Υπόθεση των Τούρκων αξιωματικών: Πόσην ντροπή πια

Υπόθεση των Τούρκων αξιωματικών: Πόσην ντροπή πια
Open Image Modal
SOOC

Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η ελληνική κυβέρνηση υπερβαίνει και την πιο «τρελή» φαντασία. Δυστυχώς δε, πάντα επί τα χείρω.

Η υπόθεση της κατάθεσης από την κυβέρνηση, αίτησης ακύρωσης κατά της απόφασης της Β′ βάθμιας επιτροπής ασύλου, με την οποία δόθηκε άσυλο σε έναν από τους Τούρκους αξιωματικούς συνιστά μια από τις πλέον ντροπιαστικές στιγμές της ελληνικής δημοκρατίας ιστορικά.

Πρόκειται για πρωθυπουργική απόφαση, η οποία υποδηλώνει ότι η ελληνική δημοκρατία, όπως αυτή εκφράζεται από την κυβέρνησή της, ταυτοχρόνως τσαλαπατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, θεμελιώδεις διατάξεις του διεθνούς δικαίου, πυρηνικές αρχές του ελληνικού συντάγματος και του κράτους δικαίου, βασικές αρχές ανθρωπισμού και εν τέλει την ίδια την αξιοπρέπεια του ελληνικού λαού.

Επί της νομικής της ουσίας, η υπόθεση της έκδοσης των Τούρκων αξιωματικών είναι απολύτως ξεκάθαρη: η αντιμετώπιση της απόπειρας πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2015 από το τουρκικό κράτος αλλά και η όλη πολιτική της τουρκικής ηγεσίας, ιδίως μετά απο το γεγονός αυτό έχει επισύρει τη μήνιν και την απαξία από σχεδόν το σύνολο του νομικού κόσμους διεθνώς αλλά και της διεθνούς κοινότητας.

Βασανιστήρια, εξευτελιστική και απάνθρωπη μεταχείριση, μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καταπάτηση θεμελιωδών πολιτικών ελευθεριών, φυλακίσεις αντιφρονούντων πολιτικών- βλέπε πχ. διώξεις κατά του HDP- νόμοι που δικαιώνουν πράξεις πολιτικής “αυτοδικίας” και διώξεων κατά πολιτικών αντιπάλων, πογκρόμ στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, πλήρης υποταγή του δικαστικού σώματος στον Τούρκο πρόεδρο είναι κάποιες από τις πλέον καταγεγραμμένες εκδοχές της πορείας της Τουρκίας προς ένα σύστημα εξουσίας, ασύμβατο με τις ελάχιστες δικαιοκρατικές εγγυήσεις που οφείλει να τηρεί η Ελλάδα- όπως και το σύνολο των πολιτισμένων και ευρωπαϊκών κρατών.

Είναι δε, αποδεδειγμένο ότι οι κατηγορούμενοι για συμμετοχή στο παξικόπημα αντιμετωπίζουν τις χειρότερες εκ των ως άνω πρακτικών. Επομένως, βάσει του διεθνούς δικαίου, της ΕΣΔΑ και της ελληνικής νομοθεσίας δεν υπάρχει καμία δικαιολόγηση πιθανής έκδοσης των Τούρκων αξιωματικών που αιτήθηκαν ασύλου στην Ελλάδα. Επιπλέον και εντελώς παρενθετικά αλλά αρκούντως ενδεικτικά, η τουρκική πλευρά έχει αποτύχει να αποστείλλει στην ελληνική πλευρά επαρκείς αποδείξεις συμμετοχής των εν λόγω αξιωματικών στην απόπειρα πραξικοπήματος.

Αυτήν τη σαφή νομικά κατάσταση και απάντηση στην εν λόγω υπόθεση, από την αρχή ο πρωθυπουργός προσωπικά -συνεπικουρούμενος από υπουργούς του και μάλιστα αρκετούς εκ των «δικαιωματικών» του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και από μικρό τμήμα της εξωκοινοβουλευτικής «αριστεράς»- την παραγνώρισε και προσπάθησε εκβιαστικά να προκαταλάβει αντιστοίχως. Όχι μόνο με δηλώσεις στα ΜΜΕ αλλά -όπως προκύπτει και από το γεγονός της μη διάψευσης από τον πρωθυπουργό των αντίστοιχων δηλώσεων του Τούρκου προέδρου- και με διαβεβαιώσεις του προς τον Τούρκο πρόεδρο περί άμεσης παράδοσης στην Τουρκία των αιτούντων, κατά παράβαση του θεσμικού ρόλου του πρωθυπουργού και εκθέτοντας φυσικά τη χώρα.

Βεβαίως, ο αρμόδιος υπουργός έχει δικαίωμα να υποβάλλει αιτήσεις ακύρωσης κατά αντιστοίχων αποφάσεων. Το πώς όμως και πότε χρησιμοποιεί την εξουσία που του έχει δοθεί από το νόμο δεν είναι ανέλεγκτο ούτε από το νομικό, ούτε από τον πολιτικό λόγο. Όταν ο υπουργός επιλέγει να αιτηθεί την ακύρωση αποφάσεων που δίδουν άσυλο σε τόσο «καθαρές» και σαφείς νομικά υποθέσεις συντάσσεται ευθέως με τις δυνάμεις, που επιδιώκουν την κατάλυση της διεθνούς νομιμότητας και του κράτους δικαίου.

Διαμορφώνει μάλιστα προηγούμενο και για μελλοντικές υποθέσεις, σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία η ελληνική κυβέρνηση υποτίθεται πως μάχεται για την τήρηση του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου σε σχέση με το προσφυγικό. Με τι κύρος θα μιλήσει μια κυβέρνηση επί του θέματος αυτού, όταν πέραν του αίσχους των hot spots στα νησιά, επιδιώκει την ακύρωση της απόδοσης ασύλου σε αυτούς που κατεξοχήν το δικαιούνται, για πολιτικούς λόγους; Όταν δηλαδή, όπως ακριβώς και οι χώρες του Βίζεγκραντ-μεταξύ άλλων- «βλέπει» στο προσφυγικό όχι την ανάγκη των αιτούντων για την προστασία του δικαίου αλλά τα δικά της ιδιοτελή συμφέροντα, εργαλειοποιώντας τον πρόσφυγα;

Πέραν όμως του νομικού και ανθρωπιστικού άγους, η κυβερνητική αίτηση ακύρωσης συνιστά ταπείνωση της χώρας πρωτοφανούς μεγέθους. Λίγες εβδομάδες μετά την επίσκεψη Ερντογάν- παρεμπιπτόντως αναρωτιέται κανείς τι θα συνέβαινε αν δεν ήταν «θρίαμβος» για την ελληνική διπλωματία όπως μας ενημέρωναν τα κυβερνητικά non papers- και λίγες ώρες μετά την απειλητική και ιταμή ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας, αντί η κυβέρνηση να θέσει στη διεθνή κοινότητα και στην ΕΕ το ζήτημα των τουρκικών απειλών τρέχει να ζητήσει συγχωροχάρτι και να πειθαρχήσει στις επιθυμίες του Τούρκου προέδρου.

Δεν υπάρχει διπλωματικό προηγούμενο τέτοιας επίδειξης ραγιαδισμού και δορυφοριοποίησης. Δεν υπάρχει προηγούμενο κυβέρνησης που τόσο στο επίπεδο της ουσίας, όσο και της επικοινωνίας να έκανε τόσο μεγάλη ζημιά στην αξιοπρέπεια τη χώρας και του λαού σε τόσο λίγο χρόνο.

Αλήθεια δε, τι έχουν να πουν τόσο οι «δικαιωματικοί» του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και οι «πατριώτες» των ΑΝΕΛ, ο καθένας από τη σκοπιά του; Νιώθουν πολύ περήφανοι που η χώρα καθίσταται δορυφόρος του Ερντογάν;

Εν τέλει, η σημερινή κίνηση αποτελεί άλλη μια απόδειξη της βαθιάς παρακμής της κυβέρνησης. Από τα «ιδιώνυμα» για τους πλειστηριασμούς, έως το σημερινό άγος, κάτω από ηθικιστικά άλλοθι, μικροαστών εργολάβων της εξουσίας και με πασιφανές κίνητρο τη διατήρηση των προνομιών της τελευταίας, δυο κοινοβουλευτικές ομάδες και μια σειρά κομματικών και κρατικών αξιωματούχων, δημοσιογράφων και trolls ψηφίζουν και δικαιολογούν τα πάντα, σκορπώντας μόνο ντροπή και απαναθρωπιά.