήταν αυτό το βιβλιαράκι που έπεσε στα χέρια μου, η κριτική που βρήκαν ήταν ότι είναι «χουντοβιβλίο» («Όταν η Χούντα γλωσσολογεί», «Όταν η χούντα γλωσσολογούσε»). Ο αρθρογράφος αναγνώριζε ότι ένας εκ των συγγραφέων του βιβλίου «παρουσιάζεται ενημερωμένος για τα κείμενα των δημοτικιστών και κερδίζει κάποιους πόντους επισημαίνοντας τα κενά της γραμματικής Τριανταφυλλίδη, ή δείχνει εξοικειωμένος με την ορολογία της γλωσσολογίας». Εντούτοις, η λέξη «χούντα» και τα παράγωγά της εμφανίζονται πάνω από 20 φορές στα δύο άρθρα.

Κατά το 32ο από τα 38 τρικ (kunstgriffe) της Εριστικής Διαλεκτικής του Σοπενχάουερ, αρκεί να συσχετίσουμε μια άποψη που θέλουμε να αντικρούσουμε με μια «μισητή κατηγορία» (verhaßte Kategorie). Κι αν ο Σοπενχάουερ ανέφερε ενδεικτικά ιδεαλισμό, μυστικισμό, κλπ, ο κατάλογος πρέπει να ενημερώνεται ώστε να ανταποκρίνεται στο τρέχον ακροατήριο· σήμερα το χουντικός είναι μια τέτοια μισητή κατηγορία. Για πλήρη αποτελεσματικότητα, επιστρατεύονται και επιχειρήματα του αχυρανθρώπου: «Εφόσον η Χούντα διέπραξε εγκλήματα, το πολυτονικό πρέπει να καταργηθεί».

Θέλω να κλείσω μια τέτοιου είδους αντιπαράθεση προτού καν ανοίξει: είναι αλήθεια ότι η Χούντα μαγάρισε όσες πολύτιμες έννοιες άγγιξε, όπως την πατρίδα, την θρησκεία και την οικογένεια, καθώς και στοιχεία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, όπως το Δημοτικό τραγούδι και την καθαρεύουσα. Αλλά γιατί αυτό να μας καθορίζει; Θα εκχωρήσουμε τον Αμάραντο, τον Επιτάφιο Θρήνο και τα απαρέμφατα στον Γεώργιο Παπαδόπουλο, ή θα αφήνουμε τα παιδιά και τους γονείς μας στο πεζοδρόμιο; Τι κι αν ο Χίτλερ ήταν φανατικός χορτοφάγος και φιλόζωος; Τι κι αν στο Ναζιστικό κόμμα ήταν μαζεμμένοι ένα σωρό φιλόζωοι που νομοθέτησαν μέχρι και το ανώδυνο μαγείρεμα των αστακών, πρώιμοι αντισπισιστές που συμπονούσαν ολόκληρα έθνη λιγότερο από τα λαμπραντόρ τους; Μήπως θα πρέπει να σφάζουμε κουταβάκια για να διατρανώσουμε την καταδίκη μας στα Ναζιστικά εγκλήματα; Να καπνίζουμε 2 πακέτα την μέρα επειδή ο Χίτλερ ήταν φανατικός αντικαπνιστής;

Οι υπερασπιστές του Κακριδή στην «Δίκη των τόνων», επεκαλούντο την αυθεντία του φυλετιστή Wilamowitz, ο ίδιος δε ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν Δημοτικιστής και είχε αναθέσει στον Τριανταφυλλίδη την συγγραφή της νεοελληνικής γραμματικής που διδασκόμαστε. Θα κατηγορήσουμε το μονοτονικό σύστημα ως ρατσιστικό, ή την Δημοτική ως φασιστική; Ή μήπως και τα διαστημικά προγράμματα των ΗΠΑ και ΕΣΣΔ διότι «προσέλαβαν» εκατοντάδες πρώην Ναζί επιστήμονες (επιχειρήσεις Paperclip και Osoaviakhim);

“Ναι, να επανέλθει η διδασκαλία των Αρχαίων από μικρότερες τάξεις, να εξασκηθούν τα γλωσσικά όργανά των νέων μας σε πιο «δύσκολες» ασκήσεις, όπως στο πολυτονικό. Κάθε γυμναστική πρέπει να είναι δύσκολη για να είναι αποτελεσματική. Μαθαίνουμε ως παιδιά την προπαίδεια κι ας χρησιμοποιούμε μετά το κομπιουτεράκι. Ας μάθουμε στα παιδιά να «τρέχουν» γλωσσικά, και μετά αν θέλουν ας περπατάν...”

Θα πρέπει κάποια στιγμή ως ψύχραιμοι ενήλικες να αναστοχαστούμε (για να δανειστώ μια λέξη της μόδας) την διαχείριση του γλωσσικού ζητήματος, χωρίς πολιτικοϊδεολογικές υστερίες. Στις δύο πλευρές του ζητήματος κατά καιρούς στοιχήθηκαν «συντηρητικοί» και «προοδευτικοί». Η «συντηρητική» Νέα Δημοκρατία καθιέρωσε την Δημοτική, ο αριστερός Κορνήλιος Καστοριάδης κατακεραύνωσε τα «τετράποδα» που έφεραν στο μονοτονικό, ενώ ο ίδιος ο δημοτικιστής Γιάννης Ψυχάρης έγραφε—σε πολυτονικό, και με βαρείες!για τις δοτικές που αντιπαθούσε, υιοθετώντας απόψεις που θα ανατρίχιαζαν πολλούς σημερινούς «προοδευτικούς» (έμφαση στο πρωτότυπο):

«Γλώσσα καὶ πατρίδα εἶναι τὸ ίδιο. Νὰ πολεμᾷ κανεὶς γιὰ τὴν πατρίδα του ἥ γιὰ τὴν ἐθνικὴ τὴ γλώσσα, ἕνας εἶναι ὁ ἀγώνας. Πάντα ἀμύνεται περὶ πάτρης» (σελ. 23). «Κανένα ἀπ’ ὅσα λέω στὸ βιβλίο μου δὲ συνέβηκε ἀλήθεια. Ἀλήθεια εἶναι μόνο τὸ μῖσος ποὺ ἕχει κάθε Ῥωμιὸς γιὰ τὸν Τοῦρκο κ’ ἡ ἀγάπη ποὺ ἔχει γιὰ τὴν πατρίδα του καὶ τὴ γλώσσα πού τοῦ μίλησε ἡ μάννα του παιδὶ. [...] ἐγὼ τίποτα δὲν εἶμαι· ἡ ἐθνικὴ ψυχὴ κάτι σημαίνει» (σελ. 25). «Καθόντανε οἱ μιναρέδες στὴν ψυχή μου· ἀδύνατο νὰ τοὺς χωνέψω... Ἀνάθεμάν της ἐκείνη τὴν κόκκινη τὴ σημαία μὲ τὸ μισοφέγγαρο στὴ μέση... Ἀχ! Τὰ καταραμένα φέσια! Μοῦ σκάνανε τὴ χολή.... Τὸ αἶμα μου βράζει· τετρακόσιω χρονῶ μῖσος μοῦ πνίγει τὴν καρδιά!... Δὲ θέλω, δὲν μπορῶ Τοῦρκο νὰ διῶ, δὲ θὲλω Τοῦρκος κοντά μου νὰ βρεθῇ, ἀπὸ μακριὰ δὲ θέλω Τοῦρκο νὰ μυρίσω...» (σελ. 56).

 Προς το μέλλον

Ίσως να μην το καταλαβαίνουμε, αλλά μας διακατέχει η ίδια αγωνία που διακατείχε τον Νίκο Πορτοκάλογλου όταν προσπαθούσε με τους Φατμέ να παντρέψει «δρόμους και κανόνες» παραδοσιακής και μοντέρνας μουσικής:

Δυο αγάπες μου γελάνε, κι έπαθα ζημιά

όλα ή τίποτα ζητάνε, κι εγώ τις δυο τους ή καμιά.

Βρες μου τρόπο να τις σώσω, σ’ ένα ρυθμό να τις ενώσω

Βρες τραγούδι να γεμίζει το κενό που τις χωρίζει.

(«Ρίσκο», 1985)

Σε μια εποχή που ο μοντερνισμός και ο αγγλικός στίχος είχαν καταστεί de rigueur ως αντίδραση στην Δικτατορία, η εισαγωγή ενός λαϊκού τραγουδιού σε δίσκο ροκ ήταν κάτι «για το οποίο οι ροκάδες ένιωσαν από αμηχανία μέχρι οργή».

Ευτυχώς, στο τραγούδι μας αυτήν την αντίφαση την ξεπεράσαμε και επουλώσαμε τις πληγές μας. Αυτό το οφείλουμε στην ζώσα μας παράδοση, στους καλλιτέχνες μας, αλλά και στο ότι (ευτυχώς!) δεν υπήρξε κρατική επιβολή επισήμου μουσικού ύφους. Όμως στην γλώσσα ο διχασμός παραμένει. Αρχαία-Καθαρεύουσα-πολυτονικό από την μία, Δημοτική-μονοτονικό από την άλλη, και πρέπει να διαλέξουμε... διαζευτικά! Δεν έχω αμφιβολία ότι αμφότερες «παρατάξεις», «συντηρητική» και «προοδευτική», προσέγγισαν την γλώσσα με διάθεση ερωτική. Άνθρωποι αδιάφοροι δεν παθιάζονται έτσι! Δυστυχώς όμως ο έρωτας ήταν κτητικός, εξ ου και η σφοδρότητα της σύγκρουσης: ζητούσαν αμφότερες πλευρές μια γλώσσα για όλες τις χρήσεις. Για την Εκκλησία, το καφενείο, το αμφιθέατρο, το δικαστήριο, την ταβέρνα, το κρεββάτι. Και ο ηττημένος θα έπρεπε να συνθλιβεί.

Τελικά κέρδισαν οι «προοδευτικοί», αλλά με ποιο κόστος; Μετράει κανείς τι χάσαμε; Για να είμαστε δίκαιοι, το πείραμα της Δημοτικής και μονοτονικού το υποστήριξαν γνώστες της Αρχαίας, γαλουχημένοι στην Καθαρεύουσα και στο πολυτονικό. Κάποια επιχειρήματά τους θα τα υποστήριζα κι εγώ στην θέση τους. Όμως δεν είμαστε στην θέση τους. Έχουμε το όφελος 45 ετών δεδομένων για την αποτίμηση του πειράματος. Καιρός λοιπόν να το ξανασκεφτούμε. Δεν είναι ντροπή ένα αποτυχημένο πείραμα... μου συμβαίνει τακτικότατα στο εργαστήριο!

Αντιθέτως, είναι αλαζονικό να πιστεύει κανείς ότι έχει το αλάθητο, και αντιεπιστημονικό να απαιτεί οι παρατηρήσεις να συμμορφώνονται στην θεωρία. Ναι, να επανέλθει η διδασκαλία των Αρχαίων από μικρότερες τάξεις, να εξασκηθούν τα γλωσσικά όργανά των νέων μας σε πιο «δύσκολες» ασκήσεις, όπως στο πολυτονικό. Κάθε γυμναστική πρέπει να είναι δύσκολη για να είναι αποτελεσματική. Μαθαίνουμε ως παιδιά την προπαίδεια κι ας χρησιμοποιούμε μετά το κομπιουτεράκι. Ας μάθουμε στα παιδιά να «τρέχουν» γλωσσικά, και μετά αν θέλουν ας περπατάν (ή ας περπατάνε, ή ας περπατούν), ή ας πηγαίνουν με αυτοκίνητο.

Ενδεχομένως να σπάσουμε τα ταμπού που επέβαλλε ο εκσυγχρονισμός, και να επισημάνουμε «λογιοματισμούς» που μας αρέσουν και που θα θέλαμε να επαναφέρουμε... κι ας φωνάζει η προοδευτική γλωσσική αστυνομία. Ενδεχομένως κάνουμε ένα-δυο βήματα πίσω όπου έγιναν ακρότητες (Βιβλιοπουλείο της Εστίας, γράφει ο Ψυχάρης).

Και ίσως καταφέρουμε να βρούμε μια ισορροπία, να συμφιλιώσουμε τις γλωσσικές μας αντιφάσεις... 

Βρες μου τρόπο να τις σώσω, σ’ ένα ρυθμό να τις ενώσω. 

Βιβλιογραφία

Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Γραμματική Νεοελληνικής, ΟΕΣΒ, Αθήνα 1941 (ανατύπωση ΟΕΔΒ, Αθήνα 2002,)

Αχιλλέας Α. Τζάρτζανος, Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1967

Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων, Εθνική Γλώσσα, Αθήνα 1973

Γιάννης Ψυχάρης, Το ταξίδι μου, 1888 (Β’ Έκδοση, Αθήνα/Παρίσι 1905)