Η τακτική του Ερντογάν ενόψει των ελληνοτουρκικών διερευνητικών επαφών

Ο Ερντογάν έχει στόχο να καταστήσει την αποστρατικοποίηση των νησιών, επίκεντρο του νέου γύρου των ελληνοτουρκικών διερευνητικών επαφών.
Open Image Modal
Anadolu Agency via Getty Images

Ο Ταγίπ Ερντογάν θα επιχειρήσει να επιβάλει της δική του εφόλης της ύλης ατζέντα, στο νέο γύρο των διερευνητικών επαφών Αθήνας – Άγκυρας και έχει υιοθετήσει στρατηγική «μαστίγιου και καρότου» προς την Ελλάδα.

Ο εκπρόσωπος της τουρκικής προεδρίας Ιμπραήμ Καλίν ανέφερε ότι οι συνομιλίες θα περιλαμβάνουν δύο στάδια: πολιτικές διαβουλεύσεις σε επίπεδο υπουργείων Εξωτερικών και στρατιωτικές επαφές, συγκεκριμένα Συναντήσεις Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης.

Τη διαπραγματευτική τακτική της Άγκυρας καθορίζει η εφαρμογή της αναθεωρητικής τουρκικής στρατηγικής στην ανατολική Μεσόγειο. Παρουσιάζει την «επιδρομή» του Oruc Reis εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων ως «νόμιμη» και θα απαιτήσει να συμπεριληφθούν στην ατζέντα, αποστρατικοποίηση νησιών, γκρίζες ζώνες και εναέριος χώρος.

Ο Ερντογάν έχει στόχο να καταστήσει την αποστρατικοποίηση των νησιών, επίκεντρο του νέου γύρου των ελληνοτουρκικών διερευνητικών επαφών. Η Τουρκία θεωρεί ότι τα οπλικά συστήματα των ελληνικών νησιών απειλούν ζωτικές υποδομές της εδαφικής της επικράτειας. Η Άγκυρα αντιλαμβάνεται ότι το συγκεκριμένο αίτημά της αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για την Αθήνα, αλλά έχει τη δυνατότητα να ενεργοποίηση μοχλούς πίεσης - μεταναστευτικό και τουρκική διείσδυση στη Θράκη.

Οι διερευνητικές επαφές Τουρκίας - Ελλάδας με τη μεσολάβηση του Βερολίνου και τις «ευλογίες» της Ουάσιγκτον, εμπεριέχουν και την επικοινωνιακή διάσταση που στοχεύει, τόσο στο διεθνή, όσο και στο εσωτερικό ακροατήριο. Η τουρκική προπαγάνδα παρουσιάζει την επιστροφή του τουρκικού ερευνητικού πλοίου Oruc Reis στη ναυτική βάση της Αττάλειας, ως κίνηση «καλής θέλησης» πρωτίστως προς τη Γερμανία (ασκεί την προεδρία ΕΕ) και δευτερευόντως προς την Αθήνα και ΗΠΑ.

Σε εσωτερικό επίπεδο, ο Ερντογάν πιεζόμενος από τα σοβαρά οικονομικά – κοινωνικά προβλήματα, δημιουργεί λανθασμένες εντυπώσεις στην τουρκική κοινή γνώμη, εμφανίζοντας την Τουρκία ως «κυρίαρχο κράτος» με πολεμική ισχύ στην ανατολική Μεσόγειο και χρησιμοποιώντας την Ελλάδα ως «βαλβίδα εκτόνωσης» του εθνικιστικού- ισλαμιστικού πυρήνα της εκλογικής του βάσης.

Η συνεχής επιθετική ρητορική από τον Ερντογάν, τον υπουργό Άμυνας Χουλουσί Ακάρ, τον υπουργό Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου και από τον εθνικιστική κυβερνητικό του εταίρο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, που εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο της προπαγάνδας, δεν αφήνουν παρερμηνείες για το ποιες είναι οι πραγματικές τουρκικές προθέσεις.

Ταυτόχρονα, οι σχέσεις ΕΕ και Τουρκίας αποτελούν μια έμμεση παράμετρο των ελληνοτουρκικών διερευνητικών επαφών, καθώς ο Ερντογάν έχει τη δυνατότητα να εκβιάσει τις Βρυξέλλες με τη δυνατότητα της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών από την τουρκική επικράτεια προς τις ευρωπαϊκές χώρες.

O τούρκος πρόεδρος για να περιορίσει σε ένα βαθμό και για κάποια χρονική διάρκεια την αναθεωρητική του στρατηγική, θα απαιτήσει ανταλλάγματα από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η τουρκική εφημερίδα Hurriyet ανέφερε ότι ο Ερντογάν επισήμανε στην Άνγκελα Μέρκελ ότι απέσυρε το Oruc Reis, όπως εκείνη του ζήτησε και «τώρα ήρθε η ώρα των ανταλλαγμάτων».

Η κυβέρνηση της Άγκυρας αναμένεται να θέσει στο τραπέζι των διαβουλεύσεων με την ΕΕ:

(α) την αναβάθμιση της Τελωνειακής Συμφωνίας που αφορά τις εμπορικές σχέσεις των δυο συμβαλλόμενων μερών,

(β) την επικαιροποίηση της Συμφωνίας του Μεταναστευτικού της 15ης Μαρτίου 2016, ώστε να αποκομίσει μεγαλύτερο οικονομικά οφέλη για τη διαχείριση των μεταναστών εντός της τουρκικής επικράτειας και

(γ) την ελεύθερη μετακίνηση τούρκων πολιτών μέσα στα κράτη -μέλη της Σένγκεν

Η επισήμανση του εκπρόσωπου της τουρκικής προεδρίας Ιμπραήμ Καλίν, ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν θετικές εξελίξεις τους επόμενους μήνες τόσο με την ΕΕ όσο και με Ελλάδα, υποδηλώνει ότι οι διερευνητικές επαφές εντάσσονται στο τρίπτυχο Τουρκίας – Ελλάδας – ΕΕ.

Η κυβέρνηση της Αθήνας έχει καταστήσει σαφές ότι η μόνη διευθέτηση των διαφορών με την Τουρκία, αφορά από το 1974 μέχρι σήμερα τον καθορισμό θαλασσίων ζωνών υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Όμως το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι κράτος – μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, που επιδιώκουν να κλείσουν το ελληνοτουρκικό «μέτωπο», την καθιστά επιρρεπή σε πιέσεις, παρά τις επικριτικές δηλώσεις των Βρυξελλών και τη δυσαρέσκεια ΗΠΑ κατά των τουρκικών προκλήσεων στην ανατολική Μεσόγειο.