Ιστορίες του Ροβήρου Μανθούλη
|
Open Image Modal
vasakna via Getty Images

Θα ήθελα να μιλήσω λίγο και για μένα, αλλά όχι σε μένα! 

Ο Κινηματογράφος θεωρείται επικερδές επάγγελμα. Όχι τουλάχιστον για μένα! Ίσως επειδή δεν τα πάω καλά με τα οικονομικά και τα μαθηματικά. Είναι γνωστό ότι οι «υποψιασμένες»  ταινίες, όπως τις λέγαμε κάποτε (για τους «υποψιασμένους» σινεφίλ) δεν αποφέρουν σπουδαίο μεροκάματο. Έτσι, αποφάσισα να  ξεκινήσω με μία «ανυποψίαστη» δημοφιλή. Την Κυρία Δήμαρxo  με την Γεωργία Βασιλειάδου. Μετά την επιτυχία της, μία λίαν «υποψιασμένη», την Οικογένεια Παπαδοπούλου.

Αλλά τελικά θα αποδειχτούν  δημοφιλείς και στον κόσμο των κριτικών  (βλ. Μοσχοβάκη στη Αυγή, Γιώργο π. Σαββίδη στο Βήμα). Δημοφιλέστατη δε στο κοινό.

Πέσαμε πολλοί απάνω στην Κυρία Δήμαρχο για να βγει μια ανθρώπινη  και ειλικρινής διακωμώδηση  των κοινωνικών και πολιτικών ηθών. Μεταξύ άλλων, ο Φώτης Μεσθεναίος, Διευθυντής Φωτογραφίας, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο ζωγράφος Μίνως Αργυράκης. Και φυσικά πρώτη απ΄όλους η Γεωργία Βασιλειάδου. Η οποία αγάπησε τον ρόλο της σε βαθμό που κοντέψαμε να την χάσουμε. Δεν άκουσε τις οδηγίες του Φώτη και ανεβαίνοντας μια σκάλα διέσχισε έναν χάρτινο τοίχο και έπεσε σε δύο μεγάλα  βαρέλια τής ταβέρνας της που ήταν ακριβώς από κάτω.

Η ευγενική ποιότητα της ταινίας αυτής επιβεβαιώνεται και από δύο ιστορικές συμπεριφορές. Όταν η υποψήφια για Δήμαρχος της Αθήνας Ντόρα Μπακογιάννη την πρόβαλε ασταμάτητα στο Εκλογικό της Κέντρο και όταν η κακόγουστη κυβέρνηση που έβαλε το μαύρο στην ΕΡΤ ίδρυσε ένα αμφισβητήσιμο κανάλι και  έκανε εγκαίνια με την Κυρία Δήμαρχο! Για να του δώσει κύρος…   

Δεν είχα γυρίσει καμιά ταινία μεγάλου μήκους  όταν μια από τις δύο μεγάλες εταιρίες παραγωγής, η ΑΝΖΕΡΒΟΣ  μου ζήτησε να κάνω αυτήν την ταινία δέχτηκα να πάρω το βάπτισμα του πυρός για να μπορέσω να γυρίσω και μια δεύτερη και μια Τρίτη κ.ο.κ. για να μάθω επιτέλους να σκηνοθετώ!

Γιατί όσες σπουδές και να  έχεις κάνει μόνο όταν 100 άνθρωποι περιμένουν οδηγίες από σένα μπορείς να βάλεις στην πλάτη σου την ευθύνη επενδύσεως μερικών εκατομμυρίων. Η και όταν διδάσκεις κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου π.χ. επίσης.   Την εποχή εκείνη έκανα και τα δύο. 

Η Οικογένεια Παπαδοπούλου (όχι του χουντικού, προς θεού) ήταν διασκευή ενός από τα ποιητικότερα ραδιοφωνικά σήριαλ. Του ποιητή Βαγγέλη Γκούφα σε σενάριο Γκούφα. Η ποιότητα της  ελληνικής καθημερινότητας αυτής της ιστορίας έχει σημειωθεί τόσο από το κοινό όσο και από τους κριτικούς με πρώτο πάλι τον αξέχαστο Γιώργο Π. Σαββίδη στο ΒΗΜΑ. Αξέχαστο και για τις εργασίες του πάνω στους Έλληνες ποιητές και ιδιαίτερα στον Καβάφη και στον Σεφέρη, ειδικά στον δεύτερο που με βοήθησε στην διασκευή του νεανικού μυθιστορήματός του Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη *.

Έτσι ύστερα από λίγο είπα ας ξαναγυρίσω στις «υποψιασμένες» ταινίες και γυρίζω το Ψηλά τα Χέρια Χίτλερ!. Μια ταινία προσωπική (του σκηνοθέτη που τα έζησε όλα αυτά στην κατοχή) η οποία ταινία ευτυχώς έμοιαζε και δημοφιλής. Θα ψηφιστεί ευτυχώς από την Ένωση Κριτικών Καλύτερη ταινία της Χρονιάς. Ευτυχώς, γιατί οι βραβευμένες ταινίες  κινδυνεύουν να μην έχουν  εμπορική επιτυχία.

Η Αγλαΐα Μητροπούλου, Πρόεδρος των Κριτικών και ακούραστη πριγκίπισσα της Κινηματογραφικής Λέσχης  έσπευσε να δείξει το Ψηλά τα Χέρια στην Γαλλική Ταινιοθήκη. Χωρίς υποτίτλους! Μου είπε «Δεν χρειάστηκαν!  Χειροκροτούσαν δαιμονιμένα».  

Είχα ήδη πάρει και 2 βραβεία καλύτερου ντοκιμαντέρ στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης οπότε αποφάσισα να γυρίσω μια προσωπική-προσωπική ταινία μεγάλου μήκους, το Πρόσωπο με Πρόσωπο. Πρόσωπο με πρόσωπο δύο κόσμων στην πολιτική,  κοινωνική και ερωτική αρένα και πρόσωπο με πρόσωπο του σκηνοθέτη με την ταινία του.

Το Πρόσωπο με Πρόσωπο βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με το Χρυσό Μετάλλιο Σκηνοθεσίας και οι Γάλλοι κριτικοί την καλούν να εγκαινιάσει το Διεθνές Φεστιβάλ Νέου Κινηματογράφου στην Γαλλική πόλη Ιέρ. Τα εγκαίνια γίνονται την 21η Απριλίου του 1967. Την ημέρα του Χουντικού Πραξικοπήματος!

Η συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε δεν μου επέτρεψε να επιστρέψω στην Ελλάδα, η ταινία μου απαγορεύτηκε από την Χούντα καθώς και κάθε αναφορά του ονόματός μου στον ελληνικό Τύπο. Το Πρόσωπο με Πρόσωπο είχε ενθουσιώδεις κριτικές (ίσως και για συμπαράσταση στην εξορία μου).  Η Γαλλική Τηλεόραση μου ανέθεσε την σκηνοθεσία μιας ενδιαφέρουσας σειράς δημιουργικών ντοκιμαντέρ ενώ το ελληνικό  προξενείο ακύρωσε το διαβατήριο μου.

Για πολλά χρόνια, γυρίζοντας  100 περίπου ταινίες  σε 32 χώρες, κυκλοφορούσα με ένα ειδικό διαβατήριο Απάτριδος – με το οποίο και εκπροσωπούσα την… Γαλλία! Το 1972, στην Αμερική θα γυρίσω μια ταινία με θέμα την ιστορία των Μπλουζ (Ανεβαίνοντας τον Μισισιπή) με την οποία θα εγκαινιάσει το νέο δημόσιο Γαλλικό κανάλι TF3. (Θα είναι τα δεύτερα από τα  τρία εγκαίνια που έχουν κάνει οι  ταινίες μου!). Η μεγάλου μήκους ταινία  που γύρισα παράλληλα, Blues entre les Dents (Μπλουζ με σφιγμένα δόντια), μια ιστορία στο Χάρλεμ, παίχτηκε τον ίδιο χρόνο στις αίθουσες. Οι θεατές μουσικοί έρχονταν με τα όργανα τους και στα διαλείμματα έπαιζαν μπλουζ. Ήταν η πρώτη ταινία που έβλεπαν για τα μπλουζ.

 

 

Εκτός από την επιβράβευση της κριτικής – και τα εγκαίνια του Τρίτου Καναλιού FR3 -  η ταινία βρίσκεται σήμερα στην Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου (αρχείο πολιτιστικής κληρονομιάς). Παράλληλα με τις Ταινιοθήκες, σε πολλές Εθνικές Βιβλιοθήκες φυλάσσονται πολιτιστικές ταινίες. Οι δικές μου στη Γαλλία τουλάχιστον σε δύο: Στην Εθνική Βιβλιοθήκη (στην οποία η  Όλγα Ζαχαριάδη εντόπισε την ταινία μου  Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος  και μου την ζήτησε να  την στείλω στην Πράγα για να συμπληρώσει την ιστορία του πατέρα της) και  στο Κέντρο Πομπιντού. Ταινίες μου θα βρεις και σε πολλές άλλες δημοτικές βιβλιοθήκες που τις έχουν προμηθευτεί από τα αρχεία του Γαλλικού Υπουργείου Πολιτισμού.

Η κάθε ταινία, οφείλω να συμπληρώσω, είναι μια ολόκληρη περιπέτεια. Ένα γνήσιο πολυτάραχο μυθιστόρημα που θα μπορούσε να καλύψει πολλές σελίδες για την κάθε μια. Άλλωστε αυτό έγινε με το βιβλίο μου «Μπλουζ με σφιγμένα δόντια» που περιγράφει της περιπέτειες του γυρίσματος σε 13 πολιτείες της Αμερικής, από τις Ανατολικές μέχρι τις Δυτικές και από τις Βόρειες μέχρι το Τέξας και την Λουιζιάνα. Σε πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, η Μέμφις – λιμάνι του Μισισιπή – το Σικάγο, το Σαν Φρανσίσκο, το Ντάλας, η Νέα Ορλεάνη και δύο από τις μεγαλύτερες αμερικανικές φυλακές στις οποίες, οι ανθρώπινες ζωές που φιλοξενούνται,  σχεδόν το 80% είναι Μαύροι μεταξύ των οποίων πολλοί μπλούζμεν.

Οι βαρυποινίτες  που τραγουδούν στην ταινία τα Work songs (τραγούδια της δουλειάς ή της δουλείας) στη φυλακή του Τέξας είχαν ήδη  35 χρόνια στην πλάτη τους (και τους περίμεναν άλλα 15, για την ακρίβεια άλλα 12, γιατί τους χάρισαν 3 επειδή   τραγούδησαν στην ταινία).Έτσι εξηγείται και γιατί ήταν οι μόνοι που τα γνώριζαν και τα τραγουδούσαν σε ολόκληρη την Μαύρη Αμερική. Εξηγείται γιατί τα μάθαιναν από άλλους Μαύρους βαρυποινίτες οι οποίοι τα μάθαιναν από Μαύρους φυλακισμένους  της εποχής της δουλείας.

Στις ταινίες μου, δεν ξέρω πώς, πάντα  υπάρχει ένα ιστορικό κατάλοιπο. Στην μία με παρακολουθεί το FBI γιατί συνομιλώ με τους Μαχητές του Γκέτο, στην άλλη έχω κινηματογραφήσει ένα ενδιαφέρον ανυπόγραφο ταμπλό σε μια φυλακή το οποίο έχει κλαπεί (από τη φυλακή!) 40 χρόνια αργότερα και χάθηκε. Γιατί ήταν του Νταλί και υπάρχει μόνο στην ταινία μου! Για μια άλλη, το 1979, έχω γυρίσει μια άγνωστη εκπληκτική λευκή blueswoman (Karen Dalton) την οποία ανακάλυψαν πέρσι στην Αμερική (ύστερα από 45 χρόνια!) και μου ζητούν συνέχεια την ταινία για να μιλήσουν γι΄ αυτήν. Γιατί είναι η μόνη που υπάρχει.

Συγνώμη αλλά όταν με πηγαίνουν συνέχεια τόσο πίσω είμαι υποχρεωμένος να αισθάνομαι νέος! 

*

Ρ. Μανθούλη Blues entre les dents,

Eκδ. Εξάντας