«Eror» από την Γεωργία Σπυροπούλου στην Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

«Υπάρχει και συλλογική ευθύνη για τα προσωπικά λάθη».
|
Open Image Modal
©IriniZevgoli

Η συνθέτιδα Γεωργία Σπυροπούλου (ή Georgia Spiropoulos όπως είναι διεθνώς γνωστή) έχει μετοικήσει εδώ και πολλά χρόνια στην Γαλλία όπου δημιουργεί αλλά και διεξάγει έρευνες πάνω στην μουσική και συνολικά τον ήχο στο IRCAM του Παρισίου. Τα έργα της είναι στην πλειοψηφία τους αλλά κάθε άλλο παρά αποκλειστικά ηλεκτρακουστικά, με το θεατρικό στοιχείο να είναι εξίσου - ή και περισσότερο μερικές φορές - έντονο με το μουσικό και διερευνούν την σχέση της μουσικής πράξης με την ανθρωπογεωγραφία, το κοινωνικό γίγνεσθαι και το πως λειτουργεί κάθε μεμονωμένη προσωπικότητα εντός του. Ενα ακόμα τέτοιο είναι το «Eror (The Pianist)», εμπνευσμένο (όπως φαίνεται και από τον τίτλο του) από ένα graffiti σε αθηναϊκό τοίχο που το αποτελούσε η λέξη «Λάθως» για βίντεο, υπολογιστή και έναν πιανίστα/performer που παρουσιάζει σήμερα και αύριο στην Στέγη Ιδρύματος Ωνάση. 

Τι φταίει και η ψηφιακή εποχή όχι μόνο δεν έλυσε, έστω σε ένα βαθμό, τα στοιχειώδη ανθρώπινα προβλήματα αλλά δημιούργησε και άλλα μεγαλύτερα; Ποιο είναι το «φάντασμα στη μηχανή», για να θυμηθούμε τον Αρθουρ Κέστλερ το οποίο δεν επέτρεψε να εξελιχθούν τα πράγματα με τον ιδανικό τρόπο που τα προέβλεπε στην αρχή της δεκαετίας του ’70 ο «προφήτης» της πληροφορικής Αλβιν Τόφλερ στο «Τρίτο Κύμα»; 

Η ψηφιακή εποχή και η ανάλογη τεχνολογία δεν μπορεί να λύσει τα στοιχειώδη ανθρώπινα προβλήματα που είναι τόσο παλιά όσο ο άνθρωπος όπως για παράδειγμα ο πόλεμος, η εκμετάλλευση, η φτώχεια, η καταστροφή του περιβάλλοντος, ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η βία κ.λπ. Η ψηφιακή τεχνολογία είναι μια ακόμα τεχνολογία που μπήκε στην ζωή του ανθρώπου για να τον διευκολύνει. Είναι μια καταπληκτική τεχνολογία μέσω της οποίας μπορεί κανείς να έχει πρόσβαση στη πληροφορία και, αν προσπαθήσει, στη γνώση. Είναι εκπληκτικό αυτό αν σκεφτούμε ότι μόλις πριν μια εικοσαετία κάποιος που δεν μπορούσε να ταξιδέψει στο εξωτερικό ή δεν είχε πρόσβαση σε βιβλιοθήκες ήταν καταδικασμένος στην άγνοια. Σήμερα μπορεί κανείς πολύ εύκολα να ενημερωθεί και να διασταυρώσει τα τεκταινόμενα στην χώρα του από το Internet και τον ξένο Τύπο. Βρίσκω πολύ ωφέλιμη αυτή τη διασταύρωση πληροφοριών καθώς κανείς δεν μπορεί να ψεύδεται για καιρό, η πραγματικότητα. αποκαλύπτεται γρήγορα Έτσι βέβαια καταρρέουν και οι μύθοι. Σίγουρα είναι δύσκολη για την ανθρώπινη ψυχολογία αυτή η κατάρρευση των μύθων, προτύπων, ιστορικών ή πολιτικών προσώπων κ.λπ. αλλά είναι και εξαιρετικά χρήσιμη.

Όλα τα «κακά» που προκύπτουν από την τεχνολογία, οποία και αν είναι αυτή, προέρχονται πρωτίστως από την χρήση της από τον άνθρωπο. Η Ιστορία μας διδάσκει ότι ακόμα και από το «κακό» που «δημιουργεί» ο άνθρωπος, δυστυχώς αλλά έτσι είναι, επωφελείται. Μην ξεχνάμε ότι ένα μεγάλο μέρος της έρευνας στη ιατρική και την φαρμακοβιομηχανία έχει βασιστεί σε πειράματα που έγιναν σε ανθρώπους στον πρώτο και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Από φρικτά λοιπόν βασανιστήρια, από την εξαθλίωση του ανθρωπίνου όντος, από την καταπάτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επωφελούμαστε σήμερα όλοι μας.

Ας πάρουμε όμως και ένα αντίθετο παράδειγμα, τη χρήση της στη μουσική. Η «καλή» χρήση της μουσικής πληροφορικής δίνει την δυνατότητα σε ένα συνθέτη να δημιουργήσει, σε ένα παιδί να μάθει μουσική, σε έναν εκπαιδευτικό να διδάξει, σε έναν ερευνητή να έχει πρόσβαση σε πολύ σημαντικό μέρος της βιβλιογραφίας. Η ψηφιοποίηση των βιβλιοθηκών είναι πραγματικά κάτι πολύ χρήσιμο. Την περυσινή χρονιά δίδαξα σύνθεση στο πανεπιστήμιο McGill του Μόντρεαλ και διαπιστωσα προσωπικά πόσο πολύτιμη είναι η άμεση πρόσβαση στην βιβλιογραφία και σε δυσεύρετο μουσικό υλικό, σπάνιες παρτιτούρες, ηχογραφήσεις βίντεο κ.λπ. ενός εξαιρετικά οργανωμένου πανεπιστηίιου. Φυσικά αυτή η ψηφιακή οργάνωση της γνώσης συνοδεύεται από την οργάνωση του ιδίου του πανεπιστημίου καθώς και από τη γνώση και τη διαθεσιμότητα των ανθρώπων που εργάζονται σε αυτό.

Ένα άλλο παράδειγμα σχετικά με την σύνθεση μουσικής. Στα έργα που δουλεύω με την μουσική τεχνολογία χρειάζεται να ανταλλάσσω συχνά υλικό με τον βοηθό μου γιατί έτσι μπορούμε να δουλεύουμε παράλληλα από μακριά. Μπορώ για παράδειγμα να του στείλω υλικό που θα αποτελέσει αργότερα μέρος της παρτιτούρας, έχω αποφασίσει και υπολογίσει για παράδειγμα ποιες νότες θα παιχτούν, με ποια πυκνότητα, σε ποσό χρόνο σε ένα συγκεκριμένο μέρος της σύνθεσης. Το οργανωμένο αυτό υλικό πρέπει να εκφράσει ο υπολογιστής σε παρτιτούρα και το αποτέλεσμα ή το εργαλείο με το οποίο δουλεύω μπορεί να χρειάζεται διορθώσεις. Αυτές τις διορθώσεις τις κάνει ο βοηθός μου, όπου και αν βρίκσεται και μου τις στέλνει μετά.

Φυσικά με την ψηφιακή τεχνολογία, όπως και με πολλά αλλά πράγματα, προκύπτουν και μεγάλα θέματα όπως ο έλεγχος, η συγκέντρωση και η παραποίηση της πληροφορίας από λίγες εταιρείες με αποτέλεσμα τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Για το θέμα αυτό τα ευρωπαϊκά κράτη κάνουν μεγάλον αγώνα αυτή τη στιγμή. Πρέπει να γνωρίζουμε επίσης ότι έχουμε όλοι ευθύνη για τη χρήση του Internet. Ένα «αθώο» κλικ σε μια ανάρτηση μπορεί να αυξήσει χωρίς να το γνωρίζουμε τη δημοτικότητα ενός πολιτικού προσώπου. Μια άλλη αυταπάτη είναι ότι ο χρήστης κάποιου software μπορεί να νομίσει ότι θα γίνει εύκολα δημιουργός, χωρίς κόπο και γρήγορα. Αν δεν μελετήσεις εις βάθος και αν δεν εργαστείς σκληρά για να εξελίξεις αυτό που κάνεις όχι μόνο δεν θα φτάσεις μακριά αλλά θα παραμείνεις «πεινασμένος» και αποκαρδιωμένος.

Πιστεύω ότι η καλύτερη μέθοδος για την αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας είναι να την γνωρίζουν τα παιδιά από πολύ μικρά και μάλιστα με τέτοιο τρόπο ώστε πρώτον να την ελέγχουν τα ίδια όταν μεγαλώσουν, δεύτερον να την σαμποτάρουν όταν ελέγχεται από πολύ λίγες μεγάλες εταιρείες οι οποίες έχουν αποκλειστικά κερδοσκοπικές προθέσεις - διαμέσου των συνεχών αγορών που επιβάλλουν - βρίσκοντας εναλλακτικά, για παράδειγμα, ελεύθερο, «ανοιχτό» software και τρίτον να την συνδυάζουν με παράλληλες δημιουργικές δραστηριότητες, ακόμα και χειρωνακτικές, ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη εσωτερική ισορροπία.

Θα κλείσω το θέμα λέγοντας ότι πιστεύω πως πρέπει να μαθαίνουμε προγραμματισμό από πολύ μικροί ώστε να είμαστε όσο πιο ελεύθεροι γίνεται στις επιλογές μας. Όσο καλύτερα γνωρίζουμε κάτι τόσο περισσότερο το ελέγχουμε προς όφελος δικό μας αλλά και της κοινοτητας. 

Οι πάσης φύσεως πολιτικές δυσλειτουργίες είναι από τις αιτίες ή τα αποτελέσματα αυτής της αποτυχίας; 

Οι πολιτικές δυσλειτουργίες υπάρχουν από τότε που ο άνθρωπος συνειδητοποίησε ότι είναι πολιτικό ον, από τότε που έφτιαξε την «πόλη», δεν είναι κάτι καινούργιο. Πιστεύω πως δεν πρέπει να διαχωρίζουμε την έννοια του πολίτη από την πολιτική. Με αυτή την έννοια καθένας και κάθεμία μας είναι υπεύθυνος/η για ό,τι συμβαίνει. Τις «δυσλειτουργίες» τις δημιουργούν και οι πολίτες μαζί με το πολιτικό σύστημα το οποίο είναι δημιούργημα των πρώτων και όχι κάποια «μοίρα». Υπάρχουν πολλοί τρόποι σήμερα, ακόμη και εναλλακτικοί, για να εργαστεί και να λειτουργήσει κανείς, ας μην τα περιμένουν όλα από άλλους ή «εξ ύψους». Μπορούμε να πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μα αλλά πρέπει να χάσουμε και κάτι. Αυτή όμως η απώλεια θα μας κάνει πιο δυνατούς. 

Η λύση για να βγούμε από αυτά τα νέα αδιέξοδα βρίσκεται εντός του συνολικού ψηφιακού οικοδομήματος, να επενδύσουμε δηλαδή στην τεχνητή νοημοσύνη ή να επιστρέψουμε και να εμβαθύνουμε στην πηγή όλων, την ανθρώπινη διάνοια, ξαναβάζοντας πιθανόν στο παιχνίδι και τον συναισθηματικό κόσμο μας; 

Πιστεύω ότι πάντα χρειάζεται μια συνδυαστική προσέγγιση, δεν μπορεί μία μόνο πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας να έχει τη μερίδα του λέοντος στη σωτηρία της ανθρωπότητας. Εξάλλου δεν υπάρχει τέτοια «σωτηρία» όπως μας διδάσκει η Ιστορία. Πιστεύω ότι πρέπει να λειτουργούμε παράλληλα, ταυτόχρονα σαν κοινωνικό σύνολο και ως πρόσωπα. Τη λύση για να βγούμε από κάθε αδιέξοδο θα την βρούμε μέσα από τη συνέργεια της νόησης και της αίσθησης, της σκέψης και του συναισθήματος. 

Η ίδια η αφορμή του έργου σας που του έδωσε και τον τίτλο, η απλούστατη λέξη λάθος γραμμένη εσφαλμένα, μήπως καταδεικνύει ότι στην ρίζα των αιτίων βρίσκεται το συνολικό έλλειμμα παιδείας, διεθνώς και ακόμα μεγαλύτερο ίσως στη χώρα μας από αλλού; 

Λάθος ή λάθη συμβαίνουν σε όλες τις χώρες του κόσμου, δεν έχει η Ελλάδα την πρωτιά. Για να μιλήσουμε όμως για την χώρα μας η κατάσταση είναι εξαιρετικά δύσκολη για πολλούς λόγους. Θα ήθελα να αναφέρω έναν μόνον, ότι η παιδεία στην Ελλάδα έχει πραγματικά αποσαθρωθεί. Είναι όμως το αποτέλεσμα ενός χρόνιου προβλήματος που κανείς δεν αναλαμβάνει να λύσει και φαίνεται ότι και ολόκληρη η κοινωνία συναινεί σ’ αυτό. Αναρωτιέμαι γιατί δεν υιοθετείται στην Ελλάδα ένα από τα δυο - τρία μοντέλα που υπάρχουν διεθνώς, δεν είναι πολλά και όλα λειτουργούν, περισσότερο ή λιγότερο. Γιατί πρέπει να ανακαλύψουμε εκ νέου ένα άλλο εδώ, όταν μάλιστα δεν μπορούμε να το κάνουμε;

Η παιδεία μας είναι επίσης πολύ «κλειστή», κομματικοποίηση και κάθε λογής φατρίες είναι μια αιμορρούσα πληγή. Αυτό συνάδει με την οικογενειοκρατική αντίληψη της κοινωνίας που είναι προβληματική, το να μην ωριμάζει κανείς και να έχει πάντα ανάγκη τους γονείς του. Ολοι φυσικά τους έχουμε αλλά κάποτε πρέπει να μεγαλώσουμε, να υπάρξουμε αυτόνομοι/ες μέσα στον κόσμο. Αν δεν υπάρχουν ξένοι φοιτητές αλλά και διδάσκοντες στα πανεπιστήμια μιας χώρας είναι καταδικασμένη να είναι αποκκομμένη από το διεθνές γίγνεσθαι και να υστερεί. Πρέπει να έρθουν άνθρωποι στην Ελλάδα από πολλές χώρες, Δύση και Ανατολή, φοιτητές, καθηγητές και ερευνητές. Μόνο τότε θα υπάρξει αληθινή πρόοδος και επεωφελής ανταλλαγή, κινητοποίηση, δημιουργική περιέργεια και όρεξη. Και μόνο τότε μπορείς να κάνεις συγκρίσεις...

Δεν πρέπει να φοβόμαστε τις συγκρίσεις γιατί κάθε λαός μα και κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός σε κάτι. Πρέπει να βρούμε αυτό το κάτι και να έχει σχέση με το παρόν.  Οι μυθολογίες του παρελθόντος είναι χρήσιμες και μας διδάσκουν όταν βρίσκουν τη θέση τους στο σήμερα, στην καθημερινή ζωή. Και το σήμερα δεν μπορεί να φοράει τις «στολές» του παρελθόντος και να καμαρώνει, πρέπει να φτιάξει τις δικές του, καινούριες «στολές». Μαθαίνει κανείς μέσα από τον διάλογο με τον άλλο. Διαφορετικά τα πράγματα είναι καταδικασμένα να μένουν στάσιμα. Ξέρω ότι αυτό ίσως να μην αρέσει σε πολλούς αλλά οφείλω να το πω γιατί, όπως και πολλοί άλλοι/ες Ελληνες/ίδες που έχουν επίσης ζήσει στο εξωτερικό, γνωρίζω πόσο ωφέλιμο είναι αυτό για μια χώρα.

Η λέξη «λάθος» σχετίζεται με τη λήθη. Ο άνθρωπος ξεχνά, από αμέλεια, αδιαφορία ή γιατί από την φύση του είναι προγραμματισμένος να ξεχνά. Μας ενδιαφέρει όμως η πρώτη περίπτωση γιατί αυτήν μπορούμε και οφείλουμε να ελέγξουμε καλύτερα. Όταν λοιπόν ξεχνάμε ότι ο υπολογιστής που αγοράσαμε θα είναι σε δυο με τρία χρονιά άχρηστος, ότι έτσι έχει προγραμματιστεί ώστε να αγοραστεί καινούριος, ότι δεν πρόκειται να ανακυκλωθεί, και ότι ομάδες ανθρώπων στη νότια Ασία και την Αφρική θα αναλάβουν να «εξορύξουν» τον ελάχιστο χρυσό που περιέχει εισπνέοντας καρκινογόνες ουσίες, όταν δηλαδή παραβλέπουμε την δική μας συμμετοχή σε αυτή την αλυσίδα, έχουμε μεγάλη ευθύνη.

Τι μπορούμε όμως να κάνουμε; Ίσως αντί να κοιτάξουμε τις καλύτερες τιμές ενός καινούριου προϊόντος να βλέπαμε πως θα μπορούσαμε να ανακυκλώσουμε τον υπολογιστή ή το tablet. Να απαιτήσουμε από τις εταιρείες και τα καταστήματα να ανακυκλώνουν αλλιώς να μην αγοράζουμε, επίσης να αγοράζουμε μεταχειρισμένες συσκευές. Υπάρχει πολύ σοβαρό οικολογικό πρόβλημα στον πλανήτη αλλά πλέον και στο διάστημα με τα σκουπίδια. Τα πλαστικό έχει πια εισχωρήσει στη διατροφική αλυσίδα, τα ψάρια τρώνε τα πλαστικά μας και εμείς τα ψάρια. Είναι ένας καταστροφικός φαύλος κύκλος για τον οποίο πρέπει να μεριμνήσουμε όχι μόνο σε πολιτικό αλλά και σε προσωπικό επίπεδο. 

Δεν ξέρω αν έχετε συνειδητοποιήσει ένα ενδιαφέρον οξύμωρο, ότι το ίδιο το όνομα του οργάνου που χρησιμοποιείτε είναι υπό μιαν έννοια λανθασμένο αφού μπορεί να το λέμε για συντομία και ευκολία πιάνο αλλά η αληθινή πλήρης ονομασία του είναι πιανοφόρτε. Με τον υπότιτλο αλήθεια κάνετε μια αναφορά στην ομότιτλη ταινία του Ρόμαν Πολάνσκι ή όχι; 

Η λέξη piano είναι μια συντόμευση του pianoforte, δεν είναι λάθος, τέτοιου είδους συντομεύσεις είναι συνηθισμένες σε άλλες γλώσσες. Το «The pianist» είναι απλά μέρος του τίτλου και δεν έχει σχέση με οποιοδήποτε άλλο έργο. 

Το τμήμα της μουσικής σύνθεση του έργου αφορούσε στον προγραμματισμό των υπολογιστών, τις νότες που παίζονται – ή δεν παίζονται – στο πιάνο η αμφότερα; 

Χρησιμοποιώ την μουσική πληροφορική στα έργα μου με πολλούς τρόπους. Στο συγκεκριμένο έργο η δουλειά που κάναμε στον υπολογιστή άφορουσε τόσο στο μουσικό και ηχητικό υλικό, τις νότες και τους ήχους, όσο και στον χώρο. Αμφότερα οι νότες και οι ήχοι μπορούν να αλλάξουν χρώμα, τονικό ύψος και διάρκεια. Μπορούμε επίσης να δημιουργήσουμε καινούριο υλικό σε πραγματικό χρόνο, για παράδειγμα ένα νέο σύνολο ήχων, ένα σύννεφο από αυτούς κατά την διάρκεια της παράστασης. Αυτό το σύννεφο ήχων δεν υπάρχει κάπου στο σκληρό δίσκο, γεννιέται τότε και σχετίζεται με αυτό που παίζει ο πιανίστας εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Μιαν άλλη φορά θα είναι διαφορετικό.

Ένα άλλο στοιχείο που εργαζόμαστε πάνω του είναι η θέση και η κίνηση των ήχων στο χώρο, σε ποιο σημείο της αίθουσας εμφανίζεται ένας ήχος, για πόση ώρα, αν θα μετακινηθεί σε άλλο σημείο, πότε και για πόσο. Πρόκειται δηλαδή για διαδρομές που κάνουν ήχοι οι οποίοι γεννιούνται εκείνη τη στιγμή μέσα στο χώρο. Πέραν από αυτό υπάρχει κάτι εξίσου σημαντικό, η σύνθεση στο στούντιο που έχει γίνει νωρίτερα και αφορά στα μέρη που συνοδεύονται από βίντεο και δίχως πιάνο. Σε άλλα σημεία δούλεψα με κλασικές τεχνικές της ηλεκτροακουστικής μουσικής.

Το υλικό που χρησιμοποιώ είναι δείγματα από ηχογραφήσεις του πιάνου που κάναμε στα στούντιο αλλά και από ηχογραφήσεις αρχείου, δικές μου και άλλων. Χρησιμοποιώ ήχους πόλεων, ηχητικά σήματα όπως σειρήνες και κόρνες, φωνές «περασμένες» από τον υπολογιστή κ.λπ. Έχω συγκεντρώσει εξαιρετικά πλούσιο υλικό με ήχους που συλλέγω εδώ και αρκετά χρόνια. 

Αντίστοιχα θεωρείτε τον ερμηνευτή σας σε αυτή την περίπτωση μουσικό εκτελεστή, ηθοποιό ή αμφότερα; 

Ο πιανίστας σε αυτό το έργο δεν είναι απλά ερμηνευτής αλλά και αυτοσχεδιαστής και performer. Το έργο έχει δουλευτεί διαμέσου μιας συνεχούς ανταλλαγής μεταξύ μας. Κάθε φορά θα είναι μοναδικό και κάθε φορά ένας καινούριος μουσικός θα μπορεί να το ερμηνεύει διαφορετικά. Γίνονται αλλαγές και τροποποίησες στη μορφή, το υλικό και τη μεγάλη φόρμα που πρότεινα στον πιανίστα αφού άκουσα τις προτάσεις του. Είναι ένας πολύ ενδιαφέρων διάλογος με τον μουσικό που χρειάζεται πρωτίστως πάρα πολύ δουλειά για την οργάνωση της συνολικής φόρμας αλλά και των επί μέρους μορφών. Η performance, η κίνηση του σώματος, έχει σημαντικό ρόλο στο «Eror» και είναι άμεσα συνδεδεμένη με την παραγωγή του ήχου. Δεν υπάρχει καθαρό θέατρο ή μίμηση, κάθε κίνηση συνδέεται με τον ήχο που παράγεται ή ακόμη και με την απουσία του. 

Με ποια μέθοδο, διανοητική ή πρακτική, συνδυάζετε την συχνοτική ηλεκτρονική μουσική των υπολογιστών με εκείνη ενός συγκερασμένου τονικού οργάνου όπως το πιάνο; 

Αυτό που φιλτράρει την πληθώρα δυνητικών συνδυασμών είναι το αυτί. Άλλοτε χρειάζεται να δώσω περισσότερη βαρύτητα στο τονικό ύψος και άλλοτε στο ηχόχρωμα. Τις περισσότερες φορές στο «Eror» το πιάνο χρησιμοποιείται ως μη συγκερασμένο όργανο παρότι φυσικά είναι χορδισμένο. Χρησιμοποιώ τσαμπιά ήχων (clusters) ή άλλους ήχους όπου το πιάνο λειτουργεί σαν κρουστό. Σε μια άλλη περίπτωση, εκεί όπου απαιτείται η χρήση τονικών υψών, δουλεύω πάνω στο glissando, το γλίστρημα της νότας προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Είναι μια τεχνική εμπνευσμένη από τα έγχορδα, τα πνευστά ή τη φωνή και την οποία το πιάνο δεν είναι σχεδιασμένο για να παράγει. Με ενδιαφέρει πολύ η ηχητική και τονική προέκταση ενός οργάνου στα πεδία συνάντησης με άλλα, είναι ένα από τα στοιχεία που ερευνώ παράλληλα με τα ηλεκτρονικά. 

Η δομή και η μορφή που έχετε δώσει στο έργο σημαίνει ίσως ότι η προσωπική σας θέση είναι ότι η μόνη αντίδραση του δημιουργού, του ανθρώπου του πολιτισμού, του διανοούμενου σε όσα δυσάρεστα ή και φρικτά συμβαίνουν δεν μπορεί παρά να είναι η σιωπή ή έστω μια «βουβή εξέγερση» η οποία, όντας έλλογη, μπορεί και να είναι και πολύ πιο αποτελεσματική από τα όποια επαναστατικά οράματα/φαντασιώσεις; 

Δεν νομίζω ότι το έργο μου δείχνει ότι επιλέγω την σιωπή, περισσότερο από την «θέση» προτιμώ την «μετακίνηση». Φυσικά παίρνω θέση στα πράγματα αλλά, όταν την αλλάζω, σημαίνει ότι έχω επανεξετάσει κάποιο θέμα και έχω μετακινηθεί. Βρίσκω πως έστω και αν κάνω λάθος έχω σίγουρα διανύσει ένα μονοπάτι.

Ευτυχώς έχουμε την ευκαιρία στα πλαίσια της δημοκρατίας να εκφράζουμε την προσωπική μας σκέψη/άποψη/κριτική με διάφορους τρόπους, γράφοντας, μιλώντας, μελετώντας, δημιουργώντας, κατεβαίνοντας στο δρόμο, μπορεί κανείς να τα συνδυάσει όλα αυτά. Ωστόσο η μουσική και η τέχνη γενικότερα ανοίγει διαφορετικούς δρόμους. Είναι ένας τρόπος να μην τίθενται τα ζητήματα με ερωτήσεις, απαντήσεις, θέσεις και αντιθέσεις. Η προσέγγιση των σοβαρών θεμάτων είναι πολύ διαφορετική. Πιστεύω ότι ο ακροατής/θεατής έχει μοναδικές ευκαιρίες να συλλογιστεί διαφορετικά και περισσότερα ελεύθερα πάνω σε ενα ζήτημα αν φυσικά το εκάστοτε έργο του το επιτρέπει. Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις που η μουσική και γενικά η δημιουργία επιλέγουν την σιωπή θα υπογραμμίσω ότι τουλάχιστον αυτή είναι αναίμακτη. 

Από την στιγμή που πήγατε στο IRCAM χάσατε το ενδιαφέρον σας για έργα που δεν είναι ηλεκτρονικά αλλά χρησιμοποιούν μία ή περισσότερες από τις «παραδοσιακές» πηγές παραγωγής ήχου στην μουσική; 

Δεν έχω χάσει καθόλου το ενδιαφέρον μου για τη σύνθεση ακουστικών έργων, είτε οργανικών είτε φωνητικών, μονωδιακών ή χορωδιακών. Η δουλειά μου στα ηλεκτρονικά είναι μάλιστα πολύ «μπολιασμένη» από το ακουστικό στοιχείο και βέβαια συμβαίνει και το αντίστροφο, πρόκειται για ένα συνεχές «πέρα – δώθε». Το βασικό στοιχείο που διαφοροποιεί τον ηλεκτρονικό από τον ακουστικό ήχο είναι ότι ο πρώτος, επειδή παράγεται είτε από μια γεννήτρια είτε ψηφιακά, μπορεί να διαρκεί για πάντα, όσο λειτουργεί το σύστημα που τον παράγει, κάτι που δεν συμβαίνει με τα «φυσικά» όργανα εκτός από το εκκλησιαστικό. Το ηχόχρωμα του ενός επηρεάζει την γραφή μου για τον άλλο, πολλές φορές συναντιούνται τόσο οι δυο ήχοι ώστε μπορεί κανείς να μην αναγνωρίσει την πηγή.

Δυστυχώς ελάχιστες ορχήστρες αναθέτουν έργα σε συνθέτες και όταν γίνεται αυτό πρέπει να εντάσσονται σε ένα σχετικά εύκολο στην ακρόαση συγκεκριμένο στιλ και ας αφήσουμε το γεγονός ότι παίζονται έργα μετά από...δίωρες πρόβες! Δυστυχώς υπάρχει η αντίληψη ότι έναν έργο του Μπετόβεν ή του Χάιδν είναι δεδομένο και είναι ευκολότερο επειδή είναι τονικό ή του Μάλερ γιατί είναι υστερορομαντικό. Ετσι ούτε νέα πεδία ανοίγονται ούτε παλαιότερα επανεξετάζονται. Είναι λίγο απολιθωμένα τα πράγματα, ένα υπέροχο μουσείο με «νεκρά αντικείμενα» που κανείς δεν τολμά να πειράξει αρκεί μόνο να είναι μέσα στις νόρμες, στα προκαθορισμένα πλαίσια. 

Αντίστοιχα σας ενδιαφέρουν πλέον μόνο τα πολυμεσικά έργα και καθόλου τα αμιγώς μουσικά, ηλεκτρονικά ή μη; 

Με ενδιαφέρουν πάρα πολλοί και διάφοροι συνδυασμοί. Έχω γράψει καθαρά ακουστικά έργα, έργα για χορωδία, σύνολα δωμάτιου, σολίστ, καθαρή ηλεκτροακουστική μουσική, μεικτή μουσική με live electronics. Έχω επίσης κάνει έργα με βίντεο, το τρίτο τέτοιο είναι το «Eror». Αυτά είναι εξολοκλήρου δική μου σύλληψη, είμαι υπεύθυνη συνολικά για το οπτικό σκέλος και επίσης τα σκηνοθετώ. Σε ένα από αυτά, την installation «Ηχογεωγραφία», είχα επιμεληθεί ακόμα και τεχνικά το βίντεο. 

Και ποιο είναι το αμέσως επόμενο σχέδιο/project σας; 

Αρκετά, τα πλέον άμεσα είναι ένα έργο για σόλο βιόλα και ηλεκτρονικά και ένα άλλο βασισμένο σε αρχαία ελληνική τραγωδία. 

Αναμφίβολα το ίδιο «ανήσυχα» αλλά και ανθρωποκεντρικά, όπως και όλα τα προηγούμενα και σίγουρα τα επόμενα της Γεωργίας Σπυροπούλου...