Πρόβλημα δεν είναι η πολιτικοποίηση, αλλά οι τρόποι με τους οποίους γίνεται…

Με αφορμή τον συλλογικό τόμο Όψεις της ελληνικής κρίσης: συγκρουσιακός κύκλος και θεσμικές εκβάσεις (επιμ. Ν. Σερντεδάκις, Στ. Τομπάζος, Αθήνα: Gutenberg, 2018).
Open Image Modal
Riot in Greece.
Leontura via Getty Images

Αφορμή για το κείμενο αυτό αποτελεί ο συλλογικός τόμος Όψεις της ελληνικής κρίσης: συγκρουσιακός κύκλος και θεσμικές εκβάσεις που κυκλοφόρησε το 2018 από τις Εκδόσεις Gutenberg σε επιμέλεια των Νίκου Σερντεδάκι και Σταύρου Τομπάζου (ISBN 978-960-01-1952-7), 599 σ. Το βιβλίο παρουσιάστηκε σε ειδική εκδήλωση που διοργάνωσε το Εργαστήριο Συγκρουσιακής Πολιτικής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, την Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019, στην οποία συμμετείχαν, εκτός απόν υποφαινόμενο και τους δυο επιμελητές, η καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών Μάρω Παντελίδου-Μαλούτα. Τη συζήτηση συντόνισε η δημοσιογράφος της Εφημερίδας των Συντακτών Ντίνα Δασκαλοπούλου.

Με την πολυετή της παρουσία στην Ελλάδα και διεθνώς, η Συγκρουσιακή Πολιτική, κλάδος που κατ’ εξοχήν μελετά συλλογικές δράσεις και κοινωνικά κινήματα, έχει συμβάλλει εξόχως δημιουργικά στην ανάδυση αυτού που αρέσκομαι να αποκαλώ εύρωστη διεπιστημονικότητα: η διερεύνηση του περιεχομένου, των μορφών, και των αποτελεσμάτων της συλλογικής δράσης απλών ανθρώπων χωρίς πρόσβαση στους διαύλους της εξουσίας δεν επηρεάζεται μόνο αλλά και διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι πολιτικοί θεσμοί ‒κάτι που αποκαλύπτεται ιδιαίτερα γλαφυρά σε δι-ιστορική προοπτική. Ήδη στη φράση αυτή που μόλις διατύπωσα εμπλέκονται και συνομιλούν η πολιτική επιστήμη, η κοινωνιολογία και η ιστορία. Αυτό εννοώ με το «εύρωστη διεπιστημονικότητα» και το θεωρώ ιδιαίτερα εντυπωσιακό.

Στρέφοντας το βλέμμα στον τόμο, εύκολα κανείς διαπιστώνει πως πρόκειται για πόνημα εξαιρετικά σημαντικό. Αυτό ισχύει βέβαια, εν πρώτοις, για τον προφανή λόγο: το ότι εξετάζει πολυπρισματικά (τολμώ να πω εξονυχιστικά) μια τόσο κρίσιμη περίοδο της σύγχρονης ‒της πολύ πρόσφατης‒ ελληνικής ιστορίας μέσα από το πρίσμα του συγκρουσιακού κύκλου που προκλήθηκε από τις κινητοποιήσεις ενάντια στη λιτότητα. Πιστεύω όμως πως ο κύριος λόγος είναι θεωρητικός, και αφορά τόσο το παρόν όσο και το μέλλον.

Τη στιγμή που γράφονται τούτες οι γραμμές βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη 18 ή 19 συγκρουσιακοί κύκλοι ανά την υφήλιο, κάποιοι από τους οποίους είναι ευθέως εξεγερσιακοί. Επιπλέον, σε μια παγκόσμια οικονομία ασφυκτικά γεμάτη με νέες φούσκες και ‒ως εκ τούτου‒ στα πρόθυρα μιας νέας ύφεσης, ανάλογης ή και μεγαλύτερης αυτής του ’07-’08, οι συγκρουσιακοί αυτοί κύκλοι όχι μόνο δεν αποτελούν παρελθόν, αλλά είναι η μουσική του μέλλοντος.

Τι μεγαλύτερο καθήκον για μια ενσυνείδητη κοινωνική επιστήμη από το να διερευνήσει σε βάθος αυτήν την έννοια ‒την έννοια «συγκρουσιακοί κύκλοι»: να μελετήσει τον ακριβή τους χαρακτήρα και τους μηχανισμούς μέσα από την επενέργεια των οποίων ανακύπτουν· να εξετάσει τους παράγοντες που τους επηρεάζουν (τόσο εκείνους που λειτουργούν προωθητικά όσο και εκείνους που παρεμβαίνουν για να τους αναχαιτίσουν)· να εισφέρει προβληματισμό για τα πρακτικά τους αποτελέσματα: να τα αποτιμήσει, να τα αντιπαραβάλλει με την ιστορική εμπειρία, να καταθέσει θεωρητικά πορίσματα για το κομβικό αίτημα της δημοκρατικής εμβάθυνσης (που βέβαια δεν μπορεί να προσεγγίζεται ανεξάρτητα και από το αίτημα του κοινωνικού μετασχηματισμού).

Ο συλλογικός τόμος Όψεις της ελληνικής κρίσης ακριβώς κάνει. Το κάνει έμπρακτα και το υλοποιεί, αναδεικνύοντας το μεγάλο εμπειρικό και θεωρητικό πλούτο της ελληνικής εμπειρίας, δημιουργεί όμως ταυτόχρονα και τις απαραίτητες γνωστικές γέφυρες για το επόμενο βήμα ‒για ακόμη πιο εστιασμένες έρευνες, για ακόμη ποιο εύρωστο θεωρητικό προβληματισμό.

Θέλω καταρχάς να εξάρω την πολλαπλότητα των γωνιών θέασης του θέματος. Είτε βασιζόμενα άμεσα, είτε ευθέως συνομιλώντας με μιαν ερευνητικά στέρεα καταγραφή των τριών φάσεων από τις οποίες διήλθε το διεκδικητικό κίνημα της περιόδου που εξετάζεται, τα κείμενα καταπιάνονται με πλειάδα θεματικών τόσο της θεσμικής όσο και της συγκρουσιακής πολιτικής. Έχουμε έτσι κείμενα για τον ακριβή χαρακτήρα της κρίσης και τη διεθνή της φύση· για την επίδραση που αυτή άσκησε στις εργασιακές σχέσεις (όχι μόνο σε ελληνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο), και βέβαια για την υφή, τα χαρακτηριστικά, και τη δυναμική των κινητοποιήσεων έτσι όπως αυτές εκδηλώθηκαν στις Πλατείες των Αγανακτισμένων, στους αγρότες, στους δημόσιους υπαλλήλους, στον εργατικό συνδικαλισμό, αλλά και σε τοπικό επίπεδο, κυρίως ως συγκρουσιακά περιβαλλοντικές δράσεις.

Υπάρχουν ακόμα αναλύσεις για τις κρίσιμες αντιφασιστικές δράσεις της περιόδου (δράσεις οι οποίες πεισματικά αντιμετώπισαν και εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το φαινόμενο του νεοφασισμού που εγγενώς προκαλείται από τη λειτουργία και τις πρακτικές του συστήματος), καθώς επίσης και για τις μορφές αλληλεγγύης που αναδύθηκαν προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της κρίσης. Είναι και αυτό ένα μείζον ζήτημα της περιόδου που διανύουμε, που μας καλεί για νέες εννοιολογήσεις: πόσο νέες ήταν αυτές οι μορφές, είχαν όλες κινηματικό στίγμα ‒αν ναι ποιες, αν όχι γιατί; Σημαντικές είναι, τέλος, οι συνδυαστικές αποτυπώσεις της διεθνούς εμπειρίας ‒με κείμενα για το αμερικανικό Occupy καθώς και για τις εξελίξεις στη Λατινική Αμερική.

Σκόπιμα δεν έχω αναφερθεί ακόμη στα πιο πολιτικά εστιασμένα κείμενα ‒και ο λόγος είναι ότι σε αυτά θέλω κυρίως να εστιάσω την προσοχή μου καθώς θεωρώ ότι συμβάλλουν με έναν ιδιαίτερο τρόπο στο συνολικό ερευνητικό και θεωρητικό αφήγημα του τόμου. Θέλω να καταθέσω τις παρατηρήσεις μου σε τρεις χρόνους που τους θεωρώ θεωρητικούς και αφηγηματικούς κόμβους. 

Ι

Ο πρώτος είναι μια διαπίστωση όχι καθαυτό πολιτική, αλλά με εξόχως σημαντικές πολιτικές προεκτάσεις. Αφορά το τεράστιο διεκδικητικό δυναμικό των κοινωνιών: της ελληνικής βεβαίως, αλλά ‒προφανώς‒ όχι μόνο της ελληνικής. Σε πείσμα όσων πασχίζουν να μας πείσουν ‒είτε ανοήτως μεμψιμοιρώντας, είτε εμπρόθετα απογοητεύοντας‒ ότι οι σύγχρονες κοινωνίες στρογγυλοκάθονται στους καναπέδες τους, η ελληνική αλλά ‒ας επαναλαμβάνω‒ και η διεθνής εμπειρία μαρτυρούν το αντίθετο. Και τι δεν έχει γραφτεί για το θέμα αυτό, για τη δήθεν εγγενή, «μεταβιομηχανική» παθητικότητα των υποτελών! Για το τέλος των τάξεων, των ιδεολογικών, της ίδιας της ιστορίας! (Και να θυμίσω ότι ο κατά τα άλλα πολύ σημαντικός Daniel Bell έβγαλε το βιβλίο του Το τέλος της Ιδεολογίας ακριβώς τη στιγμή που ερχόταν στο προσκήνιο της ιστορίας ακριβώς η δεκαετία των ιδεολογιών, η δεκαετία του ’60.) Βασικό συμπέρασμα που πρέπει να κρατήσουμε λοιπόν ‒και ως σοβαροί κοινωνικοί επιστήμονες (με την έμφαση στο επιστήμονες) να διαδώσουμε‒ είναι πως οι υποτελείς αντιστέκονται. Πιο αργά ή πιο γρήγορα, αλλά πάντα, αντιστέκονται στην ατομική ιδιοποίηση του κοινωνικού μόχθου, και με τις δράσεις τους μετασχηματίζουν τον κόσμο. Πρόκειται για εγχείρημα που είναι διαρκές (σε αυτό άλλωστε οφείλεται η κοινωνική εξέλιξη) και δι-ιστορικό, και που για να καταστεί πλήρως αντιληπτό οφείλουμε να υιοθετήσουμε μιαν οπτική μακράς ιστορικής διάρκειας, μιαν οπτική που θα αποτιμά τη «μεγάλη εικόνα». Άρα το πρόβλημα της πρόσφατης περιόδου ‒το ότι οι πράγματι συνταρακτικές συλλογικές δράσεις που αναλήφθηκαν στην Ελλάδα δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την εξακολούθηση της αδιέξοδης λιτότητας‒ δεν είναι αυτό που θα λέγαμε κοινωνικό. Είναι πρόβλημα κατεξοχήν πολιτικό.

Αυτό με πάει σε ένα δεύτερο, κατά τη γνώμη μου εξίσου κομβικό σημείο, το ζήτημα της πολιτικοποίησης των κινηματικών αγώνων.

 

ΙΙ

Πρόκειται για διάσταση που με ευκρίνεια αποτυπώνει ο τόμος, εντοπίζοντάς την στο διάστημα μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης φάσης του συγκρουσιακού κύκλου, όταν σταδιακά οι διεκδικητές άρχισαν να προσδοκούν επίλυση των αιτημάτων τους από πολιτικές διαδικασίες και διαβήματα στις οποίες ασφαλώς προνομιακό ρόλο διαδραμάτιζαν τα κόμματα. Υπό το φως των μετέπειτα εξελίξεων (και αναφέρομαι ασφαλώς στη συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ) το φαινόμενα δίνει λαβή σε δυο βασικές ερμηνείες που ‒ρητά ή πιο υπόρρητα‒ θεωρώ πως ο τόμος τις περιλαμβάνει αμφότερες.

Η μια τείνει να διαγνώσει το πρόβλημα στην ίδια την εξέλιξη της κομματικής πολιτικοποίησης (θα έλεγα στην πολιτικοποίηση καθ’ εαυτή), μέσα από το γνωστό μοτίβο της «ανάθεσης» του αγώνα σε κομματικά στελέχη. Αν και αυτό δε λέγεται ρητά, η εικόνα που αναδύεται στο πλαίσιο αυτής της οπτικής είναι πως οποτεδήποτε οι συγκρουσιακοί δρώντες «εγκαταλείπουν το δρόμο» σε αναζήτηση πολιτικής έκφρασης, το μετασχηματιστικό εγχείρημα είναι ήδη καταδικασμένο σε αποτυχία.

Το καταθέτω για προβληματισμό και σπεύδω αμέσως να συμφωνήσω με τμήμα ‒αλλά μόνο τμήμα‒ αυτής της απόδοσης (στην οποία αφθονούν όροι όπως «οριζόντια», «άμεση» ή «προεικαστική δημοκρατία» ‒όροι οπωσδήποτε ευφάνταστοι, όμως και όροι με συχνά αδιευκρίνιστες σημασίες και, ακόμα συχνότερα, συγκεχυμένες εμπειρικές αναφορές). Ποιο είναι το τμήμα αυτής της προβληματικής με το οποίο συμφωνώ;

Αποτιμώντας την ελληνική εμπειρία όπως αυτή σκιαγραφείται στο βιβλίο, συμφωνώ απολύτως με το ότι η κινηματική αποκλιμάκωση πράγματι αφαιρεί πόρους από την υπόθεση της διεκδίκησης, κάνοντας την επίτευξη των στόχων της λιγότερο πιθανή (ειδικά αν οι στόχοι αυτοί είναι στόχοι «μεγάλοι», όπως «μεγάλοι» ήταν και στο συγκρουσιακό κύκλο κατά της λιτότητας). Θα διατύπωνα όμως αυτήν την πραγματικότητα κάπως διαφορετικά. Θα έλεγα, συγκεκριμένα, πως οποτεδήποτε τα κινήματα αφήνουν την πολιτική τους εκπροσώπηση ανεξέλεγκτη, τότε είναι που πράγματι η έκβαση των δράσεών τους νομοτελειακά υπονομεύεται. Αν είναι έτσι όμως, συνάγεται πως προβληματική δεν είναι τελικά ‒ως σύνολο και καθ’ εαυτή‒ η διαδικασία της πολιτικοποίησης (το γεγονός ότι κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, τα κοινωνικά κινήματα αντιλαμβάνονται πως ο αγώνας τους είναι σε τελική ανάλυση ‒ακριβώς αυτό‒ πολιτικός), αλλά οι τρόποι με τους οποίους αυτή η πολιτικοποίηση συντελείται και οι μορφές που παίρνει.

Πρόκειται για συμπέρασμα που οδηγεί στη δεύτερη ανάγνωση των εξελίξεων που και αυτή περιλαμβάνεται στον τόμο, αλλά στρέφει το βλέμμα της στο εξακολουθητικά «μαύρο κουτί» των διεργασιών που συντελούνται στο εσωτερικό κομμάτων, ρευμάτων και οργανώσεων που επαγγέλθηκαν (και επαγγέλλονται) μια δυνατότητα εκπροσώπησης των υποτελών.

Στο πλαίσιο αυτής της οπτικής, δεν είναι η πολιτικοποίηση καθ’ εαυτή (κομματική ή άλλη) που συνιστά πρόβλημα, πρόβλημα είναι αντίθετα το γεγονός ότι, καθώς αυτή συντελείται, τα κινήματα δεν καταφέρνουν (ή, για να το θέσω προβολικά, δεν έχουν ακόμη καταφέρει) να αποτρέψουν τη γνωστή σε όλους μας διαδικασία της γραφειοκρατικοποίησης των κομμάτων. Είναι μια διαδικασία που την έχουμε δει ξανά και ξανά στην ιστορία, αρχής γενομένης με την ιστορική σοσιαλδημοκρατία των αρχών του 20ού αιώνα, από την οποία δε γλύτωσαν ούτε οι νέοι σχηματισμοί της αριστεράς ‒πολιτικοί οργανισμοί που, ενώ αρχικά αναδύθηκαν ως κινηματικά κόμματα αμφισβήτησης, κατέληξαν στη συνέχεια και με ταχείς ρυθμούς) νεο-ρεφορμιστικά κόμματα καρτέλ με όλες τις γνωστές συνέπειες. 

ΙΙΙ

Αυτή η τελευταία διαδικασία ‒η γραφειοκρατικοποίηση της δυνάμει πολιτικής έκφρασης των διεκδικητικών κινημάτων της εποχής μας‒ είναι ο τρίτος θεωρητικός κόμβος που νομίζω αναδεικνύεται στον τόμο, και αναδεικνύεται ιδιαίτερα γλαφυρά.

Σε μιαν εποχή που, με την πρακτική τους (κάποτε ατελέσφορη, κάποτε φαύλη, κάποτε απλώς φαιδρή), τα κόμματα απογοητεύουν, αποκαρδιώνουν και όχι σπάνια εξοργίζουν, εξακολουθούν εντούτοις να αποτελούν τις πιο οργανωμένες μορφές πολιτικής έκφρασης που οι υποτελείς διαθέτουν και που αν εξέλειπαν, θα επέρχονταν κατακερματισμός, ακόμη μεγαλύτερη αποκαρδίωση, ενδεχομένως ιδιώτευση ‒με αποτέλεσμα η δουλειά των κυρίαρχων να γίνει μεσο-μακροπρόθεσμα απείρως ευκολότερη. Συμπέρασμα ‒που απηχεί στο χώρο της θεωρίας των κομμάτων ό,τι και πριν έλεγα αναφορικά με τη σχέση κινηματικής δράσης και πολιτικοποίησης‒ είναι πως δεν είναι τα κόμματα καθ’ εαυτά το πρόβλημα, πρόβλημα είναι η γραφειοκρατικοποίησή τους και το πώς αυτή μπορεί να ελεγχθεί και να αντιστραφεί.

Θεωρώ πως η διερεύνηση αυτών των δυο «πώς» ‒πώς γραφειοκρατικοποιούνται τα κόμματα και πώς μπορούμε να ελέγξουμε αυτήν τη γραφειοκρατικοποίηση συνιστά ένα από το πλέον βασικά ερευνητικά ζητούμενα της εποχής μας με τεράστια γνωστική-θεωρητική εμβέλεια και προεκτάσεις, τόσο για το παρόν όσο και ‒κυρίως‒ για το μέλλον όλων των μετασχηματιστικών εγχειρημάτων.

Είναι μια θεματική που, όπως είπα, ανακύπτει γλαφυρά στο πλαίσιο του τόμου, και που καθήκον μας είναι να συνεχίσουμε να εξετάζουμε, χωρίς προκαταλήψεις αλλά με πλήρη ιστορική συνείδηση και μεθοδολογική εγρήγορση. Ο τόμος ‒όλες οι συμβολές μαζί αλλά και κάθε μια χωριστά‒ μας παρέχουν άφθονους πόρους για μια τέτοιου είδους διερεύνηση που, ιδωμένη μέσα από ένα πρίσμα συγκριτικής πολιτικής κοινωνιολογίας, αναδεικνύουν και την τεράστια σημασία της ελληνικής εμπειρίας.

Το τελευταίο σημείο είναι και αυτό νομίζω ιδιαίτερα σημαντικό. Λόγω πολλών και διάφορων παραγόντων, σκεπτόμαστε συνήθως την Ελλάδα αποκομμένη από τη διεθνή εμπειρία με δυο ατυχή αποτελέσματα: το πρώτο είναι να μην αξιοποιούμε όσο θα έπρεπε την εμπειρία της για να εμπλουτίσουμε τις θεωρητικές συζητήσεις που διεξάγονται διεθνώς. Ένα συναφές δεύτερο είναι ότι τη δουλειά αυτή τείνουν να την κάνουν άλλοι ‒κι όταν λέω «άλλοι» δεν εννοώ αλλοεθνείς, εννοώ μελετητές χωρίς κατανόηση των πυκνών διαδικασιών που μελετά η Συγκρουσιακή Πολιτική και χωρίς την απαραίτητη θεωρητική και μεθοδολογική σκευή οι οποίοι έρχονται στο πεδίο για λόγους ευκαιριακούς (αν όχι ευθέως κανονιστικούς και υποβολιμαίους). Το ότι ο τόμος αναδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους αυτή η πραγματικότητα μπορεί να αλλάξει συγκαταλέγεται προνομιακά στις προκλήσεις του, αποτελεί μια ακόμη συνεισφορά του.

Για όλους αυτούς τους λόγους οφείλονται ιδιαίτερες ευχαριστίες στους επιμελητές, σε όλους τους συντελεστές, καθώς και στις εκδόσεις Gutenberg για την άψογη έκδοση. Το πιο σπουδαίο είναι όμως η διαδρομή που ο τόμος θα διανύσει στο κοινό του: η αναγνωσιμότητά του, η εμπέδωση των συμπερασμάτων του, η δημιουργική τους αφομοίωση. Καταλήγοντας θέλω λοιπόν ιδιαίτερα να τονίσω αυτήν την παραίνεση και να την απευθύνω κυρίως (αν και όχι αποκλειστικά) στους ηλικιακά νεότερους αναγνώστες. Οι θεματικές που ο τόμος πραγματεύεται δεν είναι μόνο απαραίτητες για να κατανοήσουμε σφαιρικά και συμπεριληπτικά τη συγχρονία μας (τα πώς και τα γιατί του παρόντος χρόνου), είναι εξίσου απαραίτητες όχι μόνο για φανταστούμε το μέλλον μας αλλά και για να επινοήσουμε τρόπους για την πραγμάτωσή του.