Λάθη και παραλείψεις τη νύχτα των Ιμίων

Τα σημεία τρωτότητας της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής.
Open Image Modal
.
Eurokinissi

Με τη συμπλήρωση είκοσι τεσσάρων χρόνων από το βράδυ τις 31ης Ιανουαρίου του 1996, και με το πλήθος των αναλύσεων από μελετητές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά και από τους Έλληνες πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους, που πρωταγωνίστησαν στην κρίση των Ίμιων, θα μπορούσαμε να αποτυπώσουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα των αιτίων της κατάρρευσης της Ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής.

Η αποτροπή είναι μια διανοητική λειτουργία/διαδικασία που αποσκοπεί στον επηρεασμό του τρόπου λήψης αποφάσεων των κρατικών δρώντων, με αντικειμενικό στόχο την προάσπιση-προαγωγή της αυτοσυντήρησης-ασφάλειας του εκάστοτε κράτους. Εμπερικλείει το σύνολο των πολιτικών δεσμεύσεων ενός κράτος να προασπίσει με όλα τα διαθέσιμα μέσα (οικονομικά, διπλωματικά, στρατιωτικά) τα εθνικά του συμφέροντα. Το μέτρο αξιοπιστίας των πολιτικών δεσμεύσεων είναι ανάλογο του βαθμού εθνικής ισχύος του κράτους και του διακυβευόμενου σχετικού του συμφέροντος –επιβίωση. Υπό αυτό το πρίσμα και με αφετηρία την πολιτική δέσμευση του Έλληνα πρωθυπουργού, Κ. Σημίτη (31.1.1996):

«Έχουμε τα μέσα και θα τα χρησιμοποιήσουμε χωρίς δισταγμό. Δε δεχόμαστε καμία απολύτως αμφισβήτηση στα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Ας μη γελιούνται»,

θα επιχειρήσουμε μια περιγραφική ανάλυση των αβελτηριών στη διαδικασία διαμόρφωσης-εφαρμογής της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής. 

Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, δύναται να υποστηριχθεί ότι τα δύο αντιτιθέμενα μέρη, Ελλάδα-Τουρκία, εμφανιστήκαν επαρκώς ικανοποιημένα από την έκβαση της κρίσης των Ιμίων, παρουσιάζοντας μια αμοιβαία επωφελή συμφωνία (win-win). Ειδικότερα για την Αθήνα, το διακύβευμα συνίστατο στην προάσπιση των κεντρικών πολιτικών της στόχων – διασφάλιση της εθνικής της κυριαρχίας, αποφυγή γενικευμένης σύρραξης - διμερών διαπραγματεύσεων για τη επαναδιαπραγμάτευση του εδαφικού καθεστώτος στο Αιγαίο.

Παρά ταύτα, η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αγνοήσει την κατάρρευση της αποτρεπτικής της στρατηγικής. Το δίλημμα πόλεμος ή ειρήνη που προσπάθησε να δημιουργήσει απέναντι στην Άγκυρα, αντιστράφηκε, εξαιτίας του τούρκικου τακτικού αιφνιδιασμού, με αποτέλεσμα η Αθήνα να κληθεί να επιλέξει μεταξύ γενικευμένης σύρραξης ή ειρήνης με συμβιβαστική υποχώρηση. Αναλυτικότερα η ελληνική αποτρεπτική στρατηγική, όπου σύμφωνα με το επιχειρησιακό σχέδιο του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ), εδράζονταν στην απειλή τιμωρίας του αντιπάλου, υπονομεύθηκε πραγματολογικά από την απουσία πολιτικής βούλησης για την εφαρμογή της. Κατά τούτο, διαφάνηκαν οι αδυναμίες της, ως προς την ανάσχεση εναλλακτικών στρατηγικών περιορισμένου σκοπού και ελεγχόμενου ρίσκου, από τον εν δυνάμει επιβουλέα. Συνακόλουθα απωλέσθη και η δυνατότητα ελέγχου της κλιμάκωσης, από τα χαμηλά στα ενδιάμεσα στάδια της κρίσης, λόγω του συστημικού περιορισμού του παράγοντα της διεθνούς αποτροπής –Η.Π.Α. Ειδικότερα, στα σημεία τρωτότητας της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής εγγράφονται τα εξής χαρακτηριστικά : 

α) Ασυνέχεια- ασυνέπεια στη διαδικασία λήψης αποφάσεων για τη διαχείριση του τουρκικού εδαφικού τετελεσμένου, λόγω της διάστασης μεταξύ πολιτικής-στρατιωτικής ηγεσίας και της μη επεξεργασίας εναλλακτικών πολιτικών επιλογών. 

β) Αδυναμία συντονισμού της διαμεσολαβητικής διαδικασίας, απόρροια της πολυεπίπεδης διαπραγμάτευσης που διεξάγονταν με τις ΗΠΑ. Για παράδειγμα υπήρξε έλλειψη πολιτικής συνεννόησης τόσο μεταξύ των Ελλήνων πολιτικών αξιωματούχων που συνομιλούσαν με τους Αμερικανούς ομολόγους τους, όσο και μεταξύ της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. 

γ) Επιχειρησιακή αδυναμία των Ελληνικών ένοπλων δυνάμεων στο τακτικό επίπεδο, ως προς την αποτροπή στρατιωτικών ενεργειών περιορισμένης κλίμακας. Η διαταγή της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας προς τις ένοπλες δυνάμεις, οριοθετούνταν στη διαφύλαξη της εδαφικής ακεραιότητας και συγκεκριμένα στην αποτροπή κατάληψης, «έστω και πρόσκαιρης», οποιαδήποτε βραχονησίδας. Ενώ στην περίπτωση που ο αντικειμενικός στρατιωτικός στόχος δεν καθίστατο εφικτός, καλούνταν να εφαρμόσουν το ανάλογο επιχειρησιακό σχέδιο για την άμεση ανακατάληψή της/τους. Πάρα ταύτα η στρατιωτική ηγεσία, αντιμετώπισε την κρίση ως “προάγγελο” μιας γενικευμένης σύρραξης και λιγότερο ως σύγκρουση χαμηλής έντασης. Σύμφωνα με τον Α/ΓΕΕΘΑ, ναύαρχο Χρ. Λυμπέρη: «Με την πάροδο του χρόνου και την προοδευτική κλιμάκωση της κρίσης, άρχισε να γίνεται όλο και πιο ισχυρή η παρουσία του δάσους (Αιγαίο) δίπλα στο δέντρο (Ίμια). Εάν πηγαίναμε σε σύγκρουση δεν θα παιζόταν τα Ίμια, θα παιζόταν κάτι περισσότερο και αυτό βασάνιζε τις ώρες εκείνες. Έπρεπε να είσαι έτοιμος και για το μεγαλύτερο κτύπημα…». 

δ) Απώλεια του ελέγχου της κλιμάκωσης στο κορυφαίο σημείο της κρίσης. Ο έλεγχος της κλιμάκωσης αποτελεί κεντρικό ζήτημα σε μια διακρατική κρίση, εφόσον η πλευρά που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία των κινήσεων διαμορφώνει, σε μεγάλο βαθμό, το τελικό γινόμενο. Σε μια κρίση τρεις είναι οι δρώντες που δύναται να αποκτήσουν τον έλεγχο της κλιμάκωσης τα δυο αντιτιθέμενα μέρη και ο εμπλεκόμενος διεθνής παράγοντας. Στην κρίση των Ιμίων, οι ΗΠΑ ανέλαβαν τον έλεγχο της κλιμάκωσης μετά την κατάληψη της δυτικής Ίμια από τις τούρκικες δυνάμεις, περιορίζοντας την πιθανότητα μιας γενικευμένης σύρραξης. 

ε) Οι ασαφείς εντολές της πολιτικής προς τη στρατιωτική ηγεσία. Η επιτυχής διαχείριση μιας διακρατικής κρίσης, προϋποθέτει τη στενή διασύνδεση-συνεργασία της πολιτικής με τη στρατιωτική γραφειοκρατία. Η κυβέρνηση οριοθετεί τους αντικειμενικούς πολιτικούς στόχους, αναθέτοντας στη στρατιωτική ηγεσία το έργο της διαμόρφωσης-εφαρμογής της κατάλληλης στρατιωτικής στρατηγικής για την επίτευξη τους. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Α/ ΓΕΕΘΑ: «στην κρίση του 1996 δεν συνήλθε το ΚΥΣΕΑ για να εκτιμήσει την κατάσταση, να αποφασίσει για την στρατιωτική διαχείριση της κρίσης και να δώσει κατευθυντήριες οδηγίες προς την στρατιωτική ηγεσία, συμπεριλαμβανόμενων κάτι των κανόνων εμπλοκής». 

στ) Η υπεροχή στρατιωτικής ισχύος στο τακτικό πεδίο δεν αντικατοπτρίσθηκε στο στρατηγικό επίπεδο. Σύμφωνα με έκθεση του A/ΓΕΕΘΑ το ισοζύγιο της ναυτικής ισχύος στη θαλάσσια περιοχή των βραχονησίδων, κατά την κορύφωση της κρίσης (30-31 Ιανουαρίου) έκλινε προς την ελληνική πλευρά.

«Η Ελλάδα διέθετε τακτικό πλεονέκτημα έναντι του αντίπαλου και κατά την έναρξη των εχθροπραξιών θα μπορούσε να επιφέρει ισχυρό πλήγμα με την Αεροπορία και το Ναυτικό».

Παρά το γεγονός ότι η Ελληνική στρατιωτική ηγεσία ακολούθησε, ως ένα βαθμό την προτροπή του Κλαούζεβιτς, για τη διατήρηση σχετικής υπέροχης στο αποφασιστικό σημείο, δεν μπόρεσε να αποτρέψει την κατάληψη της δυτικής Ίμια. Στο σημείο αυτό επαληθεύεται η υπόθεση εργασίας του John Mearsheimer, για τον υψηλό βαθμό τρωτότητας της αποτρεπτικής στρατηγικής ενός κράτος, κατά τις περιπτώσεις που ο αντίπαλος εφαρμόζει στρατιωτική στρατηγική περιορισμένου σκοπού σε συνδυασμό με την επίτευξη τακτικού αιφνιδιασμού.

Συμπερασματικά η κρίση των Ιμίων θα μπορούσε να αναλυθεί στα πλαίσια της διαλεκτικής τριών μεταβλητών :

α) στην επιχειρησιακή απίσχναση της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής, απέναντι σε στρατηγικές περιορισμένου σκοπού-ελεγχόμενης πίεσης,

β) στη στρατηγική ενόραση της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας ως προς το σημείο τρωτότητας της ελληνικής, ενεργητικής αποτρεπτικής στρατηγικής, αναπτύσσοντας μια στρατηγική ελεγχόμενης πίεσης για τη δημιουργία ενός εδαφικού τετελεσμένου,

γ) στον προσδιοριστικό ρόλο του παράγοντα της διεθνούς αποτροπής, ως προς τον έλεγχο της κλιμάκωσης και την έκβαση του αποτελέσματος της κρίσης.