Είναι αλήθεια ότι η ανεργία των νέων αποτελεί το σημαντικότερο πρόβλημα της ελληνικής αγοράς εργασίας;

Υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι η ανεργία αποτελεί ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα ανεξαρτήτως ηλικίας και είναι αναγκαία η εφαρμογή πολιτικών αντιμετώπισής της, διατυπώνεται το συμπέρασμα ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση από αυτήν που αναλογεί στην ανεργία των νέων ηλικίας 15-24 ετών, δεδομένου ότι άλλες ηλικιακές ομάδες επλήγησαν σφοδρότερα από την ανεργία και παράλληλα αντιμετωπίζουν δυσχερέστερες εργασιακές προοπτικές.
|
Open Image Modal

Μία εκ των σημαντικότερων επιπτώσεων της κρίσης στην Ελλάδα είναι η αύξηση της ανεργίας, ειδικότερα των νέων, σε επίπεδα πρωτόγνωρα για τη χώρα: το 2014, η ανεργία των νέων προσέγγισε το 60%. Στον επιστημονικό, αλλά και γενικότερα στο δημόσιο διάλογο, γίνεται ειδική αναφορά στην αύξηση της ανεργίας των νέων, ενώ σημαντικές πρωτοβουλίες έχουν αναπτυχθεί τόσο σε εγχώριο επίπεδο, όσο και σε αυτό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες δίνουν προτεραιότητα στη συγκεκριμένη ηλικιακή κατηγορία ανέργων. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ως άνεργοι νεαρής ηλικίας ορίζονται τα άτομα ηλικίας από 15 (ηλικία ολοκλήρωσης υποχρεωτικής εκπαίδευσης) έως 24 ετών, που είναι διαθέσιμα για εργασία, αναζητούν ενεργά κάποια θέση εργασίας, αλλά δεν βρίσκουν.

Γενικότερα, οι νέοι βρίσκονται σε δυσχερέστερη θέση στην αγορά εργασίας έναντι των μελών του εργατικού δυναμικού μεγαλύτερης ηλικίας, καθώς δυσκολότερα εξέρχονται από το καθεστώς της ανεργίας, ενώ παράλληλα ευκολότερα εισέρχονται σε αυτό. Οι επιχειρήσεις συχνά διστάζουν να προσλάβουν εργαζομένους με μικρή προϋπηρεσία και να επενδύσουν σε αυτούς, ενώ αν αποφασίσουν τη μείωση του εργατικού δυναμικού τους, είναι πιθανότερο να ξεκινήσουν με την απόλυση εργαζομένων νεαρής ηλικίας, των οποίων η προϋπηρεσία είναι μικρότερη και το κόστος απόλυσής τους χαμηλότερο, συγκρινόμενο με αυτό των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας και προϋπηρεσίας.

Για να απαντηθεί το ερώτημα αν το πρόβλημα της ανεργίας έπληξε αναλογικά σφοδρότερα τους νέους έναντι άλλων ηλιακών ομάδων, θα πρέπει να απαντηθούν τρία επί μέρους ερωτήματα. Πιο συγκεκριμένα:

Πρώτον, η επιδείνωση των επιδόσεων της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της κρίσης, έπληξε περισσότερο τη συγκεκριμένη ηλιακή ομάδα έναντι άλλων;

Στην Ελλάδα (αλλά και όχι μόνο), τα ποσοστά ανεργίας των νέων ηλικίας 15-19 και 20-24 ετών ήταν υψηλότερα από τα ποσοστά ανεργίας των μελών του εργατικού δυναμικού μεγαλύτερης ηλικίας ακόμα και πριν την κρίση. Ωστόσο, κατά την περίοδο 2010-2014, η αύξηση του συνολικού ποσοστού ανεργίας φαίνεται να «τροφοδοτήθηκε» κατά πολύ περισσότερο από άνεργους μεγαλύτερης ηλικίας, παρά από άνεργους ηλικίας 15-24 ετών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα ποσοστά ανεργίας για τις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες αυξήθηκαν εντονότερα από τα ποσοστά ανεργίας των νέων 15-19 και 20-24 ετών.

Δεύτερον, η συγκεκριμένη ομάδα ανέργων, όπως ορίζεται με βάση το ηλικιακό κριτήριο, είναι πολυπληθέστερη έναντι άλλων;

Παρά το γεγονός ότι τα ποσοστά ανεργίας των νέων ηλικίας 15-19 και 20-24 ετών είναι υψηλότερα μεταξύ των άλλων ηλικιακών ομάδων, ο απόλυτος αριθμός των ανέργων αυτών των ηλικιακών κατηγοριών είναι σημαντικά μικρότερος έναντι άλλων. Για παράδειγμα, το 2014, οι άνεργοι ηλικίας 15-24 ετών ήταν περίπου 160 χιλιάδες, ενώ οι άνεργοι ηλικίας 25-29 ετών ξεπερνούσαν τις 222 χιλιάδες και οι άνεργοι ηλικίας 30-34 ετών τις 208 χιλιάδες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός η συντριπτική πλειονότητα των νέων ηλικίας 15-24 ετών δεν αναζητά ενεργά κάποια θέση εργασίας, επιλέγοντας συνήθως την παραμονή του στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Τρίτον, υπάρχουν κάποια ποιοτικά χαρακτηριστικά των ανέργων μεγαλύτερης ηλικίας που καθιστά τη θέση τους δυσχερέστερη έναντι των ανέργων νεαρής ηλικίας;

Αναμφισβήτητα, η ανεργία των νέων προκαλεί έντονες αρνητικές οικονομικές, κοινωνικές, δημογραφικές και πολιτικές επιπτώσεις. Μία από αυτές, που φαίνεται να εντείνεται τα τελευταία χρόνια, είναι η αναζήτηση καλύτερων επαγγελματικών προοπτικών στο εξωτερικό, προκαλώντας τη διαρροή εγκεφάλων (brain drain). Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι μεγαλύτερης ηλικίας άνεργοι συχνά δεν διαθέτουν εναλλακτικές επιλογές εκτός της απασχόλησης λόγω των οικονομικών υποχρεώσεων που φέρουν, σε αντίθεση με τους νέους που συχνά είναι προστατευόμενα μέλη οικογενειών. Επίσης, οι μεγάλης ηλικίας άνεργοι είναι δύσκολο να βρουν εργασία, ειδικά όταν προέρχονται από τομείς της οικονομίας που στο παρελθόν ήταν εκτεταμένοι και εξαιρετικά δύσκολα θα ανακάμψουν στο μέλλον ή ακόμα και αν αυτό συμβεί θα δημιουργήσουν λιγότερες θέσεις εργασίας σε σχέση με το παρελθόν, όπως για παράδειγμα ο κλάδος των κατασκευών. Τέλος, ιδιαίτερα δυσχερής θα πρέπει να θεωρείται η θέση των ανέργων που βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότησή τους, τους οποίους ο επιχειρήσεις δύσκολα θα επιλέξουν να προσλάβουν χωρίς την παροχή κάποιων κινήτρων.

Υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι η ανεργία αποτελεί ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα ανεξαρτήτως ηλικίας και είναι αναγκαία η εφαρμογή πολιτικών αντιμετώπισής της, διατυπώνεται το συμπέρασμα ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση από αυτήν που αναλογεί στην ανεργία των νέων ηλικίας 15-24 ετών, δεδομένου ότι άλλες ηλικιακές ομάδες επλήγησαν σφοδρότερα από την ανεργία και παράλληλα αντιμετωπίζουν δυσχερέστερες εργασιακές προοπτικές.