Δέκα χρόνια κομμάτια

Το στοίχημα, επομένως, είναι να δούμε πέραν των επερχόμενων εκλογών.
|
Open Image Modal
eurokinissi

Η μεγάλη επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας στις Ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου, με τις εννιάμιση μονάδες διαφορά προκάλεσε στο ΚΙΝΑΛ, παβλοφικά θα λέγαμε, την αναβίωση των πιο βαθιών, αντιδεξιών αντανακλαστικών· έτσι, πυροδοτήθηκαν οι λαλιώτειοι μηχανισμοί που οδήγησαν στη «βενιζελιάδα» του περασμένου Σαββατοκύριακου, η οποία είχε σα σκοπό να στείλει το μήνυμα στην αντίπερα όχθη, ότι δεν θα είναι εύκολη η επανάληψη του σεναρίου του 2012.

Η κίνηση της Φώφης Γεννηματά να μεθοδεύσει την έξοδο του Βαγγέλη Βενιζέλου από το ΚΙΝΑΛ ήταν ένα ανέλπιστο δώρο προς τον κλυδωνιζόμενο Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος θέλει στις επερχόμενες εκλογές να πετύχει μια αξιοπρεπή ήττα, που δεν θα τον συντρίψει, αλλά θα του δώσει την ευκαιρία να κινηθεί ηγεμονικά προς την συγκρότηση ενός μεγάλου σοσιαλφιλελεύθερου μετώπου στα πρότυπα του αμερικάνικου δημοκρατικού κόμματος. Είναι το σενάριο της “δεξιάς παρένθεσης” που προσβλέπει να προκαλέσει εκλογές σε λιγότερο από έναν χρόνο, με την αποτυχία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από την επερχόμενη βουλή εάν η ΝΔ δεν επιτύχει αυτοδυναμία. Σε αυτές, δοθέντος και του πολυκατακερματισμού που θα προκαλέσει η εφαρμογή της απλής αναλογικής, θα γίνει η προσπάθεια να συγκροτηθεί ένα πλατύ σχήμα “προοδευτικής διακυβέρνησης” που θα ανακόψει τα ερείσματα της δεξιάς στον μεσαίο χώρο.

Στο Μέγαρο Μαξίμου και τη Χαριλάου Τρικούπη, το σκεπτικό αυτό πλασάρεται ως “υψηλή στρατηγική”, ένα πανέξυπνο πολιτικό κόλπο από εκείνο που χαρακτηρίζει τους μεγάλους ηγέτες, εκείνους που είναι ικανοί να μετατρέψουν μια ήττα που διαφαίνεται να έχει διαστάσεις συντριβής, σε απαρχή μιας μεγάλης μεθαυριανής νίκης.

Στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι και οι μηχανισμοί που μετέχουν αυτής της αντίληψης είναι ό,τι πιο αναχρονιστικό υπάρχει στην ελληνική πολιτική σκηνή, ζουν ακόμα κάπου στα μέσα του 1980, με την πολιτική τους συνείδησή να αποτελεί ένα είδους μετεμφυλιακού ζόμπι. Του ίδιου ζόμπι που έχει μεταβάλει την Ελλάδα εδώ και δέκα χρόνια σε μια χώρα νεκροζώντανη.

Πια, αυτό είναι το πολιτικό πρόγραμμα της αριστεράς στην Ελλάδα: Είναι κατ’ αρχάς “ερντογανική” μια και πιστεύει όπως ο νέος Σουλτάνος ότι «η δημοκρατία είναι ένα λεωφορείο που σε κατεβάζει στην στάση που θέλεις» –την εξουσία. Δεύτερον, υπηρετεί πλήρως την εταιρειοκρατία, ακολουθεί πιστά τους ολιγάρχες, υποτάσσεται ανοιχτά στις πρεσβείες, μετέχει πλήρως στο καθεστώς των ανισοτήτων και της αδικίας που κάποτε κατήγγειλε. Μάλιστα, χρησιμοποιεί πελατειακά ένα μέρος των λαϊκών στρωμάτων που τα οδηγεί στη λουμπενοποίηση, εξαγοράζοντας με ψίχουλα έναν στρατό ψηφοφόρων. Και τρίτον, πρωτοπορεί στην κοινωνική μηχανική της νέας εποχής, εκφράζοντας έναν πολιτιστικό ριζοσπαστισμό που είναι απαραίτητος για την έλευση της μετανθρώπινης κατάστασης: Αποδόμηση του έθνους και των ιερών του, ως σύστημα ιστορικής συνέχειας αξιών που δημιουργεί αυτοσυνείδηση στους λαούς, και μετατρέπει τις κοινωνίες από τυχαίες συγκεντρώσεις ανθρώπων σε πολιτικές κοινότητες· αποδόμηση των φύλων και της αγαπητικής τους συσχέτισης σε οικογένεια, που δημιουργεί και το πρώτο κοινωνικό κύτταρο στον άνθρωπο· ξερίζωμα του ανθρώπου μέσα από την αποθέωση της κινητικότητας των «ανοιχτών συνόρων». Κι όλα αυτά, μέσα από την ανακύκλωση των αντιδεξιών παθών. Ποιόν, άραγε, θα καταφέρουν να πείσουν;

Το στρατήγημα της «μεγάλης δημοκρατικής παράταξης» είναι καταδικασμένο να αποτύχει, τουλάχιστον σε αυτές τις εκλογές. Μετά δεν γνωρίζουμε τι θα κάνει, καθώς είναι άγνωστο το τι θα πράξει μια κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Ωστόσο σήμερα, έρχεται ενάντια στις διαθέσεις της ελληνικής κοινωνίας. Κι αυτό γιατί ο κόσμος κουράστηκε. Σιχάθηκε πλέον την «Πολακιάδα» σαν την μεταμοντέρνα έκφραση του αυριανισμού, μια ρητορική που καλεί διαρκώς την κοινωνία να βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση εναντίον της «επάρατης δεξιάς». Σιχάθηκε και την πολιτική αστάθεια, καθώς διαισθάνεται ότι η χώρα μπαίνει σε μεγάλη γεωπολιτική και εθνική περιδίνηση, έχει καθηλωθεί οικονομικά και κοινωνικά, χρειάζεται μια σταθερή και ισχυρή κυβέρνηση που δεν αναμοχλεύει τα πολιτικά πάθη του 20ου αιώνα, αλλά προχωράει με αποφασιστικότητα στην εφαρμογή ενός γενικού ανορθωτικού προγράμματος. Αυτές είναι οι ανάγκες, και μπροστά στην επιτακτικότητά της, η ανακύκλωση του «δεξιού μπαμπούλα» φαντάζει κακό θέατρο.

Πολιτική δύναμη που εγγυάται την ύπαρξη αυτής της κυβέρνησης, βέβαια, δεν υπάρχει, σήμερα. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ωστόσο, υπήρξε το ακριβώς αντίθετο από αυτό, ένα μείγμα των χειρότερων παθογενειών του πασοκονεοδημοκρατισμού των προηγούμενων δεκαετιών, και γι’ αυτό η ελληνική κοινωνία θέλει οπωσδήποτε «απαλλαγή». Να τιμωρηθούν «τουλάχιστον» αυτοί που ολοκλήρωσαν το μνημόνιο… αντιμνημονιακά ενταφιάζοντας κάθε ανεξαρτησία της ελληνικής οικονομίας, εκείνοι που την μετέβαλαν σε hot spot, που υπέγραψαν τη Συμφωνία των Πρεσπών, που μετέτρεψαν την μεγάλη πυρκαγιά της Ανατολικής Αττικής σε εκατόμβη νεκρών, που μετέβαλαν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της χώρας σε επαίτη επιδομάτων που, που, που…

Την ίδια στιγμή, ο κόσμος δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στη Νέα Δημοκρατία και τον «Κούλη», όπως τον θέλει η συριζαϊκή προπαγάνδα αποδόμησης που τέθηκε σε λειτουργία ήδη από την πρώτη στιγμή της εκλογής του στο τιμόνι του κεντροδεξιού κόμματος. Ωστόσο θα πάει να την ψηφίσει, μάλλον μαζικότερα απ’ ό,τι στις ευρωεκλογές, γιατί πλέον η πλειοψηφία του κόσμου δεν ψηφίζει θετικά, αλλά ασκεί “εκλογική μηχανική”: Το μόνο που θέλει είναι αλλαγή στο τιμόνι της διακυβέρνησης, και η εναλλακτική που προσφέρεται σήμερα είναι η Νέα Δημοκρατία. Αύριο, βλέπουμε.

Το πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας

Το πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας, είναι υπαρκτό και όχι επικοινωνιακή κατασκευή του αντιπάλου της. Δεν είναι ωστόσο ο «Κούλης» ή ο «Άδωνις», που λένε στα συριζαϊκά μέσα, αλλά μια βαθιά, υπαρξιακή κρίση ταυτότητας που ταλανίζει την κεντροδεξιά επί δεκαετίες, ιδίως την τελευταία. Οι αντινομίες είναι τεράστιες: Ένα κόμμα λελογισμένου προοδευτισμού με συντηρητική βάση· κομφορμιστές ως προς την εθνομηδενιστική παγκοσμιοποίηση και τον ευρωπαϊσμό, που ταυτόχρονα στηρίζονται στον πατριωτισμό των ακροατηρίων που την ψηφίζουν. Νεοφιλελεύθεροι σε μια χώρα που το μεγάλο της κεφάλαιο είναι παρασιτικό και κρατικοδίαιτο, υπέρ της εταιρειοκρατίας, την ίδια στιγμή που στηρίζονται από μικροϊδιοκτήτες κλυδωνιζόμενους από τον κρατισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Υπέρ της αξιοκρατίας και της αριστείας, ωστόσο, οικογενειοκράτες και νεοκοτζαμπάσηδες μέσα στο ίδιο τους το κόμμα.

Αυτές οι αντινομίες  δεν επιτρέπουν στη Νέα Δημοκρατία να αποκτήσει ηγεμονικό ρόλο στην ελληνική πολιτική ζωή, δηλαδή, να διασπάσει τις διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος, οδηγώντας σε μια ανασύνθεση του ελληνικού πολιτικού βίου. Από το 2004, όποτε ψηφίζεται από ευρύτερα ακροατήρια και κατακτάει την κυβέρνηση, το πετυχαίνει δια της εις άτοπον απαγωγής: Να στηρίξουμε τον Καραμανλή για να φύγει ο Σημίτης, τον Σαμαρά για να φύγει ο Γιωργάκης, τον Μητσοτάκη για να φύγει ο Τσίπρας. Εξάλλου δεν είναι τυχαίο ως προς αυτό ότι πάντοτε η Νέα Δημοκρατία ακολουθεί την τακτική του «ώριμου φρούτου» και περιμένει τον εκφυλισμό του αντιπάλου της στην εξουσία: Ως κόμμα σε κρίση ταυτότητας δεν μπορεί να προκαλέσει ρεύμα αλλαγής μέσα στην κοινωνία, εκμεταλλεύεται τις περιστάσεις, αλλά δεν μπορεί να τις δημιουργήσει. Με το που βγαίνει, έτσι, στην κυβέρνηση, παραδίδει την πρωτοβουλία στην αντιπολίτευση, η οποία κατά παράδοση ενδύεται έναν κινηματισμό κατά το πρότυπο των «πορτοκαλί επαναστάσεων» και σπεύδει να τον χρησιμοποιήσει ως όχημα για την επάνοδο στην εξουσία.

Τι βγαίνει στο πηλίκο; Η μέρα της μαρμότας. Ένα σπιράλ καθίζησης. Η δεκαετία του 2010, υπήρξε αναμφίβολα η χαμένη δεκαετία για την Ελλάδα. Δέκα χρόνια κομμάτια. Η χώρα μεταβλήθηκε στον τρίτο κόσμο της Ευρώπης, σε μια χώρα περιορισμένης κυριαρχίας, πεδίο φτηνό όπου ασκούνται Γερμανοί τραπεζίτες, Αμερικάνοι πράκτορες και Τούρκοι επεκτατιστές. Γέρασε, και άφησε το μεγαλύτερο μέρος της νέας γενιάς να την εγκαταλείψει. Ξέχασε ή αρνήθηκε τον πολιτισμό της, που έχει καταντήσει πια ευκαιριακό σημείο αναφοράς για τους ξένους, όποτε θέλουν να κάνουν μια ρετροσπεκτίβα στο υψηλό πνεύμα και τα ευγενικά ιδεώδη, προκειμένου να κρύψουν την γύμνια του δικού τους μηδενισμού.

Ακόμα χειρότερα, μωράθηκε. Φαίνεται από το ίδιο το επίπεδο της πολιτικής της ζωής, της δημόσιας συζήτησης που διεξάγεται. Αυτή φτωχαίνει σταθερά, βυθίζεται ολοένα και πιο γρήγορα στο προγλωσσικό στάδιο, όπως στο «μαμά», το τραγούδι του Sin Boy που αντικατοπτρίζει το καλύτερα από οτιδήποτε την φυσιογνωμία που τείνουν να αποκτήσουν οι νεοέλληνες στον 21ο αιώνα, του λούμπεν ψηφιακού δουλοπάροικου.

Υπάρχει, άραγε, διαφυγή;  

Στις τελευταίες ευρωεκλογές, 1 εκατομμύριο άνθρωποι ψήφισαν εξωκοινοβουλευτικά. Και πάλι, όχι θετικά, αλλά αρνητικά. Κυρίως, ως αίτημα για ριζική αλλαγή του πολιτικού σκηνικού.

Η μεγαλύτερη κινητικότητα καταγράφηκε σε αυτό που ονομάζουμε «πατριωτική ψήφος». Όχι μόνον ως αντανάκλαση των συλλαλητηρίων για την Μακεδονία, της τελευταίας μεγάλης κινητοποίησης των Ελλήνων υπέρ της ακεραιότητας της χώρας που έμεινε πολιτικά ορφανή, ούτε ως γενικότερη τοποθέτηση αγωνίας για το μέλλον μιας χώρας που καθεύδει. Το ρεύμα επιστροφής στο εθνικό κράτος είναι πανευρωπαϊκό, και συνδέεται κυρίως με την προάσπιση της λαϊκής κυριαρχίας –άρα, με την δημοκρατία. Είναι και κάτι άλλο: Η πολυπολική παγκοσμιοποίηση, και η ένταση αναμεταξύ του ευρωατλαντικού και του ευρασιατικού μπλοκ, θρυμματίζει το πρότυπο του ‘υπερεθνικού χωριού’, που ακολούθησε η ομοσπονδιακή Ευρώπη μετά το 1992. Πλέον, ακόμα και οι πρωταγωνιστές της παγκοσμιοποίησης θέτουν το εθνικό τους κράτος ως μηχανισμό ρύθμισης, ελέγχου και εξισορρόπησής της.

Η τάση επομένως,  είναι γενική, όπως γενικό είναι το αίτημα για ‘επανεθνικοποίηση’. Πως υλοποιείται, όμως; Ποιοι στην Ελλάδα παρουσιάζονται ως αυτόκλητοι εκφραστές του «δημοκρατικού πατριωτισμού»; Αφαιρούμε τους νοσταλγούς της επταετίας και  εθνικοσοσιαλιστές των ταγμάτων εφόδου που πνίγουν το γαλάζιο της Ελλάδας μέσα στο μαύρο καθώς και τον τηλεπωλητή των επιστολών του Ιησού, προφανώς, όπως κάνει και κάθε άλλο νοήμων ον σε αυτήν την χώρα. Υπάρχουν, βέβαια, και οι άλλοι που επιμένουν να επιθυμούν μια κάποια συμπόρευση μαζί με τις δυνάμεις αυτές, ή με παρόμοιες, μικρότερες. Ανήκουν σε άλλον κόσμο από τον δικό μας.

Έπειτα; Ευκαιριακές ενώσεις παραγόντων που συγκροτήθηκαν τυχοδιωκτικά, για να βάλουν τους συντελεστές τους «στο παιχνίδι»· αριστεροδεξιές πατριωτικές συσσωματώσεις με μια θολή ρητορική εθνικού καθήκοντος· άνθρωποι του παλιού πολιτικού κόσμου, που βρίσκουν μέσα στην «επιτακτική ανάγκη της σωτηρίας του έθνους» τη δυνατότητα να παίξουν το τελευταίο τους πολιτικό χαρτί: Ο πολιτικός χάρτης των “πατριωτικών δυνάμεων” ομοιάζει περισσότερο με σουρεαλιστικό πίνακα. Η κατάστασή τους δε, θυμίζει την κατάσταση των παλαιών πολιτικών δυνάμεων, Λαϊκών και Βενιζελικών, μέσα στην Κατοχή του ’41-’44. Μια απίστευτη μικροκινητικότητα εκπροσώπων και παραγόντων, που λειτουργεί μόνο και μόνο για να επαληθεύσει την ακινησία: Διαρκείς συσκέψεις και συζητήσεις, βραχύβιες συμπράξεις που διαλύονται εν μέσω σφοδρών αλληλοκαταγγελιών.

Το πρόβλημα είναι αναμφίβολα πολιτιστικό και πνευματικό. Ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει τις τελευταίες δεκαετίες η ελληνική πνευματική παραγωγή στα γράμματα και τις τέχνες αναφέρεται με τον έναν ή άλλον τρόπο στον δημοκρατικό πατριωτισμό, όχι κατ’ ανάγκην πολιτικά και στρατευμένα, μα επί της ουσίας, σε ό,τι αφορά στις υψηλές αξίες της ελληνικότητας. Το ίδιο συνέβη  και  τον προηγούμενο αιώνα. Αυτό που έμεινε στον χρόνο, και έχει μιαν αξία, είναι οι Τέχνες, τα Γράμματα, ο Πολιτισμός, όχι ο Διχασμός, ο εμφύλιος, ή η κομματοκρατία, παθογένειες οι οποίες επισκίασαν ακόμα και τις μεγάλες μορφές της ελληνικής πολιτικής.

Το κρίσιμο πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι η πολιτική, ακόμα και σε αυτό το επίπεδο, το εξωκοινοβουλευτικό, έχει καταφέρει να «ανοσοποιηθεί» απέναντι σε κάθε επίδραση αυτού του πολιτιστικού πλούτου, της «ελληνικής ελληνικότητας» που έλεγε ο Γιώργος Σεφέρης. Της μόνης δύναμης που εγγυάται  μιαν απαρχή διεξόδου από το τέλμα. Και έτσι επιμένει να μας παρουσιάζεται ως «η κοιλάδα της δολοπλοκίας». Η πολιτική κινητικότητα που καταγράφεται είναι αντιστρόφως ανάλογη της κίνησης των ιδεών μέσα σε αυτή. Γεγονός πρωτοφανές, που επισημάνει τον χαρακτήρα της παρακμής την οποία διέρχεται η νεοελληνική κοινωνία, κυρίως το γεγονός ότι το πνεύμα της «έχει παραδώσει πνεύμα».

Το στοίχημα, επομένως, είναι να δούμε πέραν των επερχόμενων εκλογών, και κυρίως να δούμε πέραν των εκλογών σαν το τζόκερ που θα κληρώσει ένα πολιτικό προσωπικό για να βγει από την αφάνεια. Η ενδυνάμωση εκείνων των  δυνάμεων που για χρόνια πασχίζουν να παντρέψουν αυτά τα δύο, την υψηλή έκφραση της ελληνικότητας και τον δημοκρατικό πατριωτισμό, είναι ένας στόχος που οφείλει να υποκαταστήσει τον εκλογικό τυχοδιωκτισμό. Τι μπορούν να κάνουν αυτές οι δυνάμεις; Να οργανωθούν μέσα στην κοινωνία και να δημιουργούν μια κινητικότητα στο εσωτερικό της· να παλέψουν για την μορφωτική και πολιτιστική αναβάθμιση της κοινωνίας· να πιέσουν, από τις μικρές πολιτικές θέσεις που κατέχουν, στην τοπική αυτοδιοίκηση, στα συνδικάτα και τα επιμελητήρια, για έναν συγκεκριμένο και όχι ρητορικό δημοκρατικό πατριωτισμό. Την ατζέντα, δηλαδή, που προωθεί λύσεις εδώ και τώρα για το δημογραφικό ζήτημα, την ανασυγκρότηση της παραγωγής, την αντιμετώπιση της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης, την κοινωνική δικαιοσύνη, την υπεράσπιση της ελληνικής φύσης, και βέβαια, το ερώτημα της αποτελεσματικής συμμετοχής των πολιτών στην πολιτική. Απτοί στόχοι, μετρήσιμοι, που δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε να εκφραστεί το αποτύπωμα του δημοκρατικού πατριωτισμού και στο συνολικό πολιτικό επίπεδο και να αποτελέσει τη δύναμη που θα αρχίσει να μετασχηματίζει τον συνολικό πολιτικό χάρτη της χώρας.