Ο Κήπος της βασίλισσας Αμαλίας

Η Καρολίνα Μέρμηγκα, συγγραφέας του ιστορικού μυθιστορήματος «Ο κήπος της Αμαλίας», στη HuffPost. Η άγνωστη Ελλάδα της περιόδου, η σχέση με τον Όθωνα, η ατεκνία, το όνειρο ενός κήπου μέσα στα ξεροχώματα.
Open Image Modal
Αμαλία
wikipedia commons

«Πραγματικός πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι η ίδια η Ελλάδα εκείνης της περιόδου, χώρα άγνωστη για τους περισσότερους από εμάς. Καθώς διάβαζα, συνειδητοποιούσα πόσο άγνωστη: Ήξερα ότι υπήρχαν καμήλες στους δρόμους της Αθήνας και σχεδόν καθόλου καθαρό νερό; Ήξερα ότι οι περισσότεροι αγωνιστές της Επανάστασης ψωμοζούσαν, ότι οι ληστές ήσαν μέρος της καθημερινότητας και ότι υπήρχε μεγάλη ανάγκη για δήμιους; Ήξερα τον απίθανο συνδυασμό Φιλικών-Αγωνιστών-Βαυαρών-ντόπιων και ξένων, συγκεντρωμένων μέσα σε λίγους σκονισμένους χωματόδρομους μιας καινούργιας πρωτεύουσας με παρελθόν πανάρχαιο και κρυμμένο κάτω από λάσπες και πέτρες;...»

1837, Πειραιάς. Ο εικοσιδυάχρονος βασιλιάς Όθωνας επιστρέφει στη χώρα νιόπαντρος. Ποια είναι η Αμαλία, πρώτη βασίλισσα της Ελλάδας, η δεκαεννιάχρονη Γερµανίδα δούκισσα που γνωρίζει τους πρωταγωνιστές του Αγώνα και της πολιτικής του 19ου αιώνα, αναµειγνύεται ενεργά στη διοίκηση του νέου κράτους, αντέχει σωµατικά βασανιστήρια για την ατεκνία της και αντιστέκεται στις προσβολές, όπως και στα συναρπαστικά νέα ρεύµατα δηµοκρατίας που φυσούν ολόγυρά της;

Αγάπησε τους Έλληνες και τι σήμαινε για κείνη η δημιουργία του Κήπου που έµελλε να γίνει µια µέρα εθνικός;

Η Καρολίνα Μέρμηγκα, συγγραφέας του ιστορικού μυθιστορήματος «Ο κήπος της Αμαλίας» (εκδόσεις Πατάκη) που μόλις κυκλοφόρησε, απαντά στις ερωτήσεις της HuffPost και μιλά για την Αμαλία, μεταξύ Ιστορίας και μυθοπλασίας.

 

-Τι ήταν αυτό που πυροδότησε το ενδιαφέρον σας για την Αμαλία -τη «Μάλε», όπως τη φώναζαν χαϊδευτικά- και έστρεψε το βλέμμα σας στην πρώτη βασίλισσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους; 

Η Αμαλία υπήρχε πάντα στη ζωή μου όπως και στη ζωή όλων (τουλάχιστον) των Αθηναίων, αν και δεν το συνειδητοποιούμε: το όνομά της σε δρόμους, η «στολή Αμαλία» για τις απόκριες, και φυσικά ο Εθνικός Κήπος.

Όμως όταν διάβασα τις επιστολές της στον πατέρα της («Ανέκδοτες Επιστολές της Βασίλισσας Αμαλίας στον πατέρα της, 1836-1853, Α & Β τόμος», μτφρ. Βάνα Μπούσε - Μίχαελ Μπούσε, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 2011) κατάλαβα ότι υπήρχε υλικό για μυθιστόρημα. Γιατί; Γιατί αισθάνθηκα ότι μέσα από τις πρόσχαρες, πεισματικά θετικές ανταποκρίσεις μιας ζωής ανέφελης και χαρούμενης κρυβόντουσαν πολλά που η περήφανη κόρη δεν ήθελε να ομολογήσει στον πατέρα. Πώς θα μπορούσαν να μην υπάρχουν, όταν ξέρουμε ότι όλη της η πορεία στον τόπο που αγάπησε ήταν προς μια ταπεινωτική έξωση, μια ήττα; Και ότι παράλληλα με ό,τι άλλο γινόταν γύρω της η ίδια ζούσε καθημερινά, ιδιωτικά και βασανιστικά (με τρομακτικά επώδυνες «θεραπείες») τη ματαίωση της βασικής της επιδίωξης, της μεγαλύτερής της ελπίδας: την αδυναμία να κάνει αυτό που όλοι περίμεναν απ’ αυτήν, ένα παιδί.

“Ανθεκτική, κακομαθημένη αλλά και σκληραγωγημένη, αισιόδοξη, πρακτική, αποτελεσματική και γρήγορη στις αποφάσεις της (αντίθετα από τον Όθωνα), συχνά επιπόλαιη και καθόλου διπλωμάτης, ευερέθιστη, αθυρόστομη, ατρόμητη και φυσικά, όπως όλοι μας, ευάλωτη.”

Και αυτός ήταν ο δεύτερος λόγος που θέλησα να φανταστώ την αληθινή ζωή της: Διαβάζοντας το βιβλίο «Το αίτιο ατεκνίας της βασίλισσας Αμαλίας» των Λ. Βλαδίμηρου, Ε. Διαμαντή και Α.Γ. Ανδρούτσου (Ιατρικές εκδόσεις Ζήτα, Αθήνα 2008) συνειδητοποίησα πόσον άδικο χλευασμό κι εξευτελισμό είχε υποστεί τόσο η Αμαλία όσο (ίσως και περισσότερο) ο Όθωνας· μια γυναίκα καταδικασμένη εξ αρχής από τη φύση στην ατεκνία, ένας άντρας που δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό, ένα πολύ νεαρό ζευγάρι που δεν μπορούσε να ξέρει τι τους συμβαίνει και πώς να το πολεμήσουν, κάτω από το αμείλικτο δημόσιο βλέμμα.

Τέλος, το διάστημα της ζωής της στην Ελλάδα συνθέτει ένα εκπληκτικό καλειδοσκόπιο καταστάσεων, ανθρώπων, συνθηκών, πολιτισμών, νοοτροπιών, που κι αυτό έχει μείνει ανεξήγητο, ανέγγιχτο -  κι επομένως για μένα, ως μυθιστοριογράφο, απολύτως ελκυστικό.

Open Image Modal
Βασίλισσα Αμαλία
wikipedia commons

-Η αφήγηση είναι ημερολογιακή, επιλογή που υπονοεί ότι προηγήθηκε έρευνα (οι Σημειώσεις και η Βιβλιογραφία το επιβεβαιώνουν). Πόσο διήρκησε η έρευνα και ποια πληροφορία από όσες συλλέξατε σας εξέπληξε περισσότερο;

Η έρευνα κράτησε περίπου δυο χρόνια, αλλά σε συνδυασμό και με το γράψιμο. Δεν είμαι συστηματική στη δουλειά μου, εργάζομαι κατά καιρούς εντατικά και μετά χαλαρά. Διάβασα ό,τι έβρισκα: η βιβλιογραφία στο τέλος του βιβλίου δεν στοχεύει στο να επιδείξω την επιστημονική μου προσέγγιση αφού κάτι τέτοιο δεν υφίσταται, μυθιστορήματα γράφω, αλλά γιατί τα περισσότερα από τα βιβλία είναι πολύ ενδιαφέροντα, και κάποια συναρπαστικά. Και πάντως βοηθούν όποιον ενδιαφέρεται να καταλάβει λίγο αυτή τη σύντομη κι αρκετά ανεξερεύνητη περίοδο της χώρας μας. Γιατί νομίζω ότι θα καταλάβει ο αναγνώστης πως πραγματικός πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι η ίδια η Ελλάδα εκείνης της περιόδου, χώρα άγνωστη για τους περισσότερους από εμάς. Καθώς διάβαζα, συνειδητοποιούσα πόσο άγνωστη: ήξερα ότι υπήρχαν καμήλες στους δρόμους της Αθήνας και σχεδόν καθόλου καθαρό νερό; Ήξερα ότι οι περισσότεροι αγωνιστές της Επανάστασης ψωμοζούσαν, ότι οι ληστές ήσαν μέρος της καθημερινότητας και ότι υπήρχε μεγάλη ανάγκη για δήμιους; Ήξερα τον απίθανο συνδυασμό Φιλικών-Αγωνιστών-Βαυαρών-ντόπιων και ξένων, συγκεντρωμένων μέσα σε λίγους σκονισμένους χωματόδρομους μιας καινούργιας πρωτεύουσας με παρελθόν πανάρχαιο και κρυμμένο κάτω από λάσπες και πέτρες;

-Ποιά ήταν η δυναμική -και αλαζονική;- Αμαλία, η οποία επιπλέον διέθετε πολιτική αντίληψη και πώς εξελίχθηκε μέσα στα χρόνια η σχέση της με τον μονίμως αναποφάσιστο Όθωνα; 

Η Αμαλία, έτσι όπως την κατάλαβα εγώ, ήταν προϊόν της ιστορικής της εποχής και της καταγωγής της. Μια Γερμανίδα αριστοκράτισσα που πίστευε ακλόνητα στην ελέω Θεού βασιλεία –στο ότι δηλαδή ο κάθε βασιλιάς φροντίζει τον λαό του σαν «παιδιά» του, και λογοδοτεί μόνο στον Θεό. Η Αμαλία ανήκε στον παλαιό κόσμο, και τις δημοκρατικές αλλαγές που φυσούσαν γύρω της σε όλη σχεδόν την Ευρώπη δεν τις κατάλαβε, δεν μπορούσε να τις καταλάβει. Και φυσικά δεν μπορούσε να τις υποστηρίξει. Υπ’ αυτή την έννοια ήταν ακόμα πιο πεισματικά προσκολλημένη σε μια αυταρχική αντίληψη της μοναρχίας από τον Όθωνα.

“Ο Κήπος είναι το μέρος όπου η Αμαλία φύτεψε όλη της τη ματαιωμένη τρυφερότητα, όλες της τις ελπίδες για ένα μέλλον χωρίς εκείνην. Τα ίχνη της. Είναι, αν θέλετε, η ανάμνησή μας απ’ αυτήν, την οποία πολλοί νιώθουμε καθημερινά χωρίς φυσικά να το συνειδητοποιούμε.”

Παράλληλα, ήταν Γερμανίδα. Τα αυστηρά πρωτόκολλα δηλαδή των ευρωπαϊκών βασιλικών Αρχών δεν της ήταν απαραίτητα, ούτε προσφιλή. Πιο πολύ απ’ όλα απολάμβανε τις εκδρομές στην ύπαιθρο καβάλα σε ένα άλογο (ήταν δεινή ιππεύτρια), το απλό φαγητό, την επαφή με ανθρώπους εκτός Αυλής, με τα ζώα, με τα μικρά παιδιά. Με τη φύση. Η φύση υπάρχει σε κάθε σελίδα των επιστολών της, την αισθάνεσαι στην άκρη των δαχτύλων της που ανυπομονούν να φυτέψουν κάτι ακόμα, να δουν κάτι ακόμα ν’ ανθίζει και να μεγαλώνει. Ανθεκτική, κακομαθημένη αλλά και σκληραγωγημένη, αισιόδοξη, πρακτική, αποτελεσματική και γρήγορη στις αποφάσεις της (αντίθετα από τον Όθωνα), συχνά επιπόλαιη και καθόλου διπλωμάτης, ευερέθιστη, αθυρόστομη, ατρόμητη και φυσικά, όπως όλοι μας, ευάλωτη. Κατάλαβε γρήγορα τον ελληνικό λαό, πράγμα όχι εύκολο, και τον αγάπησε με ανοιχτά μάτια. Παράλληλα παρέμεινε τυφλή σε οτιδήποτε απειλούσε, ή νόμιζε ότι απειλούσε, την απόλυτη (και γι’ αυτήν αυτονόητη) ισχύ της μοναρχίας.

“Αν ζούσε σήμερα η Αμαλία θα είχε τουλάχιστον μια φυσιολογική σεξουαλική ζωή χωρίς στερήσεις και οδύνη και πιθανότατα και απογόνους, με κάποια από τις καινούργιες μεθόδους. Το παρελθόν το κοιτάμε πάντα με τα σημερινά μας μάτια (σ’ αυτό Ιστορία και λογοτεχνία συμφωνούν).”

Ο Όθων και η Αμαλία που φαντάστηκα εγώ (του μυθιστορήματός μου δηλαδή) ήταν ένα αγαπημένο ζευγάρι. Με δεδομένο ότι η σεξουαλική τους ζωή πρέπει να ήταν κόλαση, στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο μέχρι το τέλος, ακόμα και αφού δεν χρειαζόταν να τηρούν προσχήματα. Οι μαρτυρίες για τη ζωή τους στην εξορία δείχνουν ότι ήσαν πολύ δεμένοι. Φυσικά ποτέ δεν ξέρουμε τι γίνεται πίσω από κλειστές πόρτες, και μας είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε το «πίσω από τις κλειστές πόρτες» ενός τέτοιου ζευγαριού. Όμως η Αμαλία έγραφε πάντα για τον άντρα της με θαυμασμό, αφοσίωση, τρυφερότητα και κατανόηση, και εκείνος δεν άφησε ποτέ να φανεί κάποια οργή ή απογοήτευση για την αδυναμία της να εκπληρώσει το βασικό της καθήκον, την παραγωγή του αναγκαίου για τη δημιουργία δυναστείας διαδόχου, ούτε για τον εξευτελισμό που υπέστη ο ίδιος λόγω αυτού.

Open Image Modal
Πορτρέτο της Αμαλίας, Ολλανδία, 1852 - 1869. (Photo by: Sepia Times/Universal Images Group via Getty Images)
Sepia Times via Getty Images

-Το βιβλίο αφηγείται όσα συνέβησαν από την άφιξη του Όθωνα το 1833 στην Ελλάδα και στη συνέχεια, της 18χρονης Αμαλίας, μέχρι την Έξωση του βασιλιά το 1862 (αλλά και το τέλος της ζωής τους στο εξωτερικό πλέον), περιλαμβάνοντας όλους όσοι πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα. Ο τίτλος ωστόσο, που επιλέξατε παραπέμπει στον Εθνικό Κήπο, το πιο γνωστό δημιούργημα της. Ο λόγος;

Ο λόγος είναι ότι στο σύμπαν της λογοτεχνίας (και όχι της Ιστορίας) μας ενδιαφέρει το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης. Στο οποίο δεν δίνουμε απαντήσεις, μόνο προσπαθούμε να πλησιάσουμε. Ένα από τα ερωτήματα λοιπόν, για όλους μας, είναι τι αφήνουμε πίσω μας σ’ αυτή τη ζωή. Ποιο είναι το αποτύπωμά μας, τι θα θυμούνται οι άλλοι για μας όταν δεν θα υπάρχουμε πια;

“Ειδικά όταν περπατώ στον Κήπο της, σαν να το ακούω το μικρό της παράπονο: Ούτε ένα τόσο δα αγαλματάκι για μένα; Σαν να μην υπήρξα ποτέ;”

Και για μια βασίλισσα που δεν μπόρεσε να προσφέρει διάδοχο, μια γυναίκα που χλευάστηκε για τη φύση της και εκδιώχθηκε από τον τόπο που αγάπησε και θεωρούσε πατρίδα της, το «τι αφήνω πίσω μου» είναι νομίζω μια πιστευτή αγωνία. Ο Κήπος είναι το μέρος όπου η Αμαλία φύτεψε όλη της τη ματαιωμένη τρυφερότητα, όλες της τις ελπίδες για ένα μέλλον χωρίς εκείνην. Τα ίχνη της. Είναι, αν θέλετε, η ανάμνησή μας απ’ αυτήν, την οποία πολλοί νιώθουμε καθημερινά χωρίς φυσικά να το συνειδητοποιούμε. Οι ιστορικές μνήμες είναι ευεργετικές, ακόμα κι αν είναι οδυνηρές. Ποτίζουν το παρόν μας.

Open Image Modal

-Τελικά, η Αμαλία ήταν ή όχι, αγαπητή στους Έλληνες; 

Δεν νομίζω ότι ήταν ιδιαίτερα αγαπητή. Η Ελλάδα ήταν μια χώρα μικρή, πάμφτωχη, ερειπωμένη και θολωμένη από αντικρουόμενες αντιλήψεις: Ήμασταν Ανατολή ή δύση; Ήμασταν δημοκρατία ή μοναρχία; Ποιοι αποφάσιζαν πραγματικά για μας; (Θα παρατηρήσετε ότι τα ερωτήματα δεν έχουν αλλάξει και τόσο). Οι Βαυαροί ήσαν «οι ξένοι», πώς μπορούσαν να μην είναι; Το νεαρό εκείνο βασιλικό ζευγάρι μόνο σαν εξωτικό θέαμα μπορούσε να ελκύει, για τα ρούχα και τις συνήθειές του. Κι έπειτα οι Έλληνες δεν φημιζόμαστε για την ευγνωμοσύνη μας. Αν κάτι πρόσφερε η Αμαλία, ήταν σταγόνα στον ωκεανό των αναγκών και απαιτήσεων της εποχής.

Open Image Modal
Καρολίνα Μέρμηγκα

-Τα τελευταία χρόνια, η Αμαλία έχει επιστρέψει στην επικαιρότητα. Τόσο με τη θεατρική παράσταση της Ζωής Χατζηαντωνίου -ειρήσθω εν παρόδω την είδατε;- όσο και με τη δημοσίευση διεθνούς μελέτης επικεντρωμένης σε μία σπάνια γενετική πάθηση, στην οποία οι ερευνητές εικάζουν ότι οφείλεται η ατεκνία της. Που αποδίδετε την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την  Αμαλία;

Τη θεατρική παράσταση («Βασίλισσα των Φοινίκων», όρος που επικαλέστηκε η ίδια η Αμαλία για τον εαυτό της, με το χιούμορ που διέθετε άφθονο) την είδα και τη χάρηκα. Νομίζω ότι στην επικαιρότητα επιστρέφει (επιτέλους) οτιδήποτε αφήσαμε πίσω μας και δεν μας το είπαν, και δεν το μάθαμε. Το δικό μας «Μια φορά κι έναν Καιρό». Κι όσο για την ατεκνία της, ποια γυναίκα δεν καταλαβαίνει τον πόνο, τη ματαίωση;

“Ο συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων απολογείται (συχνά δικαίως) για όσα «μαγείρεψε» με την Ιστορία – απολογείται δηλαδή ως απατεώνας ιστορικός.”

Αν ζούσε σήμερα η Αμαλία θα είχε τουλάχιστον μια φυσιολογική σεξουαλική ζωή χωρίς στερήσεις και οδύνη και πιθανότατα και απογόνους, με κάποια από τις καινούργιες μεθόδους. Το παρελθόν το κοιτάμε πάντα με τα σημερινά μας μάτια (σ’ αυτό Ιστορία και λογοτεχνία συμφωνούν), κι έτσι μπορούμε να την οικτίρουμε γιατί βρέθηκε στη λάθος χρονική στιγμή. Γεγονός που ισχύει βέβαια για πολλά ιστορικά πρόσωπα. Το παιχνίδι αυτό του χρόνου δεν παύει να μας ελκύει, το “what if”.

-Η ατεκνία της Αμαλίας ήταν ένας από τους λόγους αποπομπής του Όθωνα ή πρόκειται για ευφάνταστο σενάριο;

Κρίνω ότι ήταν μια πρόφαση, αφού οι λόγοι της έξωσης ήσαν πολιτικοί. Όμως ως πρόφαση λειτούργησε καταλυτικά. 

-Μετά από όλο αυτό το χρονικό διάστημα που περάσατε με την Αμαλία, ποια επίγευση σας έχει αφήσει αυτή η γυναίκα;

Δεν την «αγάπησα» όπως αγαπάμε συχνά εμείς οι συγγραφείς τους ήρωές μας. Δεν χρειάστηκε. Εξ άλλου, όπως είπα, πρωταγωνιστής του βιβλίου μου είναι για μένα η Ελλάδα, εκείνης της εποχής. Όμως αισθάνομαι μια ιστορική αδικία απέναντι στην πρώτη μας βασίλισσα, που δεν είναι βέβαια κάτι τρομακτικό (τόσες και τόσες άλλες αδικίες έχουμε διαπράξει δα, έναντι τόσων πολλών) αλλά που επανέρχεται στο μυαλό μου, σαν μικρό παράπονο. Ειδικά όταν περπατώ στον Κήπο της, σαν να το ακούω το μικρό της παράπονο: Ούτε ένα τόσο δα αγαλματάκι για μένα; Σαν να μην υπήρξα ποτέ; 

-Στην παρουσίαση του βιβλίου αναφέρατε τη φράση «κανένας συγγραφέας δεν απολογείται τόσο πολύ όσο ο συγγραφέας που γράφει ιστορικό μυθιστόρημα». 

Ο συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων απολογείται (συχνά δικαίως) για όσα «μαγείρεψε» με την Ιστορία – απολογείται δηλαδή ως απατεώνας ιστορικός. Αλλά και ως λογοτέχνης πρέπει να απολογείται γιατί το ιστορικό μυθιστόρημα συχνά πέφτει στην παγίδα του να μην είναι μυθιστόρημα αλλά βιογραφία, ή κάτι τέτοιο (και εδώ ίσως πρέπει να απολογηθώ κι εγώ). Το ιστορικό μυθιστόρημα είναι ένα πολύ δύσκολο μίγμα, ένα μόρφωμα που χρειάζεται μεγάλο κόπο, πιστεύω, για να λειτουργήσει λογοτεχνικά. Γιατί πρέπει να κρύβονται οι ραφές που ενώνουν την ιστορική αλήθεια με τη μυθοπλασία· πρέπει να ελέγχεται η λαχτάρα που έχουμε να δείξουμε αυτά που «ξέρουμε» από την Ιστορία, και να δίνεται χώρος στη λογοτεχνία να αναπνεύσει – γιατί εκείνη ασχολείται με όσα δεν ξέρουμε. Σ’ αυτήν τη λεπτή γραμμή καλείται ο συγγραφέας να ισορροπήσει.