Τα έργα του Ελληνα εικαστικού Τάκι, στο Μουσείο Tate του Λονδίνου

Πάνω από 80 έργα φιλοξενούνται στο Μουσείο Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης.
Open Image Modal

Πάνω από 80 έργα του πρωτοπόρου Έλληνα εικαστικού, Τάκι (Παναγιώτη Βασιλάκη, γεννημένου στην Αθήνα το 1925), εκτίθενται στο Μουσείο Tate, Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης, του Λονδίνου, σε μία από τις μεγαλύτερες εκθέσεις του καλλιτέχνη στη Βρετανία, με στόχο να παρουσιάσουν στο κοινό έναν από τους πιο γνήσιους εκπροσώπους της σύγχρονης εικαστικής σκηνής και της κινητικής τέχνης στην Ευρώπη, που δημιούργησε μερικά από τα πιο καινοτόμα έργα τέχνης του 20ου αιώνα.

Το Μουσείο Tate Modern θεωρεί ότι ο 94χρονος σήμερα Τάκις κατάφερε να σπάσει τους φραγμούς των στατικών γλυπτών, δημιουργώντας έργα που συνδυάζουν τις τέχνες με την επιστήμη και τη φύση. «Ενισχύει τη γνώση μας, την κατανόηση και την εκτίμηση γύρω από όσα μας περιβάλλουν» αναφέρουν οι επιμελητές της έκθεσης.

Ο μαγικός κόσμος των εγκαταστάσεων του επιφανούς καλλιτέχνη άνοιξε για το κοινό την εβδομάδα που πέρασε και θα συνεχίσουν να ταξιδεύουν τους επισκέπτες πέρα από το χώρο, το χρόνο και... τη βαρύτητα, μέχρι τις 27 Οκτωβρίου, συμπεριλαμβάνοντας αρκετά έργα που εκτίθενται για πρώτη φορά στη Βρετανία, όπως τα «Magnetic Fields», που τελευταία φορά παρουσιάστηκαν στο Μουσείο Solomon R. Guggenheim της Νέας Υόρκης, το 1974.

Αν και ο Τάκις υπήρξε πρωτοπόρος των Connecting Arts, ήδη από τη δεκαετία του ΄60 και του ΄70, που συνεχίζει να συνεισφέρει πολλά στον κόσμο των τεχνών, το έργο του δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό στη Βρετανία. Το Μουσείο Tate, επιχειρεί να πετύχει την εξοικείωση με το ευρύ κοινό. «Είναι μία εξέχουσα προσωπικότητα στην ιστορία της τέχνης. Είμαστε ενθουσιασμένοι που φιλοξενούμε το έργο του. Αισθανόμαστε ότι δεν είχε την αρμόζουσα αναγνώριση και θα θέλαμε να το αλλάξουμε αυτό, ώστε ο κόσμος να γνωρίσει και να αρχίσει να κατανοεί πόση επιρροή έχει ασκήσει, πόσο πρωτοπόρος εξακολουθεί να είναι, ώστε όλο το έργο της μακράς καριέρας του να μπορεί να αναγνωριστεί» δήλωσε στο ΑΠΕ- ΜΠΕ, μία εκ των επιμελητών της έκθεσης του Μουσείου Tate, η Έλεν Ο Μάλεϊ.

Οι εγκαταστάσεις των γλυπτών του θυμίζουν εφευρέσεις και είναι εμφανής η σύνδεση της τέχνης με τις επιστήμες και την τεχνολογία, αλλά και η διάδρασή τους στο χώρο. Ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί τον μαγνητισμό και τον ηλεκτρισμό για να δημιουργήσει στα έργα του κίνηση, ήχο και φως. Σύμφωνα με την Έλεν Ο Μάλεϊ, η έκθεση είναι οργανωμένη θεματικά (πάνω σε τρεις βασικούς άξονες: μαγνητισμός και μέταλλα, φως και σκοτάδι, ήχος και σιωπή) και δεν έχει χρονολογική δομή. «Για εμάς ένα από τα ενδιαφέροντα πράγματα γύρω από το έργο του Τάκι είναι πόσο παιχνιδιάρικο και πειραματικό είναι. Σχεδόν ενέχει μία μαγεία, και ελπίζουμε να είναι μαγικό για τους επισκέπτες και να διασκεδάσουν στον χώρο, να εκτιμήσουν την πειραματικότητα του, τον τρόπο με τον οποίο κατάργησε τα σύνορα και τις συμβάσεις των παραδοσιακών γλυπτών. Δεν τον ενδιέφερε να δημιουργήσει στατικά αντικείμενα, ήθελε να παίξει με τα γλυπτά του με έναν διαφορετικό τρόπο» επισήμανε.

Η απαιτητική τοποθέτηση των εγκαταστάσεων της έκθεσης στο Tate Modern έγινε με την καθοδήγηση του ίδιου του 94χρονου καλλιτέχνη, σε συνεργασία με την τεχνική του ομάδα και το ίδρυμα Takis- Κέντρο Ερευνών για την Τέχνη και τις Επιστήμες των Αθηνών, υπό την εποπτεία του συγγραφέα και επιμελητή Γκάι Μπρετ, καθώς και των επιμελητών του Tate Modern, Μάικλ Ουέλεν και Έλεν Ο Μάλεϊ. Η διοργάνωση έγινε σε συνεργασία με το Museu d΄Art Contemporani της Βαρκελώνης και το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης στην Αθήνα.

Μερικά από τα έργα του

Στην 70χρονη και πλέον καριέρα του, πειραματίστηκε με διάφορα υλικά και τεχνολογίες που επήλθαν από τις επιστημονικές εξελίξεις της εποχής. Το 1950, δέχθηκε επιρροή από τις πρώτες εξερευνήσεις των αστρονόμων στις δυνάμεις του σύμπαντος. Τα «Σινιάλα» (1957) αποτελούν έναν από τους βασικούς σταθμούς των έργων του, που εμπνεύστηκε από την αναμονή του σε έναν σταθμό τρένων. Δημιούργησε τα γλυπτά από λεπτούς, εύκαμπτους μεταλλικούς στύλους, με την μορφή κεραιών, με αντικείμενα ή ηλεκτρικά φώτα στην κορυφή τους, τα οποία κινούνται και λυγίζουν με την κίνηση του αέρα γύρω τους.

Ένα χρόνο αργότερα, άρχισε να πειραματίζεται με τους μαγνήτες και την ενέργειά τους στα γλυπτά του, αναζητώντας τρόπους για να δείξει τις αόρατες δυνάμεις της φύσης και του κόσμου. Με την ιδιότητα της έλξης και της απώθησης που έχουν οι μαγνήτες στα μέταλλα δημιούργησε ένα νέο χώρο και σύντομα εξέθεσε τα πρώτα του μαγνητικά γλυπτά, με αντικείμενα δεμένα σε νάιλον κλωστή που αιωρούνταν στον χώρο με τη χρήση μαγνητών. Στα «τηλεμαγνητικά» του έργα περιλαμβάνονται το Magnetic Wall, το Télélumière, αλλά και το σημαντικό Magnetic Fields (1969), όπου μαγνητικά εκκρεμή δίνουν κίνηση σε περίπου εκατό γλυπτά.

Οι μαγνήτες χρησιμοποιήθηκαν και για γλυπτά που αποδίδουν κοσμικούς ήχους, συντονισμένους ή τυχαίους. Η εγκατάστασή του Electro-Magnetic Musical 1966, με μία χορδή κιθάρας τεντωμένη σε ένα πάνελ και μία μεγάλη βελόνα που αιωρείται μπροστά της και μετακινείται με τη χρήση μαγνητών, έχει ως αποτέλεσμα να παράγει μυστήριες δονήσεις και μελωδίες, που μεταδίδονται στον χώρο από ενισχυτές. Στην έκθεση του Tate Modern παρουσιάζεται μία σειρά από μουσικά του έργα, όπως μεταξύ άλλων η Μουσική Σφαίρα (1985) και το Gong (1978), φτιαγμένο από το τοίχωμα ενός δεξαμενόπλοιου.

Πολλά από τα υλικά που χρησιμοποιεί στις εγκαταστάσεις του, προμηθεύτηκε από κατάλοιπα στρατιωτικών οχημάτων, αεροσκαφών, ακόμη και από θραύσματα βομβών που συνέλεγε από διάφορες πηγές.

Ο Τάκις ήταν αυτοδίδακτος. Τα χρόνια μέχρι την εφηβεία του, συνέπεσαν με σημαντικά ιστορικά γεγονότα, όπως η δικτατορία Μεταξά και η Γερμανική κατοχή, στη διάρκεια της οποίας υπήρξε ηγετικό στέλεχος της ΕΠΟΝ. Το 1954 μετακόμισε στο Παρίσι και το έργο του κέρδισε τον θαυμασμό της παγκόσμιας avant-garde και πολλών καλλιτεχνών. Συμμετείχε στην Art Workers΄ Coalition και η απόφασή του να αποσύρει το έργο του από μια έκθεση στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέα Υόρκης υπήρξε κίνητρο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των καλλιτεχνών.

 

(Με πληροφορίες από το ΑΠΕ-ΜΠΕ)