Εξωτερική πολιτική σε ρυθμό Ροκοκό

Και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις.
|
Open Image Modal
Wall with torn wallpaper in old house. Vintage background pattern.
dimitris_k via Getty Images

Οι αρχαίοι Έλληνες όριζαν την πολιτική ως τέχνη. Στη νεωτερική εποχή, ο Γερμανός Καγκελάριος Όττο Μπίσμαρκ προσδιόρισε την πολιτική ως την τέχνη του εφικτού. Η διάδραση πολιτικής και τέχνης τεκμαίρεται ιστορικά, είτε αφόρα την προσπάθεια καλλιτεχνικής αποτύπωσης της εκάστοτε πραγματικότητας, είτε την αμφισβήτηση της πρώτης από τη δεύτερη, ή τέλος τη στράτευση της δεύτερης στην πρώτη.

Προσπερνώντας γνωστές τυπολογίες περί ανάλυσης της εξωτερικής πολιτικής, αν θέλουμε να ορίσουμε με καλλιτεχνικούς όρους, τους βασικούς άξονες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, τόσο ως προς τη θεωρητική της σύλληψη, και ως την πρακτική της κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, ίσως η εποχή του Ροκοκό να την απεικονίζει αρτιότερα.

Ως Ροκοκό -προέρχεται  από τη λέξη rocaille που σημαίνει όστρακο/κοχύλι- χαρακτηρίζεται το καλλιτεχνικό ρεύμα που διαμορφώθηκε στις αρχές του 18ου αιώνα στην Ευρώπη και διαδέχθηκε το Μπαρόκ. Οι αισθητικοί άξονες της συγκεκριμένης τεχνοτροπίας απεικόνιζαν, μέσω της  ζωγραφικής, της γλυπτικής και της αρχιτεκτονικής, τις προσδοκίες και τα οράματα της κοινωνίας για μία ζωή χωρίς δυσκολίες και καθημερινές ανάγκες, που επιζητά την άνεση και την ανεμελιά ενός  τρυφηλού βίου.  Βέβαια, το Ροκοκό συνιστούσε την καλλιτεχνική εξεικόνιση της αριστοκρατικής τάξης, προσπερνώντας τις συνθήκες, ανάγκες και προσδοκίες των  κατώτερων κοινωνικών τάξεων.

Εν γένει, το Ροκοκό αποτύπωνε την καλλιτεχνική αμφισβήτηση  του ορθολογισμού που πρέσβευε  η κλασική αισθητική, αλλά διήρκησε μερικές μόνο δεκαετίες, αφού στα μέσα του 18ου αιώνα είχε ήδη εξοστρακιστεί (sic), ως κυρίαρχο καλλιτεχνικό ρεύμα, από τον νεοκλασικισμό.  Το νεοκλασικό ύφος προέκυψε στην τέχνη σε αντιδιαστολή με την αισθητική υπερβολή του Μπαρόκ και την επιτηδευμένη ελαφρότητα του Ροκοκό.

Μεταπολεμικά, η ένταξη της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες αποτέλεσε αναμφισβήτητα την μεγαλύτερη επιτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η συμμετοχή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι βελτίωσε όλους τους δείκτες ισχύος  της χώρας, παράλληλα όμως εκκόλαψε, για την πλειοψηφία του πολιτικού, διπλωματικού και ακαδημαϊκού προσωπικού καθώς και μέρους της κοινωνίας, μία κουλτούρα πρόσληψης και δυνατότητα  αναμόρφωσης του διεθνούς γίγνεσθαι στη βάση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Υπό αυτό το πρίσμα, θεωρήθηκε ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δύνανται να προσδιοριστούν και να λειτουργήσουν τοιουτοτρόπως. Βέβαια, όπως καταδεικνύουν πρόσφατες και η παρούσα κρίση, ούτε σε ευρωπαϊκό επίπεδο απουσιάζουν οι πολιτικές ισχύος, οι οποίες προκαλούν αγκυλώσεις των θεσμικών οργάνων και επιλύονται αποκλειστικά σε διακυβερνητικό επίπεδο.

Είναι γεγονός ότι η πολιτική , εσωτερική ή εξωτερική, όπως και πολλά άλλα πράγματα στη ζωή κρίνονται και εκ του αποτελέσματος. Επί του προκειμένου, δύσκολα κάποιος μπορεί να αμφισβητήσει την αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής πολιτικής, ως προς  την αντιμετώπιση της Πανδημίας του Covid-19. Ταυτόχρονα και υπό την ίδια προϋπόθεση, δύσκολα κάποιος συνηγορεί ως προς την αποτελεσματικότητα της ακολουθητέας προσέγγισης των ελληνοτούρκικων σχέσεων, κατά την τελευταία εικοσιπενταετία. Όποιος διατρέξει τον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο τους τελευταίους έξι μήνες θα διαπιστώσει ότι έχουν δημοσιοποιηθεί δεκάδες άρθρα, τοποθετήσεις, συνεντεύξεις, οι οποίες καταγραφούν μικρότερες ή και μεγαλύτερες κριτικές και ενστάσεις εν σχέσει με την ασκηθείσα πολιτική έναντι της Άγκυρας.

Το τελευταίο διάστημα, παρατηρείται, ότι το χάσμα μεταξύ πραγματικότητας των ελληνοτουρκικών σχέσεων και ρητορικής της πλειοψηφίας του πολιτικού μας συστήματος διευρύνεται. Πρόσφατα, πολιτικό στέλεχος με τριακονταετή παρουσία στα κοινά, δήλωσε ότι δεν θεωρεί πως οι ενέργειες της Τουρκίας συνιστούν απειλή. Μάλλον, επιζητά την  ανεμελιά της αριστοκρατικής τάξης την εποχή του Ροκοκό, και την διαφυγή από την ζοφερή πραγματικότητα, θεωρώντας ότι εκφράζει και την κοινωνία πλειοψηφικά. Δεν ξέρω αν συμμερίζονται την συγκεκριμένη άποψη, οι κάτοικοι και οι αλιείς των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, οι Εβρίτες/σσες, τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας  και εν γένει η κοινωνία.

Μεταπολιτευτικά το πολιτικό σύστημα υποστηρίζει ότι τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής δεν πρέπει να αποτελούν αντικείμενο της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης, θυμίζοντας την ψυχροπολεμική περίοδο και την κυπριακή τραγωδία.  Είτε συμφωνήσουμε, είτε διαφωνούμε  σε θεωρητικό επίπεδο με την εν λόγω θέση,  παρατηρούμε ότι υπάρχει μια σχετική συγκατάνευση των πολιτικών δυνάμεων τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Παράλληλα όμως καταγράφεται και μία  συστηματική απουσία των θεμάτων της εξωτερικής πολιτικής από την εκάστοτε προεκλογική ατζέντα, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτά ακριβώς επικαλεστήκαν οι κυβερνώντες για να προκηρύξουν πρόωρες εκλογές. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, δεν τίθεται θέμα νομιμοποίησης, ως προς την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής από την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά σίγουρα διαγράφεται η απροθυμία του πολιτικού συστήματος να προσμετρήσει  το μέγεθος τυχόν αποκλίσεων μεταξύ κομμάτων και κοινωνίας, όσον αφορά την ασκηθείσα πολιτική έναντι της Άγκυρας. 

Ενώ λοιπόν, η Τουρκία κλιμακώνει διαρκώς τις απαιτήσεις και την έκνομη συμπεριφορά της, εμμονικά το πολιτικό -και όχι μόνο- κατεστημένο αποφεύγει να προσδιορίσει τις ενέργειες της ως εχθρικές. Ακόμη πιο εμμονικά, αρνείται να δρομολογήσει μια νέα στρατηγική έναντι της Άγκυρας. Σε ρητορική επίπεδο χρησιμοποιούνται εκφράσεις όπως: «δύσκολος γείτονας» , «αντιπαραγωγική στάση», «στιγμές έντασης» και διάφορά άλλα εκλογικευτικά λεκτικά σχήματα, τα οποία περισσότερο ανατροφοδοτούν παρά καταλαγιάζουν τον τουρκικό αναθεωρητισμό.

Ας ελπίσουμε, όπως την εποχή Ροκοκό στην τέχνη την ακολούθησε η νεοκλασσική περίοδος -με ό,τι συμβόλιζε στην τέχνη και την κοινωνία-, έτσι και στην ελληνική εξωτερική πολιτική να επέλθει η μετεξέλιξή της σε ορθολογικότερα σχήματα και πρακτικές. Το ερώτημα συνίσταται στο κατά πόσο οι αναγκαίες προσαρμογές και η νέα προσέγγιση θα υιοθετηθούν εγκαίρως, έστω και την ύστατη στιγμή, ή θα επιβληθούν από την αδήριτη πραγματικότητα με αβέβαια αποτελέσματα;